Η σάτιρα - η άγρια όμως και αδίστακτη σάτιρα για όσα συμβαίνουν στη χώρα - είναι ίσως το μοναδικό καταφύγιο αυτών των εποχών. Γιατί η σάτιρα επιτρέπει να λέγονται πράγματα, που δεν νοείται να λεχθούν με συμβατικά μέσα και τρόπους. Η σάτιρα, η πνευματώδης, εύστοχη και ευρηματική σάτιρα, αγαλλιάζει την ψυχή και ηρεμεί το μυαλό. Μπορεί και μιλά για λογαριασμό εκείνων που δεν μπορούν να φωνάξουν, να εκφράσουν όσα νιώθουν και πιστεύουν. Κι όμως μέσα από σατιρικές εκπομπές, που είναι κατά βάση βαθιά πολιτικές και κοινωνικές, λέγονται και ακούγονται – εν τέλει φωτίζονται και αναδεικνύονται - πράγματα που δεν θα ειπωθούν αλλού. Όταν οι πιο πολλοί πνίγονται από αυτά που βλέπουν και ακούνε – από τα success story έως τα φληναφήματα περί πολιτικής σταθερότητας την ώρα που η κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα έχει γίνει απέραντη κινούμενη άμμος για τους αδύναμους  - και κυρίως ζουν στις εφιαλτικές συνθήκες που έφτιαξαν τα μνημόνια, οι τρόικες και τα νεοφιλελεύθερα ιδεολογήματα στη χώρα, έχουν ανάγκη από λίγο «καθαρό αέρα». Δηλαδή να ακουστούν επιτέλους οι κραυγές τους, να νιώσουν ότι κάποιοι αφουγκράζονται τη χειμαζόμενη και εξαπατημένη κοινωνία. Η σάτιρα λοιπόν μπορεί συχνά ή μάλλον όλο και πιο πυκνά, να είναι αποτελεσματικότερη κι από τις πολιτικές φωνές. Και δεν έχει σημασία αν κάποιοι την ερμηνεύουν ή τη χαρακτηρίζουν ως στρατευμένη. Ειδικά σε περιόδους κρίσης η τέχνη και ειδικά η σάτιρα περισσότερο από κάθε άλλη έκφανσή της, ήταν ασφαλώς πολιτικοποιημένη και στρατευμένη στους κοινωνικούς αγώνες. Μέσα από αυτό το πρίσμα χάρηκα τις τελευταίες εκπομπές και συνεντεύξεις  του Λάκη Λαζόπουλου, με αυτές τις σκέψεις απόλαυσα τις ατάκες του Τζίμη Πανούση. Ακόμα κι όταν δεν συμφωνούσα ολοκληρωτικά με την άποψή τους. Και μόνο που ο Λαζόπουλος εντόπισε με μοναδική ευστοχία την ταύτιση των  απόψεων του «δεξιού» Άδωνι Γεωργιάδη και του «κεντροαριστερού» Σταύρου Θεοδωράκη για το πόσο άσχημο και… εγκληματικό είναι να αποκατασταθούν κάπως οι μισθοί των εργαζομένων – επειδή θα πάνε να ψωνίσουν εισαγόμενα τρόφιμα ή θα αγοράσουν βενζίνη, που επίσης μας έρχεται εισαγόμενη!!! – φάνηκε το δούλεμα που μας κάνουν όλοι οι φανεροί και κρυφοί θιασώτες των μνημονιακών πολιτικών και της τρόικας. Όσο για τον Τζίμη Πανούση, επιτέλους κάποιος μίλησε για τον Σταύρο Θοεδωράκη, χωρίς βαμβάκι στο στόμα – κάτι που έκανε βέβαια και ο Λαζόπουλος. Αλλά ο Τζίμης είχε να αποκαλύψει ότι ο νεόκοπος σωτήρας της χώρας, τον είχε λογοκρίνει ως δημοσιογράφος χρόνια πριν, για χάρη ισχυρών εκδοτών, για τους οποίους εργάστηκε επί χρόνια. «Ο Σταύρος δεν πάει ούτε στο περίπτερο τζάμπα» ήταν η ατάκα της χρονιάς, ενώ η αντιμετώπιση που επιφύλαξε στο ΚΚΕ, το οποίο θεωρεί κατεξοχήν συστημικό κόμμα, ήταν το καλύτερο «σχόλιο» στο χειροκρότημα που έριξαν οι βουλευτές της ΝΔ στην Αλέκα Παπαρήγα, όταν αυτή επιτίθονταν στον ΣΥΡΙΖΑ από βήματος της Βουλής προ ημερών. Παρεμπιπτόντως ωραίο ήταν – και το εννοώ - και το άλλο του Τζίμη, ότι… «οι Φραγκολεβαντίνοι θα φοβηθούνε από την «κοφτερή ανατολή», στα αγγλικά «sharp east» δηλαδή «Σαρπιστ», που αν το διαβάσεις ανάποδα είναι "Τσίπρας"»!!! Είπαμε η σάτιρα οφείλει να είναι αδίστακτη – ειδικά με το «ψάξιμο» που κάνει ο Τσίπρας για συμβιβαστικές φόρμουλες με τους δανειστές. Όπως και να έχει, Λάκης Λαζόπουλος και Τζίμης Πανούσης δίνουν νόημα στην σάτιρα ως τέχνη που άκμασε, με τον τρόπο που άκμασε, στην αρχαία Ελλάδα… Και μόνο οι… ενοχλήσεις που προκαλούν σε πολλούς της εξουσίας, επιβεβαιώνει την αξία τους.

Η τελευταία ιστορία «εσωκυβερνητικής έντασης», όπως λέγεται κομψά ο κακός χαμός εξαιτίας των προσβλητικών συμπεριφορών που επιδεικνύουν για κυβερνήσεις συνεργασίας οι νεοφιλελεύθεροι ταλιμπάν της δεξιάς, με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, την προωθούμενη νέα μείωση των μισθών στο δημόσιο και την αντίδραση του ΠΑΣΟΚ είναι απολύτως ενδεικτική για το τι συμβαίνει στη χώρα και πώς φτάσαμε στην κοινωνική καταστροφή και το οικονομικό αδιέξοδο. Θέμα πρώτο λοιπόν: Το μόνο που τους ενδιαφέρει - και τους ενδιέφερε δηλαδή από την αρχή της κρίσης - ήταν πώς θα επιβάλλουν τη λιτότητα, θα μεγαλώσουν τη μιζέρια, θα κάνουν τη μεσαία τάξη και τους εργαζόμενους να πληρώσουν το μάρμαρο, θα δημιουργήσουν «κοινωνικούς αυτοματισμούς», βάζοντας τη μια κοινωνική ομάδα απέναντι στην άλλη. Ο Μητσοτάκης κλείνει το μάτι σε όσους έχουν ήδη υποστεί βαριά χτυπήματα από την κρίση και τους λέει «οι δημόσιοι περνάνε πιο καλά από σας και σε βάρος σας, εγώ θα τους κάνω να πληρώσουν». Θέμα δεύτερο: Τις αλλαγές στο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων δεν τις απαίτησε η τρόικα, αλλά τις έθεσε ο Μητσοτάκης στο τραπέζι. Δεν ήταν κάποιο προαπαιτούμενο των δανειστών – σιγά που περιμένουν να κοπεί ένα κατοστάρικο από τους νεοεισερχόμενους στο δημόσιο για να εξασφαλίσουν τα λεφτά τους. Όχι, είναι εφευρήματα, ιδεολογικές και πολιτικές εμμονές των ακραίων νεοφιλελεύθερων της ΝΔ – ενίοτε και του πάλαι ποτέ εκσυγχρονιστικού ΠΑΣΟΚ, όπως αποδεικνύουν οι Στουρνάρας και Χαρδούβελης. Και δεν είναι το μόνο παράδειγμα αυτό το τελευταίο με τον Μητσοτάκη. Πολλά από τα νομοσχέδια και τις ρυθμίσεις της μνημονιακής εποχής δεν προέκυψαν από απαίτηση της τρόικας, αλλά από τις πιέσεις και τις επιδιώξεις της εσωτερικής ελίτ – κορυφαίο παράδειγμα η φορολογική πολιτική, που έχει εξοργίσει ως και τη Λαγκάρντ και κάθε σοβαρό ξένο τεχνοκράτη. Λέει για παράδειγμα ο Μητσοτάκης «το κάνουμε γιατί είναι χρήσιμη μεταρρύθμιση, όχι γιατί είναι απαίτηση της τρόικας». Εννοεί: «μιας και έχουμε τον παπά (δηλαδή την τρόικα ως μπαμπούλα), γιατί να μην θάψουμε πέντε έξι;». Στην πραγματικότητα όλη αυτή η κατάσταση που έχει επιβληθεί είναι ευκαιρία για μερικούς να προωθήσουν νεοφιλελεύθερα απωθημένα δεκαετιών. Θέμα τρίτο και τελευταίο: Ο Μητσοτάκης και κάθε Μητσοτάκης αυτής της κυβέρνησης είναι υπουργός ΚΑΙ του ΠΑΣΟΚ και εξαιτίας του ΠΑΣΟΚ. Το ΠΑΣΟΚ λοιπόν διαμαρτύρεται για όσα κάνει ο Μητσοτάκης, αλλά προ ημερών του έδωσε μια ψήφο εμπιστοσύνης να γλύφεις και τα δάκτυλά σου. Δεν είδα στα δυόμισι χρόνια της συνεργασίας του με τη ΝΔ να θέτει βέτο για την παρουσία κάποιου υπουργού και να ζητά την αποπομπή του – εδώ ούτε για τον Μπαλτάκο δεν είχε θέσει θέμα θα μου πείτε. Γιατί λοιπόν ενοχλείται όταν του λένε ότι ταυτίζεται με τη δεξιά; Επειδή μέσα μέσα φωνάζει για κάτι ακρότητες σαν του Μητσοτάκη; Όταν έρχεται λοιπόν ο λογαριασμός (των δημοσκοπήσεων και των εκλογών) ας μην παραπονιέται. Συμπέρασμα: Κι αν φύγει η τρόικα, όταν η κυβέρνηση δεσμεύεται να συνεχίσει τις ίδιες πολιτικές (αυτά που πιστεύει δηλαδή ο Μητσοτάκη) τι ακριβώς θα αλλάξει; Άρα δεν φτάνει η φύγει είναι η τρόικα γιατί στο εσωτερικό πολιτικό προσωπικό υπάρχουν και χειρότεροι από δαύτην…

Προσβλήθηκαν λέει εκεί στην κυβέρνηση από τους υπαινιγμούς και τις καταγγελίες για χρηματισμό βουλευτών ώστε για να γίνει εφικτή η εκλογή Προέδρου Δημοκρατίας τον Φεβρουάριο και να μην πέσει η κυβέρνηση.

Είναι καλό να βάζουμε σε μια λογική σειρά στα πράγματα και να βγάζουμε τα σωστά συμπεράσματα. Το μεγάλο θέμα για την πολιτική κατάσταση στη χώρα είναι ασφαλώς η προεδρική εκλογή. Γύρω από αυτή τη διαδικασία, που πρέπει να γίνει μέχρι τον Φεβρουάριο του 2015, περιστρέφονται τα πάντα. Και φυσικά φουντώνει η εκλογολογία και προκύπτουν όλα τα συναφή: Πολιτική αστάθεια λέει η κυβέρνηση, ευκαιρία να ανατραπεί η κυβέρνηση λέει η αντιπολίτευση και πάει λέγοντας. Έχουμε και λέμε λοιπόν: Ο Σαμαράς βγήκε από τον Αύγουστο κιόλας και είπε ότι διαθέτει τους 180 βουλευτές για να εκλέξει πρόεδρο κανονικά και να αποφύγει τις εθνικές εκλογές. Βγαίνει ο Τσίπρας και όχι μόνο αμφισβητεί ότι ο Σαμαράς έχει τους 180, αλλά τον προκαλεί, εάν τους έχει, να επισπεύσει τη διαδικασία και να εκλέξει πρόεδρο της Δημοκρατίας από το φθινόπωρο ώστε να μην σέρνεται η ιστορία. Καπάκι βγαίνει και ο Κώστας Καραμανλής και τάσσεται υπέρ της επίσπευσης της διαδικασίας, ώστε να μην παραλύσουν τα πάντα στη χώρα και επικρατήσει η λογική μιας μακρόσυρτης προεκλογικής περιόδου. Σημειωτέον ότι το Σύνταγμα δεν βάζει κανένα εμπόδιο στην επίσπευση της προεδρικής εκλογής. Προφανώς δίνει τη δυνατότητα αυτή, αρκεί να αφορά σε έναν «εύλογο χρόνο», δηλαδή λίγους μήνες νωρίτερα, όχι χρόνια! Εφόσον δηλαδή υπάρχει συμφωνία κυβέρνησης και αντιπολίτευσης θα μπορούσε όντως να επισπευστεί η διαδικασία και να μην φωνάξει κανένας. Έτσι το πολιτικό τοπίο θα ξεκαθάριζε, η κυβέρνηση θα είχε ξεπεράσει έναν ακόμη κάβο και θα είχε όλη την ευχέρεια να αφοσιωθεί απερίσπαστη στο έργο της - ωχ. Ουσιαστικά δηλαδή ο Τσίπρας διευκόλυνε τον Σαμαρά να ξεμπερδεύει και να απαλλαγεί από το άγχος της διαδικασίας για την προεδρική εκλογή, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι η κυβέρνηση θα είχε όντως τους 180. Όμως ο Σαμαράς δεν σήκωσε το γάντι που του πέταξε ο Τσίπρας. Και ο λόγος είναι απλός: Δεν έχει τους 180! Εάν τους είχε μπορούσε, χωρίς θεσμικό ή πολιτικό πρόβλημα να επιβάλλει την κυριαρχία του στο πολιτικό σκηνικό εκλέγοντας πρόεδρο. Επειδή όμως δεν τους έχει προσπαθεί απλά να κερδίσει χρόνο και να εξαντλήσει και το παραμικρό περιθώριο παραμονής του στην εξουσία. Ελπίζοντας ίσως ότι ένα θαύμα μπορεί να τον πάει ακόμα παραπέρα. Έτσι λοιπόν έχουν τα πράγματα: Κάνει κινήσεις που θυμίζουν ψάρι που σπαρταράει, επειδή ακριβώς δεν μπορεί να γλιτώσει από τα δίχτυα της αδυναμίας να συγκεντρώσει 180 βουλευτές για την προεδρική εκλογή. Και επειδή δεν τους έχει τώρα είναι απίθανο, αν όχι αδύνατο να τους έχει σε τρεις μήνες!!!

Ημέρες... "Γιώργου Παπανδρέου" θα ζήσει κατά κάποιο τρόπο την επόμενη εβδομάδα η Βουλή, αποδεικνύοντας ότι η ιστορία έχει κέφια, όταν αποφασίσει να αρχίσει τις επαναλήψεις, είτε ως τραγωδία, είτε ως φάρσα! Ο μοιραίος πρώην πρωθυπουργός είχε ζητήσει και, ω του θαύματος θα έλεγε κανείς ανυποψίαστος, έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή τον Νοέμβριο του 2011, ακριβώς πριν εκδιωχθεί κακήν κακώς από την πρωθυπουργία. Η ψήφος που έλαβε από ένα σώμα, που βρισκόταν σε πλήρη πολιτική παράκρουση, ουσιαστικά δεν σημαίνει τίποτα. Ή, για την ακρίβεια, ήταν το σουρεαλιστικό αντάλλαγμα προκειμένου να μην αποχωρήσει εντελώς ταπεινωμένος - προφανώς προτιμούσε τη γελοιότητα από την κυνική περιφρόνηση. Στη παρούσα φάση δεν μιλάμε για πιστή επανάληψη του τότε σκηνικού, είναι όμως εμφανές ότι θυμίζει κατά πολύ εκείνη την ιλαροτραγωδία: μια κυβέρνηση σε πλήρη απομόνωση και σφοδρή αποδοκιμασία από την κοινωνία, με τα σημάδια της αποσύνθεσης σε κάθε κίνησή της, προσπαθεί να γαντζωθεί και να κερδίσει χρόνο, από μια παραπαίουσα πλειοψηφία, που απαρτίζεται από ζαλισμένους πολιτικά και με ελάχιστα περιθώρια επιλογών, βουλευτές. Όπως και το 2011, έτσι και τώρα μια τέτοια πλειοψηφία, δεν σημαίνει απολύτως τίποτα ουσιαστικό. Πιθανόν, εφόσον πάνε καλά τα πράγματα για την κυβέρνηση, να υπάρξει μια πρόσκαιρη εκτόνωση σε ένα πολιτικό και κοινοβουλευτικό καζάνι που βράζει εδώ και καιρό. Ίσως της εξασφαλίσει πέραν πάσης αμφιβολίας, το επόμενο τετράμηνο στην εξουσία  - έως την προεδρική εκλογή δηλαδή. Αλλά σε καμιά περίπτωση μια ψήφος εμπιστοσύνης από τη σημερινή βουλή δεν την αναβαπτίζει στην κοινωνία, δεν της επιστρέφει τη χαμένη εμπιστοσύνη των πολιτών. Είναι απλά μια αναγκαία πολιτική διευθέτηση των μεγάλων εσωτερικών προβλημάτων της, ώστε να αντέξει μέχρι την προεδρική εκλογή. Άλλωστε την εκλογολογία δεν την τροφοδότησε κανένας άλλος, παρά μόνο η ίδια με πολλές περίεργες κινήσεις. Ο ΣΥΡΙΖΑ ζητούσε εκλογές από την άνοιξη του 2013, αλλά ουδέποτε μέχρι τώρα η κυβέρνηση έσπευσε στη βουλή να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης ως απάντηση στην πίεση αυτή. Τώρα το κάνει γιατί ακριβώς είναι σε δύσκολη θέση και πιθανόν σε αξιέξοδο: πώς αλλιώς θα εγκλωβίσει τους βουλευτές της ώστε να μην μπορούν το επόμενο δίμηνο να αρνηθούν θετική ψήφο σε επώδυνα νομοσχέδια και μέτρα, που έρχονται στο πλαίσιο των μνημονιακών δεσμεύσεων; Εκτός κι αν ισχύει κάτι άλλο, που δεν το θεωρώ καθόλου πιθανό, αλλά το σημειώνω. Κάτι εντελώς σατανικό, αλλά εξίσου γελοίο και αδιέξοδο για την κυβέρνηση: να ζητήσει δηλαδή ο Σαμαράς ψήφο εμπιστοσύνης για να συγκρουστεί σε αυτή τη φάση με την τρόικα και να στήσει έτσι ενα σκηνικό, που θα τον βοηθήσει να πάει σε εκλογές εμφανιζόμενος ως... αντιτροϊκανός και υποσχόμενος... μονομερή έξοδο από το μνημόνιο... Και έτσι, είτε να κερδίσει -απίθανο φυσικά, αλλά ας κάνουμε την υπόθεση -, είτε να χάσει με όρους που θα του επιτρέπουν - ή ετσι θα νομίζει - να διασωθεί μετεκλογικά και να ελέγξει το παιχνίδι στο κόμμα του. Θυμάστε ακόμα φυσικά πώς προσπαθούσε να ελέγξει τις εξελίξεις ο Παπανδρέου, ακόμη και την ώρα που έφευγε απο την πρωθυπουργία. Η ιστορία επαναλαμβάνεται ως τραγωδία ή ως φάρσα, μόνο που στην Ελλάδα έχει την σαδιστική ροπή να επαναλαμβάνεται και ως τραγωδία και ως φάρσα ταυτόχρονα... ΥΓ 1: το πρόβλημα με την ψήφο εμπιστοσύνης κάθε φορά, είναι ότι τη ζητά η κυβέρνηση απο μια Βουλή, η οποία δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι έχει την εμπιστοσύνη του εκλογικού σώματος! Άρα μηδέν απο μηδέν ίσον μηδέν! ΥΓ 2: Η ψήφος εμπιστοσύνης είναι σαν την απελπισμένη έκκληση του ή της συζύγου, όταν είναι σε απόλυτα δύσκολη θέση και ζητείται επειδή ακριβώς τα πράγματα είναι πραγματικά πολύ, μα πολύ, σκούρα: "μα, αγάπη μου δεν μου έχεις εμπιστοσύνη;"... Φυσικά και δεν σου έχει, μην το παιδεύεις... απλά δεν είναι εύκολο και να σε διώξει, όμως η σχέση ουσιαστικά τελείωσε και αργά ή γρήγορα θα υπάρξει και τυπικός χωρισμός...

Από τα όσα έγιναν το σαββατοκύριακο στην πολιτική σκηνή – και έγιναν πολλά ως συνήθως – κράτησα ως πιο, σοβαρή, ενδιαφέρουσα και αποκαλυπτική τη σύγκρουση Σαμαρά – ΠΑΣΟΚ. Δεν ξέρω γιατί βρήκαν αυτό το σαββατοκύριακο να τσακωθούν. Πιθανόν να προετοιμάζονται για εκλογές και καταλαβαίνουν ότι πρέπει να χωρίσουν τα τσανάκια τους, γιατί θα διεκδικήσουν κάποιους ψηφοφόρους που είναι ανάμεσα στα δύο κόμματα. Όπως και να έχει όμως πρόκειται για μια πολιτική αντιπαράθεση που βάζει κάπως τα πράγματα στη θέση τους. Ο Σαμαράς κατηγόρησε τον Παπανδρέου και το ΠΑΣΟΚ ότι του έδωσαν μια «χειροβομβίδα»! Κατηγόρησε επίσης τους σημερινούς κυβερνητικούς εταίρους του ότι έλεγαν επικίνδυνες κουταμάρες το 2009 με το «λεφτά υπάρχουν» και άρα ευθύνονται για τη χρεοκοπία. Το ΠΑΣΟΚ φυσικά του απάντησε για τις υποκρισίες που έλεγε με τα «“ισοδύναμα μέτρα” των Ζαππείων» κατά για την «“αντιμνημονιακή” φάση της ΝΔ», παρότι στη συνέχεια υιοθέτησε την πολιτική του Παπανδρέου. Υπενθύμισε και κάτι άλλο το ΠΑΣΟΚ: ότι η περίοδος 2004-2009 ήταν καταστροφική και οδήγησε τη χώρα στη χρεοκοπία. Οφείλω να ομολογήσω ότι για πρώτη φορά έχουν δίκιο και οι δύο, όταν κατηγορούν τον άλλο για την καταστροφή της χώρας. Επιτέλους λέγονται και κάποιες αλήθειες, που αδημονώ να τις ακούσω και στην κανονική προεκλογική περίοδο, όταν θα βγουν για τα καλά τα μαχαίρια ανάμεσά τους. Διότι μέχρι τώρα λέγανε ότι για τη χρεοκοπία της χώρας φταίξανε όλοι οι άλλοι, εκτός από τους ίδιους – και εξ αυτού μπορούν τώρα να κάνουν και τους… σωτήρες. Φταίξανε όλες οι κοινωνικές ομάδες και ο… ΣΥΡΙΖΑ βέβαια, αλλά όχι το παραδοσιακό δικομματικό σύστημα. Έφταιξαν, οι καθηγητές, οι δάσκαλοι, οι βιοτέχνες, οι επαγγελματίες, οι αγρότες, οι περιπτεράδες, οι λιμενεργάτες, γενικά οι πάντες. Και κυρίως ο… Τσίπρας, ο Δραγασάκης, ο Λαφαζάνης, γενικά η αριστερά που κυβέρνησε… ύπουλα από το παρασκήνιο, οδηγώντας τη χώρα εκεί που την οδήγησε. Μέχρι τώρα όλοι έφταιγαν, αλλά όχι το ΠΑΣΟΚ, ούτε η ΝΔ. Διόλου ο Καραμανλής, καθόλου ο Παπανδρέου, ούτε ψήγμα ευθύνης για τον Παπαδήμο, φυσικά αθώος και ο Σαμαράς!  Οι μητσοτάκηδες αθώοι, οι παπανδρεϊκοί αθώοι, η Βούλτεψη και ο Άδωνις πάλλευκοι. Το περασμένο σαββατοκύριακο όμως έγινε μια χρήσιμη κουβέντα: Ο Σαμαράς τα είπε μια χαρά για το ΠΑΣΟΚ και το ΠΑΣΟΚ άριστα για τον Σαμαρά. Είναι πολύ απλό: Δεν έχουν να μοιραστούν μια επιτυχία, αλλά να ξεφορτωθούν ευθύνες για την αποτυχία τους. Κι αυτό τους κάνει να κατηγορεί ο ένας τον άλλο. Γιατί η πλειονότητα των πολιτών έχει πλέον αυτή την άποψη: ή ο ένας φταίει ή ο άλλος, πιθανόν και οι δύο. Έτσι οι δυο τους τρέχουν να αδειάσει ο ένας τον άλλον. Τι νόημα όμως έχει να αλληλοκατηγορούνται; Ο Σαμαράς και το ΠΑΣΟΚ συνεργάστηκαν για ένα μεγάλο κρίσιμο διάστημα για να υλοποιήσουν την ίδια πολιτική των μνημονίων και της τρόικας. Ο ένας στήριξε τον άλλο. Αυτό έχει σημασία, αυτό μένει στο τέλος. Τα ψέματα λοιπόν τελειώνουν. Κι όπως λένε και στο χωριό μου «θα πουν κι αλήθεια».

Στις εκλογές που έγιναν τον Ιούνιο του 2012, δανειστές, «εταίροι» - και πολιτικές εταίρες αν θέλετε – και παραδοσιακό πολιτικό μπλοκ με προεξάρχουσα δύναμη τη δεξιά έστησαν εσπευσμένα έναν εκβιασμό και μια κινδυνολογία άνευ προηγουμένου, γύρω από τη δήθεν έξοδό μας από το ευρώ και κατάφεραν να φέρουν τούμπα τα πράγματα: Κέρδισαν. Στην αναμέτρηση του Μαΐου τότε είχαν υποτιμήσει την κατάσταση και την κοινωνική αντίδραση. Νόμιζαν ότι θα λειτουργούσε το εκκρεμές του δικομματισμού και η ΝΔ θα απορροφούσε τη μεγαλύτερη δυσαρέσκεια για το ΠΑΣΟΚ και έτσι, μέσα από μια νέα συμμαχία των δύο αυτών κομμάτων, θα εξασφαλιζόταν η ομαλή και απρόσκοπτη εφαρμογή των μνημονίων. Διαψεύστηκαν όμως και έτσι τον Ιούνιο βρήκαν το κατάλληλο μοτίβο, δηλαδή το ενδεδειγμένο τρομοκρατικό δίλημμα. Η μάχη τότε κρίθηκε στο θέμα του ευρώ, αφού επιστρατεύτηκε ο φόβος μιας μεγάλης ανατροπής στην πορεία και τη θέση της χώρας. Κρίθηκε υπό την απειλή ότι θα διαλυθεί όλο το σύστημα, αρχής γενομένης από το τραπεζικό: όλοι θυμήθηκαν – βοήθησαν σε αυτό και κατάλληλες προπαγανδιστικές επιθέσεις – τι έγινε με τη χρεοκοπία της Αργεντινής και τις φωτιές στα ΑΤΜ. Η ιστορία πάει να επαναληφθεί και το 2014 – 2015: Μέχρι πριν λίγο καιρό, ίσως μέχρι τη ΔΕΘ, η κυβέρνηση πίστευε ότι οι εκλογές μπορεί να κριθούν με τα φούμαρα περί success story, δηλαδή οι εκλογείς να πουν ένα μεγάλο ευχαριστώ στον Σαμαρά. Φευ! Ούτε success story υπάρχει, ούτε λόγος για ευχαριστώ. Έτσι μερικοί σκαρφίστηκαν να επαναλάβουν το παλιό τρομοκρατικό δίλημμα, αυτό με το οποίο νίκησαν το 2012. Η αλλαγή κυβέρνησης, λένε, και η έλευση του ΣΥΡΙΖΑ θα φέρει μαζί της την καταστροφή: Θα μας διώξουν από το ευρώ, θα φύγουν οι καταθέσεις, θα έρθει η Αποκάλυψη, η Δευτέρα Παρουσία, το τέρας του Λοχ Νες και πάει λέγοντας… Και μόνο όμως που βγάλανε τον Άδωνι για να δουν εάν το δόλωμα πιάνει ψάρια καταλαβαίνει κανείς: Το 2012 βγήκαν μέχρι και ξένοι ηγέτες και διατύπωναν απειλές. Τώρα βγαίνει ο Άδωνις. Σαν να λέμε, εκεί που κρεμούσαν οι αντάρτες τ’ άρματα, κρεμούν οι γύφτοι τα νταούλια»… Δεν υπάρχει πια χώρος, λόγος και αφορμή για τέτοιες γελοιότητες. Η κυβέρνηση απέτυχε παταγωδώς και είναι ανάγκη να υπάρξει μια άλλη πορεία. Αυτό δεν το σταματάει καμία απειλή και κανένας φόβος. Ο Άδωνις είναι σαν τα σκιάχτρα που βάζουν οι αγρότες στα χωράφια για να διώχνουν τα πουλιά. Από μακριά είναι ψιλοτρομακτικά, από κοντά όμως γελάς με την ψυχή σου, κυρίως με την ευρηματικότητα του κατασκευαστή τους να συνθέσει τα κουρέλια γύρω από έναν καλαμένιο σταυρό. Κάποιοι λένε ότι έτσι όπως συμπεριφέρεται η κυβέρνηση, δια του Αδώνιδος, είναι επικίνδυνη για την σταθερότητα της οικονομίας. Μπούρδες. Το πολύ πολύ να απειλήσει τον Μάρκο Σεφερλή. Μόνο ένα θέμα υπάρχει: Πώς νιώθουν από αισθητικής και πολιτισμικής άποψης – από πολιτικής είναι σαφές, πιστεύω ότι δεν πρέπει να τους αδικήσω – οι σοβαροί παράγοντες και ψηφοφόροι της κεντροδεξιάς παράταξης όταν τους εκπροσωπεί ο Άδωνις; Να είστε βέβαιοι: Απ' όλη αυτή την ιστορία μόνο αυτό θα μείνει στο τέλος για συζήτηση: Πώς ανέχτηκαν τόσο καιρό και τόσοι πολλοί τον Άδωνι...

Αν έχει σε ένα πράγμα δίκιο η κυβέρνηση είναι ότι οι επικείμενες εθνικές εκλογές δεν θα γίνουν γύρω από τον άξονα και με βάση το δίλημμα «μνημόνιο – αντιμνημόνιο». Όχι επειδή θα έχει καταργηθεί, όπως διατυμπανίζει, το μνημόνιο και η συνταγή που αντιπροσωπεύει, ούτε επειδή η τρόικα θα μας έχει αφήσει χρόνους ή θα μας συναντάει στο Παρίσι, ανάμεσα στα σοκάκια της Μονμάρτης και τις κρουασανερί της Σαμπς Ελιζέ. Αλλά επειδή το κυρίαρχο δίλημμα θα είναι άλλο: Να φύγει ή να μείνει η δεξιά; Να συνεχίσει ο Σαμαράς να κυβερνά αυτή τη χώρα ή όχι; Να παραμείνουν η Βούλτεψη, ο Άδωνις και ο Κυριάκος Μητσοτάκης σε ρόλους καθοριστικούς για την πορεία της χώρας ή όχι; Για ένα μεγάλο, πιθανόν καθοριστικό για την έκβαση της εκλογικής αναμέτρησης, τμήμα του προοδευτικού, δημοκρατικού κόσμου, αυτό το διακύβευμα θα είναι πιο σημαντικό από το μνημόνιο.   Γιατί θα κρίνει με βάση τη συμπεριφορά που επέδειξε η δεξιά και στην αντιπολίτευσης από το 2009 έως το 2011 και στην άσκηση της διακυβέρνησης από το 2012 και μετά. Τα αντιπολιτευτικά ψέματα, έδωσαν τη θέση τους στις πέτσινες προεκλογικές δεσμεύσεις του 2012 και αυτές με τη σειρά τους στην πλήρη αδυναμία να διορθωθεί οτιδήποτε στη χώρα. Η δεξιά όχι μόνο δέχθηκε με χαρά να υλοποιήσει την επαχθέστατη πολιτική των μνημονίων, αλλά την υλοποίησε και με το χειρότερο τρόπο, υποπίπτοντας σε απίστευτες γκάφες – βλέπε ΕΝΦΙΑ. Η δεξιά επέστρεψε όχι μετανιωμένη για την καταστροφική περίοδο 2004-2009, αλλά πιο άγρια και με την αλαζονεία του κήνσορα και θεράποντα. Είδαμε τη δεξιά να συγκυβερνά με την ακροδεξιά, μέσω Μπαλτάκου. Είδαμε πρωτόγνωρες αντιδημοκρατικές συμπεριφορές: Από την καταιγίδα πράξεων νομοθετικού περιεχομένου και την παύση των συνεδριάσεων του υπουργικού συμβουλίου – ούτε μία (1) φορά δεν συνεδρίασε – έως την παραβίαση ακόμη και της προγραμματικής συμφωνίας των κυβερνητικών εταίρων. Από το μαύρο στην ΕΡΤ, έως την απαγόρευση μετάδοσης της ομιλίας του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης στην ΔΕΘ και την επίθεση κατά… γελοιογράφων Είδαμε την αναποτελεσματικότητα σε όλο της το μεγαλείο, το ίδιο την υποκρισία, αλλά και την εύνοια στους ισχυρούς: Βλέπε τι έγινε με τις λίστες των καταθέσεων και της φοροδιαφυγής. Αυτό θα είναι λοιπόν το δίλημμα: Θα συνεχίσει να κυβερνά η πιο αποκρουστική έκφραση της δεξιάς και της συντήρησης ή όχι. Θα εξακολουθήσουμε να εμπιστευόμαστε την τύχη της χώρας σε ένα ασκέρι, ένα συνονθύλευμα νεοφιλελεύθερων, ακροδεξιών και δεξιολαϊκών χαμηλής αισθητικής ή θα αναζητηθεί μια διαφορετική λύση; Στο κάτω κάτω το καταλάβαμε σχεδόν όλοι – σε αυτό ήταν αποτελεσματική και η κυβερνητική πολιτική που μας έδεσε για τα καλά, αλλά και οι αρνητικοί συσχετισμοί στην Ευρώπη – ότι η απαλλαγή από τα μνημόνια είναι εξαιρετικά δύσκολη αν όχι απίθανη. Ε, τουλάχιστον, ας απαλλαγούμε από τη δεξιά… Κάτι θα είναι κι αυτό…

Παρακολουθώ τις τελευταίες τρεις μέρες μια αναμενόμενη μεν, αλλά κυνική και τελικά απάνθρωπη, συζήτηση. Όσοι την προκαλούν τη χαρακτηρίζουν δείγμα «υπευθυνότητας» και υπεραμύνονται της ανάγκης να υπάρχει «ρεαλισμός». Αλλά δεν είναι έτσι. Είναι η συζήτηση για το κόστος των εξαγγελιών του Αλέξη Τσίπρα στη ΔΕΘ. Υποτίθεται λοιπόν ότι ο Τσίπρας έταξε τον ουρανό με τ’ άστρα. Και ότι δεν υπάρχουν χρήματα για να γίνουν τα όσα υπόσχεται. Είναι όμως έτσι; Είναι παροχές και υποσχέσεις και λαϊκισμός τα όσα είπε; Παραβλέπω το ότι ο Σαμαράς ως και τις παραμονές των εκλογών του 12 υποσχόταν διπλάσια και ς πάρουμε μερικά από τα μέτρα που εξήγγειλε ο Τσίπρας τώρα: Ρεύμα σε νοικοκυριά που δεν μπορούν να πληρώσουν αποδεδειγμένα – δεν είναι δύσκολο να βρεθούν. Προγράμματα δωρεάν σίτισης σε λιμοκτονούντες. Δηλαδή σαν αυτά που κάνει η εκκλησία, η τοπική αυτοδιοίκηση και άλλες οργανώσεις. Πρόγραμμα εξασφάλισης μικρών κατοικιών σε όσους είναι στα πρόθυρα να πάνε κάτω από γέφυρες. Ιατροφαρμακευτική περίθαλψη για ανθρώπους που ταλαιπωρούνται – και από την κρίση – και βρίσκονται επίσης στο όριο επιβίωσης. Δωρεάν μετακίνηση με τα μέσα μαζικής μεταφοράς για τους ανέργους. Α, και μια σύνταξη για τους πλέον χαμηλοσυνταξιούχους. Επίσης πετρέλαιο θέρμανσης σε λογική τιμή. Δηλαδή μιλάμε για τα πιο βασικά για ένα σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας που είναι στο περιθώριο. Να μην πεθαίνει ο κόσμος στο δρόμο, να μην λιποθυμούν τα παιδιά στο σχολείο από την πείνα, να μην κλείνεται στο σπίτι του ο άνεργος. Να έχει για ένα καφές ο συνταξιούχος, να μπορεί να ζεσταίνεται κάπως μια φτωχή οικογένεια το χειμώνα. Αυτό το ονομάζουμε τώρα «παροχές»; Και ψάχνουμε να βρούμε πόσο κοστίζει; Εδώ μιλάμε για πολιτικές που αποτρέπουν από το να μετατραπεί μια κοινωνία σε ζούγκλα και ανθρώπινο σκουπιδότοπο, όχι για επανάσταση και αναδιανομή πλούτου. Όταν μια συντεταγμένη πολιτεία δεν μπορεί να υλοποιήσει ούτε τέτοια στοιχειώδη πράγματα ποιο το νόημα της ύπαρξής της; Ποιο το νόημα να κάνει κανείς πολιτική και να θέλει να… σώσει τη χώρα, όταν τέτοιου είδους ανθρωπιστικές παρεμβάσεις μπαίνουν στο κρεβάτι του Προκρούστη; Είναι δυνατόν να μιλάμε με λογιστικούς όρους για αναγκαίες παρεμβάσεις, που χαρακτηρίζουν όχι μόνο το επίπεδο ευαισθητοποίησης μιας κοινωνίας, αλλά και τον πολιτισμό και την αξία της; Κι αν δεν υπάρχουν λοιπόν τα χρήματα με τα σημερινά δεδομένα, ας κόψουν το λαιμό τους να τα βρουν. Όταν δεν υπάρχει δρόμος προς τα εκεί που θέλεις να πας – γιατί σημασία έχει πού θέλεις να πάς – τότε απλά τον ανοίγεις… Κι η πλάκα είναι ότι όλα αυτά στο μεταξύ δεν κοστίζουν ούτε δύο δις στον κρατικό προϋπολογισμό. Στην πραγματικότητα μπορεί να μην κοστίζουν και τίποτα, αν υπολογίσει κανείς τις ευεργετικές επιπτώσεις τους στην οικονομία.   Για παράδειγμα τρεις φορές να αλλάξουν χέρια στην αγορά τα χρήματα της 13ης σύνταξης που θα πάρει ο συνταξιούχος – και ο οποίος θα τα διοχετεύσει στην πιάτσα της γειτονιάς του, δεν θα τα κάνει κουμπαρά στην Ελβετία – θα φέρουν στα κρατικά ταμεία 200 εκατομμύρια, δηλαδή σχεδόν τα μισά απ’ όσα θα δώσει το ίδιο το κράτος. Μπορεί και περισσότερα. Επίσης κακώς υπολογίζουν το κόστος της δωρεάν μετακίνησης στα 120 εκατομμύρια. Είναι πολύ μικρότερο: τα λεωφορεία και τα τρόλεϊ πάνε που πάνε και ελάχιστοι από τους δικαιούχους τα χρησιμοποιούν αν είναι να πληρώσουν. Άρα δεν στερούν σοβαρά έξοδα ούτε επιβαρύνουν ιδιαίτερα. Άλλο παράδειγμα: Εάν κάποιος έχει σοβαρή ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, κοστίζει τελικά περισσότερα ή λιγότερα στο κράτος; Δεν είναι πλέον καθαρό ότι η μείωση στο πετρέλαιο θέρμανσης θα φέρει επιπλέον έσοδα στο κράτος; Το να κινηθεί ένα κομμάτι της κοινωνίας με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και να αναζητήσει με καλύτερους όρους ευκαιρίες, κοστίζει περισσότερο ή λιγότερο στο κράτος; Μα, σε λίγο εάν συνεχίσει αυτή η πολιτική να αραδιάζει στο περιθώριο απελπισμένους ανθρώπους θα θέλει η κοινωνία διπλάσιο κόστος για τη δημόσια ασφάλεια και την πάταξη της εγκληματικότητας! Σαν τις υπανάπτυκτες χώρες, που οι πλούσιοι ζουν σε παραδείσους περιφραγμένους με ηλεκτροφόρα σύρματα για να μην ορμήσουν οι απόκληροι μέσα. Τέτοιες κοινωνίες θέλουν αυτοί που κόπτονται για το… κόστος; Δηλαδή, η χώρα είναι τόσο ανίκανη που θα καταστραφεί και θα πέσει στα βράχια από ένα στοιχειώδες πρόγραμμα ανθρωπιστικής βοήθειας; Τα υπόλοιπα που είπε ο Τσίπρας τα συζητάμε. Αλλά μην ακούω και αηδίες περί «παροχών» και «λαϊκισμού» στο ανθρωπιστικό πρόγραμμα…

Στην  ταινία «ο δρόμος προς την ελευθερία», που ακολουθεί την πορεία του βρετανού πολιτικού Γουίλλιαμ Γουίλμπερφορς, παρουσιάζεται με έναν συγκλονιστικό και γοητευτικό τρόπο πώς ο τελευταίος πέτυχε να καταργηθεί η δουλεία στην Αγγλία: Αφού είδε και απόειδε με την τακτική του να πηγαίνει στο κοινοβούλιο το σχετικό νομοσχέδιο και να του το απορρίπτουν διαρκώς, το πήγε πλαγίως. Με μια φαινομενικά άσχετη ρύθμιση σε ένα άσχετο νομοσχέδιο κατάφερε να καταστήσει το δουλεμπόριο παράνομο, αφού τα δουλεμπορικά, έτσι όπως γίνονταν τα δρομολόγια, κινδύνευαν να επιταχθούν στον πόλεμο με τη Γαλλία. Με το πρακτικό δίλημμα ή σταματάτε το δουλεμπόριο που σαν αναγκάζει να πηγαίνετε από εμπόλεμες ζώνες ή συνεχίζετε και χάνετε τα πλοία σας, η δουλεία ουσιαστικά σταμάτησε για να καταργηθεί μετά και τυπικά. Τον Γουίλμπερφορς μου θύμισε ο Αλέξης Τσίπρας με όσα είπε στη Θεσσαλονίκη. Όπως το εμφάνισε το πράγμα, δεν θα σκίσει μια κι έξω κανένα μνημόνιο το βράδυ των εκλογών. Θα αρχίσει όμως να ξηλώνει το μνημόνιο σιγά – σιγά μέχρις ότου αυτό δεν θα υπάρχει στην πράξη, τουλάχιστον το μεγαλύτερο μέρος του. Είναι τέτοιοι οι παραλογισμοί της μνημονιακής συνταγής και ακόμη πιο παρανοϊκές ορισμένες πλευρές εφαρμογής του από τους κρετίνους της κυβέρνησης (βλέπε ΕΝΦΙΑ κλπ), που μπορεί να κάνει πολύ δουλειά – και τη διαφορά – έως ότου επιχειρήσει, να επιχειρήσει τελικά, κάποια ολική ανατροπή. Ο Τσίπρας θα βάλει μπροστά τα αυτονόητα. Τα οποία δεν κοστίζουν και πολλά χρήματα. Μόνο να σταματήσει την τρέλα με τις ποινικές διώξεις για οφειλές στο δημόσιο, θα κάνει χάρη σε πολύ κόσμο. Θα πει κανείς ότι αυτό μπορεί να το κάνει στο μεταξύ και ο Σαμαράς. Ναι, αλλά ο Σαμαράς δεν μπορεί να κάνει πολλά πράγματα ούτε με τον ΕΝΦΙΑ, ούτε με το βασικό μισθό – βγήκε και τον υπεράσπισε την Κυριακή άλλωστε - ούτε με τις χαμηλές συντάξεις. Εδώ 500 εκατομμύρια είχε πριν τις ευρωεκλογές να μοιράσει και δεν κατάφερε ούτε αυτό να κάνει σωστά!   Τι κάνει λοιπόν ο Τσίπρας; Σου λέει θα δώσω 500 εκατομμύρια για τις χαμηλές συντάξεις για να μην έχουμε τα γνωστά καταγεγραμμένα δράματα στην τρίτη ηλικία των τελευταίων χρόνων. Σου λέει θα κάνω ένα πρόγραμμα με δωρεάν εισιτήρια στα μέσα μαζικής μεταφοράς για τους άνεργους και πάμφτωχους. Θα κάνω ένα ευρύ πρόγραμμα συσσιτίων και θα δώσω ρεύμα σε όσους δεν μπορούν να πληρώσουν. Και θα ξαναφέρω το πετρέλαιο θέρμανσης σε λογική τιμή, γιατί η εξίσωση είναι μια οικονομική και κοινωνική τρέλα, την οποία πρέπει να εμπνεύστηκαν παράφρονες. Μπορεί άραγε να σταματήσει η Μέρκελ και η τρόικα τέτοιες πολιτικές; Να του πουν δεν ανακυκλώνουμε το δανεισμό και σας βγάζουμε από το ευρώ; Όταν έχει βουίξει η διεθνής πιάτσα για τη λιτότητα στην Ελλάδα; Φαντάζεται κανείς τι έχει να γίνει μέσα και έξω από την Ελλάδα εάν η τρόικα και η Μέρκελ αρχίζουν τις ζεϊμπεκιές των απειλών και των εκβιασμών με αφορμή τέτοιες πολιτικές; Μπορεί να του πει η Μέρκελ σας βγάζουμε από την Ευρώπη επειδή πάτε το βασικό μισθό στα 751 ευρώ, όταν θα υπάρχει συμφωνία μεταξύ των κοινωνικών εταίρων – ίσως και επειδή στο μεταξύ η κυβέρνηση θα έχει δώσει κίνητρα στις επιχειρήσεις, όπως ενέργεια με χαμηλό κόστος; Εδώ ίσως ο Τσίπρας θα πρέπει να πάρει όντως το παράδειγμα της Κρίστνερ στην Αργεντινή, με το εθνικό μέτωπο που έφτιαξε απέναντι στα κοράκια των αγορών. Ο Τσίπρας δείχνει να έχει σχέδιο για το πώς θα αρχίσει τη δουλειά. Δεν φαίνεται αν έχει σχέδιο για το πώς θα τη συνεχίσει. Εάν θελήσει δηλαδή να τη συνεχίσει και δεν επαναπαυτεί ή φοβηθεί.