Μάκης Πολλάτος

Ποιος θα πάρει Νόμπελ για «τα απομεινάρια μιας χώρας»;

Προσθήκη σχολίου

«Γεια σας κύριε Αγαθόπουλε. Τηλεφωνούμε από την τράπεζα Royal. Σας πληροφορούμε ότι οι υπηρεσίες μας έχουν εγκρίνει για σας το ποσό των 30.000 ευρώ προκειμένου να το αξιοποιήσετε όπως επιθυμείτε.

Το μόνο που έχετε να κάνετε είναι να περάσετε από ένα υποκατάστημα της τράπεζας και να υπογράψετε. Την ίδια κιόλας ημέρα τα χρήματα θα πιστωθούν στον λογαριασμό σας. Το επιτόκιο που προσφέρουμε για το καταναλωτικό σας δάνειο είναι προνομιακό και η αποπληρωμή μπορεί να γίνει στο χρόνο που εσείς θα επιλέξετε, βάση των δικών σας αναγκών». Δύσκολα θα βρεθεί κάποιος Έλληνας να απαντήσει ότι τα χρόνια πριν το 2009 δεν είχε δεχθεί μια τέτοια πρόταση από τα call centers των ελληνικών τραπεζών. Ήταν τα λεγόμενα καταναλωτικά δάνεια (διακοποδάνεια κτλ) που δίνονταν χωρίς εξασφαλίσεις. Επί της ουσίας δηλαδή, τα πιστωτικά ιδρύματα έδιναν ζεστό χρήμα που είχαν δανειστεί με τα σχεδόν μηδενικά επιτόκια που απολάμβαναν πριν ξεσπάσει η κρίση χωρίς να ζητούν εγγυήσεις για την περίπτωση που ο δανειολήπτης δεν μπορούσε, ή δεν ήθελε να ξεχρεώσει τα δανεικά. Καταναλωτικά δάνεια με εγγύηση αέρα κοπανιστό, δηλαδή...

Την εποχή εκείνη οι τράπεζες επεδίωκαν την λεγόμενη πιστωτική επέκταση με τα καταναλωτικά δάνεια και τις κάρτες που ήταν ο εύκολος τρόπος να μοιράσουν χρήμα με υψηλό περιθώριο κέρδους. Ακόμη κι αν ο δανειολήπτης δεν εδικαιούτο το δάνειο. Ακόμη κι αν ο πελάτης ήταν άπορος, οπότε η τράπεζα με έναν απλό έλεγχο θα μπορούσε να διαπιστώσει ότι το συγκεκριμένο δάνειο δεν θα ήταν δυνατόν να αποπληρωθεί υπό κανονικές συνθήκες. Αλλά τότε τα τραπεζικά στελέχη δεν ήθελαν να σκεφτούν τι θα μπορούσε να συμβεί αν τα πράγματα πήγαιναν κατά διαόλου. Ήταν η εποχή που από τις τράπεζες σχεδόν σε χλεύαζαν -αφήνοντας υπαινιγμούς για την πνευματική σου ισορροπία- αν έκανες το λάθος να αρνηθείς το προσφερόμενο καταναλωτικό δάνειο...

Και μετά τα πράγματα στράβωσαν. Πολύ. Η ρευστότητα περιορίστηκε. Η κεφαλαιακή τους βάση υπονομεύτηκε από το PSI. Και οι τράπεζες ξέμειναν από χρήμα. Και το κράτος δανείστηκε για να τις διασώσει. Και τα χρήματα που δανείστηκε μπήκαν στο ελληνικό χρέος. Δηλαδή το χρέος των τραπεζών κοινωνικοποιήθηκε, έγινε συλλογικό. Δηλαδή επιβάρυνε όλους τους Έλληνες, είτε είχαν δανειστεί, είτε όχι. Είτε είχαν γοητευθεί από το φθηνό χρήμα χωρίς εξασφαλίσεις «κι έχει ο Θεός», είτε είχαν αρνηθεί το καταναλωτικό δάνειο που τους πρότειναν οι τράπεζες σκεπτόμενοι ότι η οικονομική τους κατάσταση δεν θα είναι πάντα ιδανική...

Αυτά ήταν όμως ψιλά γράμματα για τους τραπεζίτες την εποχή της... μιζέριας του πλούτου. Διότι τους ενδιέφεραν μόνο οι υπερπωλήσεις. Και ο στόχος τους ήταν τα bonus που συνόδευαν την επίτευξη των στόχων που έθεταν οι κεντρικές διοικήσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων για όποιο υποκατάστημα κατάφερνε να μοιράσει το περισσότερο χρήμα σε καταναλωτικά δάνεια. Μπορεί και να ήταν τόσο ανόητοι ώστε να θεωρούν πως το δανεικό χρήμα θα είναι πάντοτε φτηνό. Μπορεί να μην είχαν σκεφτεί ποτέ τις συνέπειες.

Και τώρα που τα καταναλωτικά δάνεια «έσκασαν» τα βάφτισαν μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Ή κόκκινα δάνεια. Τα οποία είναι γραμμένα στους ισολογισμούς των τραπεζών. Άρα επηρεάζουν την κεφαλαιακή τους επάρκεια. Άρα δεν επιτρέπουν στις τράπεζες να δανειστούν κι άλλο χρήμα, ούτε τους αφήνουν να δώσουν το ελάχιστο χρήμα που μπορεί να έχουν στα θησαυροφυλάκιά τους στις υγιείς επιχειρήσεις για να λειτουργήσουν, να επενδύσουν, να επεκταθούν. Κι επιπλέον, επειδή τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια επιδεινώνουν όχι μόνο τη ρευστότητα αλλά και τον δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών, το ΔΝΤ θέλει να τα ξεφορτωθούν.

Και πώς να τα διαγράψουν οι τραπεζίτες; Πουλώντας τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια σε εταιρείες ή σε funds που θα τα πάρουν για ένα κομμάτι ψωμί. Μπορεί για παράδειγμα να πουληθεί ένα πακέτο μη εξυπηρετούμενων δανείων ύψους 1,5 δισ. για 45 ψωροεκατομμύρια που θα πληρώσουν αυτοί που θα αγοράσουν τα κόκκινα καταναλωτικά. Κι όταν τα αγοράσουν θα βάλουν δικηγορικά γραφεία που θα κάνουν αγωγές σε όσους δεν έχουν πληρώσει για να πάρουν ό,τι μπορούν: Ένα σπίτι, ένα οικόπεδο, ένα χωράφι, ένα αυτοκίνητο, ό,τι μπορούν. Πλιάτσικο κανονικό δηλαδή. Σκεφτείτε ότι κάθε ευρώ κόκκινου δανείου πωλείται έναντι τριών λεπτών!

Το πιο σημαντικό όμως είναι άλλο: Γιατί σήμερα οι τράπεζες επέλεξαν να ξεπουλήσουν τα κόκκινα δάνεια τρία λεπτά το ευρώ, και δεν έδωσαν καν την ευκαιρία στους δανειολήπτες να εξαγοράσουν εκείνοι τα μη εξυπηρετούμενα δάνειά τους; Θα μπορούσαν οι τράπεζες να δώσουν ένα περιθώριο έξι μηνών στους κόκκινους δανειολήπτες και να τους καλέσουν να αποπληρώσουν τα δάνειά τους (για παράδειγμα) στην διπλάσια τιμή απ' αυτή που τα ξεπουλάνε στα ξένα funds. Γιατί είναι προτιμότερο να πουληθούν περιουσίες ολόκληρες στους ξένους για τρία λεπτά το ευρώ και δεν μπορούν να έχουν μια ευκαιρία να επαναγοράσουν τα δάνειά τους όσοι σήμερα δεν τα εξυπηρετούν με μια τιμή -ας πούμε- 7 λεπτά το ευρώ;

Την ίδια ώρα, όσοι αντέχουν κι αποπληρώνουν κανονικά τις υποχρεώσεις τους για τα καταναλωτικά ή τα στεγαστικά δάνεια που είχαν λάβει πληρώνουν δύο ευρώ για κάθε ευρώ που δανείστηκαν. Κι αν τολμήσουν να ζητήσουν ρύθμιση, δηλαδή χρονική επιμήκυνση ή μείωση του επιτοκίου, όχι μείωση του αρχικού κεφαλαίου, ακούνε από τις τράπεζες ότι δεν δικαιούνται διακανονισμό επειδή τα δάνειά τους δεν έχουν κοκκινίσει! Τέτοια δικαιοσύνη δηλαδή!

Κερατάς και ζημιωμένος, και τα δυο τα χει ο καημένος, που λέει και η γιαγιά μου.

Κι όλα αυτά ενώ τα τραπεζικά στελέχη συνεχίζουν να παίρνουν bonus. Παρά το γεγονός ότι σε μεγάλο βαθμό είναι οι ίδιοι άνθρωποι οι οποίοι καθοδήγησαν αυτή την αλόγιστη πιστωτική επέκταση πριν το 2009. Συνεχίζουν να εισπράττουν εφάπαξ και επιδόματα πρόωρης συνταξιοδότησης, ενώ ο απλός πολίτης περιμένει να φτάσει 67 για να βγει στη σύνταξη. Και τα golden boys απολαμβάνουν τα προνόμια των τραπεζικών, πιστωτικές κάρτες, εταιρικά αυτοκίνητα, έξοδα παράστασης και τόσες άλλες παροχές, με τα δικά μας λεφτά, τα χρήματα που πληρώσαμε και θα πληρώνουμε ες αεί με τους φόρους μας... Βλέπετε τα κέρδη ήταν δικά τους αλλά οι ζημίες κοινωνικοποιούνται! Εξωφρενικό δεν είναι;

Και το ακόμη πιο εξοργιστικό είναι ότι δικαιοσύνη δεν φαίνεται στον ορίζοντα. Επειδή σε πολλές περιπτώσεις τα τραπεζικά στελέχη που φέρουν ευθύνες για τα αδιέξοδα χειρίζονται και σήμερα τα θέματα. Δεν πρέπει να ελεγχθούν εκείνοι που έδιναν τα δάνεια, κυρίως καταναλωτικά, χωρίς εξασφαλίσεις; Να εξηγήσουν πώς και γιατί. Να απολογηθούν. Και να υποστούν τις συνέπειες, αν ζημίωσαν το δημόσιο και έβλαψαν το συμφέρον των Ελλήνων πολιτών. Να μας εξηγήσουν οι επικεφαλής των τραπεζών τους χειρισμούς που έκαναν. Να ερευνηθούν επίσης οι ευθύνες, πράξεις και παραλείψεις των εποπτικών αρχών που πριν το 2009 έκαναν τα στραβά μάτια και έβλεπαν τα δισεκατομμύρια να περνούν και να διανέμονται σαν διακοποδάνεια ή άλλα καταναλωτικά δάνεια. Εκτός κι αν έχουν και το θράσος να διεκδικήσουν και το Νόμπελ Οικονομίας για την κατάσταση που δημιούργησαν. Το χάος που προκάλεσαν μερικοί ασυνείδητοι τραπεζίτες και θα μπορούσε να ονομαστεί «τα απομεινάρια μιας χώρας».