Εκτύπωση

Φόρος υπεραξίας 15% στις αγοραπωλησίες ακινήτων και μετοχών

Του Γιώργου Διονυσόπουλου

Με τη γνωστή μέθοδο του «κλέφτη» έρχεται και πάλι η κυβέρνηση να επιβάλει μία ακόμη κρυφή φορολογία τόσο στην ακίνητη περιουσία των Ελλήνων όσο και στη διαδικασία αγοραπωλησίας μετοχών. Πρόκειται για τον λεγόμενο «φόρο υπεραξίας» μέσω του οποίου το κράτος παρακρατεί ποσό της τάξης του 15% από κάθε αγοραπωλησία ακίνητης περιουσίας ή μεταβίβασης μετοχών. Εάν δηλαδή κάποιος πολίτης πουλήσει ένα ακίνητο το οποίο είχε αγοράσει 100.000 ευρώ έναντι 150.000 ευρώ, τότε θα κληθεί να πληρώσει φόρο υπεραξίας της τάξης των 7.500 ευρώ. Το συγκεκριμένο ποσό προκύπτει εάν αφαιρεθεί από την τιμή πώλησης η τιμή αγοράς ή κτήσης του ακινήτου και διαιρεθεί με συντελεστή 15%. Το ανάλογο ισχύει και για τις μετοχές. Ολες τις παραπάνω φορολογικές επιβαρύνσεις το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης τις ενέταξε στον νόμο 4172/2013 και αφού προηγουμένως είχε υπάρξει έντονο πολιτικό παρασκήνιο.

Πιο συγκεκριμένα, η κυβέρνηση επεδίωξε στις αρχές του έτους να περάσει τον νόμο 4110 εντός του οποίου υπήρχε πρόβλεψη αυτοτελούς φορολόγησης με συντελεστή 20% της υπεραξίας από τη μεταβίβαση μετοχών και ακινήτων που θα αποκτιούνταν από 1/1/2013 και μετά. Σύμφωνα με πληροφορίες, επειδή αρκετοί βουλευτές είχαν εκφράσει τότε αντιρρήσεις για την εν λόγω διάταξη, προκειμένου να υπάρξει συμβιβασμός και να περάσει το νομοσχέδιο έγινε δεκτό η εφαρμογή του μέτρου να ισχύσει από 1/7/2013. Τα πράγματα όμως άλλαξαν εν μια νυκτί και χωρίς κανείς από τους διαφωνούντες να το πάρει χαμπάρι, με την κατάθεση του νόμου 4172/2013 μέσα στο καλοκαίρι. Σύμφωνα με τον συγκεκριμένο νόμο, το εισόδημα από υπεραξία μεταβίβασης κεφαλαίου φορολογείται μεν με συντελεστή 15%, με τη σημαντική διαφορά όμως ότι πλέον ισχύει για όλες τις μετοχές ανεξάρτητα από τον χρόνο που αποκτήθηκαν!

Κάτι ανάλογο συνέβη και με τον φόρο υπεραξίας των ακινήτων, αφού και εκεί ακολουθήθηκε η ίδια ακριβώς μέθοδος. Και στα ακίνητα ο συντελεστής φορολογίας στην υπεραξία μειώθηκε μεν από το 20% που προέβλεπε ο ν. 4110/2013 στο 15% με τον ν. 4172/2013, διαπιστώνεται όμως ότι πλέον ισχύει για όλα τα ακίνητα άσχετα από τον χρόνο που αποκτήθηκαν. Το εντυπωσιακό, μάλιστα, είναι πως στις νέες διατάξεις του ν.4172/2013 αναφέρεται ότι αν η τιμή κτήσης δεν μπορεί να προσδιοριστεί, τότε θεωρείται ότι είναι μηδενική. Δηλαδή, αν κάποιος αγόρασε ένα οικόπεδο στο οποίο στη συνέχεια ανέγειρε οικοδομή και δεν μπορεί να αποδείξει το κόστος της οικοδομής, τότε όταν το οικόπεδο αυτό πουληθεί μαζί με το κτίσμα δεν θα αφαιρεθεί καθόλου το κόστος ανέγερσης ακινήτου. Ο φόρος υπεραξίας δηλαδή που θα κληθεί να πληρώσει ο πολίτης θα υπολογίζεται από το πρώτο ευρώ. Αν δηλαδή το ακίνητο πουληθεί, π.χ., 200.000 ευρώ, ο κάτοχός του θα κληθεί να πληρώσει φόρο υπεραξίας 30.000 ευρώ. Να επισημάνουμε πως, σύμφωνα με φορολογικούς κύκλους, δεν υπάρχει καμιά διάταξη που να υποχρεώνει τον φορολογούμενο ιδιώτη να φυλάει επ’ αόριστον τα δικαιολογητικά ανέγερσης ακινήτων.

ΚΑΝΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ