Ημέρες... "Γιώργου Παπανδρέου" θα ζήσει κατά κάποιο τρόπο την επόμενη εβδομάδα η Βουλή, αποδεικνύοντας ότι η ιστορία έχει κέφια, όταν αποφασίσει να αρχίσει τις επαναλήψεις, είτε ως τραγωδία, είτε ως φάρσα! Ο μοιραίος πρώην πρωθυπουργός είχε ζητήσει και, ω του θαύματος θα έλεγε κανείς ανυποψίαστος, έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή τον Νοέμβριο του 2011, ακριβώς πριν εκδιωχθεί κακήν κακώς από την πρωθυπουργία. Η ψήφος που έλαβε από ένα σώμα, που βρισκόταν σε πλήρη πολιτική παράκρουση, ουσιαστικά δεν σημαίνει τίποτα. Ή, για την ακρίβεια, ήταν το σουρεαλιστικό αντάλλαγμα προκειμένου να μην αποχωρήσει εντελώς ταπεινωμένος - προφανώς προτιμούσε τη γελοιότητα από την κυνική περιφρόνηση. Στη παρούσα φάση δεν μιλάμε για πιστή επανάληψη του τότε σκηνικού, είναι όμως εμφανές ότι θυμίζει κατά πολύ εκείνη την ιλαροτραγωδία: μια κυβέρνηση σε πλήρη απομόνωση και σφοδρή αποδοκιμασία από την κοινωνία, με τα σημάδια της αποσύνθεσης σε κάθε κίνησή της, προσπαθεί να γαντζωθεί και να κερδίσει χρόνο, από μια παραπαίουσα πλειοψηφία, που απαρτίζεται από ζαλισμένους πολιτικά και με ελάχιστα περιθώρια επιλογών, βουλευτές. Όπως και το 2011, έτσι και τώρα μια τέτοια πλειοψηφία, δεν σημαίνει απολύτως τίποτα ουσιαστικό. Πιθανόν, εφόσον πάνε καλά τα πράγματα για την κυβέρνηση, να υπάρξει μια πρόσκαιρη εκτόνωση σε ένα πολιτικό και κοινοβουλευτικό καζάνι που βράζει εδώ και καιρό. Ίσως της εξασφαλίσει πέραν πάσης αμφιβολίας, το επόμενο τετράμηνο στην εξουσία  - έως την προεδρική εκλογή δηλαδή. Αλλά σε καμιά περίπτωση μια ψήφος εμπιστοσύνης από τη σημερινή βουλή δεν την αναβαπτίζει στην κοινωνία, δεν της επιστρέφει τη χαμένη εμπιστοσύνη των πολιτών. Είναι απλά μια αναγκαία πολιτική διευθέτηση των μεγάλων εσωτερικών προβλημάτων της, ώστε να αντέξει μέχρι την προεδρική εκλογή. Άλλωστε την εκλογολογία δεν την τροφοδότησε κανένας άλλος, παρά μόνο η ίδια με πολλές περίεργες κινήσεις. Ο ΣΥΡΙΖΑ ζητούσε εκλογές από την άνοιξη του 2013, αλλά ουδέποτε μέχρι τώρα η κυβέρνηση έσπευσε στη βουλή να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης ως απάντηση στην πίεση αυτή. Τώρα το κάνει γιατί ακριβώς είναι σε δύσκολη θέση και πιθανόν σε αξιέξοδο: πώς αλλιώς θα εγκλωβίσει τους βουλευτές της ώστε να μην μπορούν το επόμενο δίμηνο να αρνηθούν θετική ψήφο σε επώδυνα νομοσχέδια και μέτρα, που έρχονται στο πλαίσιο των μνημονιακών δεσμεύσεων; Εκτός κι αν ισχύει κάτι άλλο, που δεν το θεωρώ καθόλου πιθανό, αλλά το σημειώνω. Κάτι εντελώς σατανικό, αλλά εξίσου γελοίο και αδιέξοδο για την κυβέρνηση: να ζητήσει δηλαδή ο Σαμαράς ψήφο εμπιστοσύνης για να συγκρουστεί σε αυτή τη φάση με την τρόικα και να στήσει έτσι ενα σκηνικό, που θα τον βοηθήσει να πάει σε εκλογές εμφανιζόμενος ως... αντιτροϊκανός και υποσχόμενος... μονομερή έξοδο από το μνημόνιο... Και έτσι, είτε να κερδίσει -απίθανο φυσικά, αλλά ας κάνουμε την υπόθεση -, είτε να χάσει με όρους που θα του επιτρέπουν - ή ετσι θα νομίζει - να διασωθεί μετεκλογικά και να ελέγξει το παιχνίδι στο κόμμα του. Θυμάστε ακόμα φυσικά πώς προσπαθούσε να ελέγξει τις εξελίξεις ο Παπανδρέου, ακόμη και την ώρα που έφευγε απο την πρωθυπουργία. Η ιστορία επαναλαμβάνεται ως τραγωδία ή ως φάρσα, μόνο που στην Ελλάδα έχει την σαδιστική ροπή να επαναλαμβάνεται και ως τραγωδία και ως φάρσα ταυτόχρονα... ΥΓ 1: το πρόβλημα με την ψήφο εμπιστοσύνης κάθε φορά, είναι ότι τη ζητά η κυβέρνηση απο μια Βουλή, η οποία δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι έχει την εμπιστοσύνη του εκλογικού σώματος! Άρα μηδέν απο μηδέν ίσον μηδέν! ΥΓ 2: Η ψήφος εμπιστοσύνης είναι σαν την απελπισμένη έκκληση του ή της συζύγου, όταν είναι σε απόλυτα δύσκολη θέση και ζητείται επειδή ακριβώς τα πράγματα είναι πραγματικά πολύ, μα πολύ, σκούρα: "μα, αγάπη μου δεν μου έχεις εμπιστοσύνη;"... Φυσικά και δεν σου έχει, μην το παιδεύεις... απλά δεν είναι εύκολο και να σε διώξει, όμως η σχέση ουσιαστικά τελείωσε και αργά ή γρήγορα θα υπάρξει και τυπικός χωρισμός...

Από τα όσα έγιναν το σαββατοκύριακο στην πολιτική σκηνή – και έγιναν πολλά ως συνήθως – κράτησα ως πιο, σοβαρή, ενδιαφέρουσα και αποκαλυπτική τη σύγκρουση Σαμαρά – ΠΑΣΟΚ. Δεν ξέρω γιατί βρήκαν αυτό το σαββατοκύριακο να τσακωθούν. Πιθανόν να προετοιμάζονται για εκλογές και καταλαβαίνουν ότι πρέπει να χωρίσουν τα τσανάκια τους, γιατί θα διεκδικήσουν κάποιους ψηφοφόρους που είναι ανάμεσα στα δύο κόμματα. Όπως και να έχει όμως πρόκειται για μια πολιτική αντιπαράθεση που βάζει κάπως τα πράγματα στη θέση τους. Ο Σαμαράς κατηγόρησε τον Παπανδρέου και το ΠΑΣΟΚ ότι του έδωσαν μια «χειροβομβίδα»! Κατηγόρησε επίσης τους σημερινούς κυβερνητικούς εταίρους του ότι έλεγαν επικίνδυνες κουταμάρες το 2009 με το «λεφτά υπάρχουν» και άρα ευθύνονται για τη χρεοκοπία. Το ΠΑΣΟΚ φυσικά του απάντησε για τις υποκρισίες που έλεγε με τα «“ισοδύναμα μέτρα” των Ζαππείων» κατά για την «“αντιμνημονιακή” φάση της ΝΔ», παρότι στη συνέχεια υιοθέτησε την πολιτική του Παπανδρέου. Υπενθύμισε και κάτι άλλο το ΠΑΣΟΚ: ότι η περίοδος 2004-2009 ήταν καταστροφική και οδήγησε τη χώρα στη χρεοκοπία. Οφείλω να ομολογήσω ότι για πρώτη φορά έχουν δίκιο και οι δύο, όταν κατηγορούν τον άλλο για την καταστροφή της χώρας. Επιτέλους λέγονται και κάποιες αλήθειες, που αδημονώ να τις ακούσω και στην κανονική προεκλογική περίοδο, όταν θα βγουν για τα καλά τα μαχαίρια ανάμεσά τους. Διότι μέχρι τώρα λέγανε ότι για τη χρεοκοπία της χώρας φταίξανε όλοι οι άλλοι, εκτός από τους ίδιους – και εξ αυτού μπορούν τώρα να κάνουν και τους… σωτήρες. Φταίξανε όλες οι κοινωνικές ομάδες και ο… ΣΥΡΙΖΑ βέβαια, αλλά όχι το παραδοσιακό δικομματικό σύστημα. Έφταιξαν, οι καθηγητές, οι δάσκαλοι, οι βιοτέχνες, οι επαγγελματίες, οι αγρότες, οι περιπτεράδες, οι λιμενεργάτες, γενικά οι πάντες. Και κυρίως ο… Τσίπρας, ο Δραγασάκης, ο Λαφαζάνης, γενικά η αριστερά που κυβέρνησε… ύπουλα από το παρασκήνιο, οδηγώντας τη χώρα εκεί που την οδήγησε. Μέχρι τώρα όλοι έφταιγαν, αλλά όχι το ΠΑΣΟΚ, ούτε η ΝΔ. Διόλου ο Καραμανλής, καθόλου ο Παπανδρέου, ούτε ψήγμα ευθύνης για τον Παπαδήμο, φυσικά αθώος και ο Σαμαράς!  Οι μητσοτάκηδες αθώοι, οι παπανδρεϊκοί αθώοι, η Βούλτεψη και ο Άδωνις πάλλευκοι. Το περασμένο σαββατοκύριακο όμως έγινε μια χρήσιμη κουβέντα: Ο Σαμαράς τα είπε μια χαρά για το ΠΑΣΟΚ και το ΠΑΣΟΚ άριστα για τον Σαμαρά. Είναι πολύ απλό: Δεν έχουν να μοιραστούν μια επιτυχία, αλλά να ξεφορτωθούν ευθύνες για την αποτυχία τους. Κι αυτό τους κάνει να κατηγορεί ο ένας τον άλλο. Γιατί η πλειονότητα των πολιτών έχει πλέον αυτή την άποψη: ή ο ένας φταίει ή ο άλλος, πιθανόν και οι δύο. Έτσι οι δυο τους τρέχουν να αδειάσει ο ένας τον άλλον. Τι νόημα όμως έχει να αλληλοκατηγορούνται; Ο Σαμαράς και το ΠΑΣΟΚ συνεργάστηκαν για ένα μεγάλο κρίσιμο διάστημα για να υλοποιήσουν την ίδια πολιτική των μνημονίων και της τρόικας. Ο ένας στήριξε τον άλλο. Αυτό έχει σημασία, αυτό μένει στο τέλος. Τα ψέματα λοιπόν τελειώνουν. Κι όπως λένε και στο χωριό μου «θα πουν κι αλήθεια».

Στις εκλογές που έγιναν τον Ιούνιο του 2012, δανειστές, «εταίροι» - και πολιτικές εταίρες αν θέλετε – και παραδοσιακό πολιτικό μπλοκ με προεξάρχουσα δύναμη τη δεξιά έστησαν εσπευσμένα έναν εκβιασμό και μια κινδυνολογία άνευ προηγουμένου, γύρω από τη δήθεν έξοδό μας από το ευρώ και κατάφεραν να φέρουν τούμπα τα πράγματα: Κέρδισαν. Στην αναμέτρηση του Μαΐου τότε είχαν υποτιμήσει την κατάσταση και την κοινωνική αντίδραση. Νόμιζαν ότι θα λειτουργούσε το εκκρεμές του δικομματισμού και η ΝΔ θα απορροφούσε τη μεγαλύτερη δυσαρέσκεια για το ΠΑΣΟΚ και έτσι, μέσα από μια νέα συμμαχία των δύο αυτών κομμάτων, θα εξασφαλιζόταν η ομαλή και απρόσκοπτη εφαρμογή των μνημονίων. Διαψεύστηκαν όμως και έτσι τον Ιούνιο βρήκαν το κατάλληλο μοτίβο, δηλαδή το ενδεδειγμένο τρομοκρατικό δίλημμα. Η μάχη τότε κρίθηκε στο θέμα του ευρώ, αφού επιστρατεύτηκε ο φόβος μιας μεγάλης ανατροπής στην πορεία και τη θέση της χώρας. Κρίθηκε υπό την απειλή ότι θα διαλυθεί όλο το σύστημα, αρχής γενομένης από το τραπεζικό: όλοι θυμήθηκαν – βοήθησαν σε αυτό και κατάλληλες προπαγανδιστικές επιθέσεις – τι έγινε με τη χρεοκοπία της Αργεντινής και τις φωτιές στα ΑΤΜ. Η ιστορία πάει να επαναληφθεί και το 2014 – 2015: Μέχρι πριν λίγο καιρό, ίσως μέχρι τη ΔΕΘ, η κυβέρνηση πίστευε ότι οι εκλογές μπορεί να κριθούν με τα φούμαρα περί success story, δηλαδή οι εκλογείς να πουν ένα μεγάλο ευχαριστώ στον Σαμαρά. Φευ! Ούτε success story υπάρχει, ούτε λόγος για ευχαριστώ. Έτσι μερικοί σκαρφίστηκαν να επαναλάβουν το παλιό τρομοκρατικό δίλημμα, αυτό με το οποίο νίκησαν το 2012. Η αλλαγή κυβέρνησης, λένε, και η έλευση του ΣΥΡΙΖΑ θα φέρει μαζί της την καταστροφή: Θα μας διώξουν από το ευρώ, θα φύγουν οι καταθέσεις, θα έρθει η Αποκάλυψη, η Δευτέρα Παρουσία, το τέρας του Λοχ Νες και πάει λέγοντας… Και μόνο όμως που βγάλανε τον Άδωνι για να δουν εάν το δόλωμα πιάνει ψάρια καταλαβαίνει κανείς: Το 2012 βγήκαν μέχρι και ξένοι ηγέτες και διατύπωναν απειλές. Τώρα βγαίνει ο Άδωνις. Σαν να λέμε, εκεί που κρεμούσαν οι αντάρτες τ’ άρματα, κρεμούν οι γύφτοι τα νταούλια»… Δεν υπάρχει πια χώρος, λόγος και αφορμή για τέτοιες γελοιότητες. Η κυβέρνηση απέτυχε παταγωδώς και είναι ανάγκη να υπάρξει μια άλλη πορεία. Αυτό δεν το σταματάει καμία απειλή και κανένας φόβος. Ο Άδωνις είναι σαν τα σκιάχτρα που βάζουν οι αγρότες στα χωράφια για να διώχνουν τα πουλιά. Από μακριά είναι ψιλοτρομακτικά, από κοντά όμως γελάς με την ψυχή σου, κυρίως με την ευρηματικότητα του κατασκευαστή τους να συνθέσει τα κουρέλια γύρω από έναν καλαμένιο σταυρό. Κάποιοι λένε ότι έτσι όπως συμπεριφέρεται η κυβέρνηση, δια του Αδώνιδος, είναι επικίνδυνη για την σταθερότητα της οικονομίας. Μπούρδες. Το πολύ πολύ να απειλήσει τον Μάρκο Σεφερλή. Μόνο ένα θέμα υπάρχει: Πώς νιώθουν από αισθητικής και πολιτισμικής άποψης – από πολιτικής είναι σαφές, πιστεύω ότι δεν πρέπει να τους αδικήσω – οι σοβαροί παράγοντες και ψηφοφόροι της κεντροδεξιάς παράταξης όταν τους εκπροσωπεί ο Άδωνις; Να είστε βέβαιοι: Απ' όλη αυτή την ιστορία μόνο αυτό θα μείνει στο τέλος για συζήτηση: Πώς ανέχτηκαν τόσο καιρό και τόσοι πολλοί τον Άδωνι...

Αν έχει σε ένα πράγμα δίκιο η κυβέρνηση είναι ότι οι επικείμενες εθνικές εκλογές δεν θα γίνουν γύρω από τον άξονα και με βάση το δίλημμα «μνημόνιο – αντιμνημόνιο». Όχι επειδή θα έχει καταργηθεί, όπως διατυμπανίζει, το μνημόνιο και η συνταγή που αντιπροσωπεύει, ούτε επειδή η τρόικα θα μας έχει αφήσει χρόνους ή θα μας συναντάει στο Παρίσι, ανάμεσα στα σοκάκια της Μονμάρτης και τις κρουασανερί της Σαμπς Ελιζέ. Αλλά επειδή το κυρίαρχο δίλημμα θα είναι άλλο: Να φύγει ή να μείνει η δεξιά; Να συνεχίσει ο Σαμαράς να κυβερνά αυτή τη χώρα ή όχι; Να παραμείνουν η Βούλτεψη, ο Άδωνις και ο Κυριάκος Μητσοτάκης σε ρόλους καθοριστικούς για την πορεία της χώρας ή όχι; Για ένα μεγάλο, πιθανόν καθοριστικό για την έκβαση της εκλογικής αναμέτρησης, τμήμα του προοδευτικού, δημοκρατικού κόσμου, αυτό το διακύβευμα θα είναι πιο σημαντικό από το μνημόνιο.   Γιατί θα κρίνει με βάση τη συμπεριφορά που επέδειξε η δεξιά και στην αντιπολίτευσης από το 2009 έως το 2011 και στην άσκηση της διακυβέρνησης από το 2012 και μετά. Τα αντιπολιτευτικά ψέματα, έδωσαν τη θέση τους στις πέτσινες προεκλογικές δεσμεύσεις του 2012 και αυτές με τη σειρά τους στην πλήρη αδυναμία να διορθωθεί οτιδήποτε στη χώρα. Η δεξιά όχι μόνο δέχθηκε με χαρά να υλοποιήσει την επαχθέστατη πολιτική των μνημονίων, αλλά την υλοποίησε και με το χειρότερο τρόπο, υποπίπτοντας σε απίστευτες γκάφες – βλέπε ΕΝΦΙΑ. Η δεξιά επέστρεψε όχι μετανιωμένη για την καταστροφική περίοδο 2004-2009, αλλά πιο άγρια και με την αλαζονεία του κήνσορα και θεράποντα. Είδαμε τη δεξιά να συγκυβερνά με την ακροδεξιά, μέσω Μπαλτάκου. Είδαμε πρωτόγνωρες αντιδημοκρατικές συμπεριφορές: Από την καταιγίδα πράξεων νομοθετικού περιεχομένου και την παύση των συνεδριάσεων του υπουργικού συμβουλίου – ούτε μία (1) φορά δεν συνεδρίασε – έως την παραβίαση ακόμη και της προγραμματικής συμφωνίας των κυβερνητικών εταίρων. Από το μαύρο στην ΕΡΤ, έως την απαγόρευση μετάδοσης της ομιλίας του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης στην ΔΕΘ και την επίθεση κατά… γελοιογράφων Είδαμε την αναποτελεσματικότητα σε όλο της το μεγαλείο, το ίδιο την υποκρισία, αλλά και την εύνοια στους ισχυρούς: Βλέπε τι έγινε με τις λίστες των καταθέσεων και της φοροδιαφυγής. Αυτό θα είναι λοιπόν το δίλημμα: Θα συνεχίσει να κυβερνά η πιο αποκρουστική έκφραση της δεξιάς και της συντήρησης ή όχι. Θα εξακολουθήσουμε να εμπιστευόμαστε την τύχη της χώρας σε ένα ασκέρι, ένα συνονθύλευμα νεοφιλελεύθερων, ακροδεξιών και δεξιολαϊκών χαμηλής αισθητικής ή θα αναζητηθεί μια διαφορετική λύση; Στο κάτω κάτω το καταλάβαμε σχεδόν όλοι – σε αυτό ήταν αποτελεσματική και η κυβερνητική πολιτική που μας έδεσε για τα καλά, αλλά και οι αρνητικοί συσχετισμοί στην Ευρώπη – ότι η απαλλαγή από τα μνημόνια είναι εξαιρετικά δύσκολη αν όχι απίθανη. Ε, τουλάχιστον, ας απαλλαγούμε από τη δεξιά… Κάτι θα είναι κι αυτό…

Παρακολουθώ τις τελευταίες τρεις μέρες μια αναμενόμενη μεν, αλλά κυνική και τελικά απάνθρωπη, συζήτηση. Όσοι την προκαλούν τη χαρακτηρίζουν δείγμα «υπευθυνότητας» και υπεραμύνονται της ανάγκης να υπάρχει «ρεαλισμός». Αλλά δεν είναι έτσι. Είναι η συζήτηση για το κόστος των εξαγγελιών του Αλέξη Τσίπρα στη ΔΕΘ. Υποτίθεται λοιπόν ότι ο Τσίπρας έταξε τον ουρανό με τ’ άστρα. Και ότι δεν υπάρχουν χρήματα για να γίνουν τα όσα υπόσχεται. Είναι όμως έτσι; Είναι παροχές και υποσχέσεις και λαϊκισμός τα όσα είπε; Παραβλέπω το ότι ο Σαμαράς ως και τις παραμονές των εκλογών του 12 υποσχόταν διπλάσια και ς πάρουμε μερικά από τα μέτρα που εξήγγειλε ο Τσίπρας τώρα: Ρεύμα σε νοικοκυριά που δεν μπορούν να πληρώσουν αποδεδειγμένα – δεν είναι δύσκολο να βρεθούν. Προγράμματα δωρεάν σίτισης σε λιμοκτονούντες. Δηλαδή σαν αυτά που κάνει η εκκλησία, η τοπική αυτοδιοίκηση και άλλες οργανώσεις. Πρόγραμμα εξασφάλισης μικρών κατοικιών σε όσους είναι στα πρόθυρα να πάνε κάτω από γέφυρες. Ιατροφαρμακευτική περίθαλψη για ανθρώπους που ταλαιπωρούνται – και από την κρίση – και βρίσκονται επίσης στο όριο επιβίωσης. Δωρεάν μετακίνηση με τα μέσα μαζικής μεταφοράς για τους ανέργους. Α, και μια σύνταξη για τους πλέον χαμηλοσυνταξιούχους. Επίσης πετρέλαιο θέρμανσης σε λογική τιμή. Δηλαδή μιλάμε για τα πιο βασικά για ένα σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας που είναι στο περιθώριο. Να μην πεθαίνει ο κόσμος στο δρόμο, να μην λιποθυμούν τα παιδιά στο σχολείο από την πείνα, να μην κλείνεται στο σπίτι του ο άνεργος. Να έχει για ένα καφές ο συνταξιούχος, να μπορεί να ζεσταίνεται κάπως μια φτωχή οικογένεια το χειμώνα. Αυτό το ονομάζουμε τώρα «παροχές»; Και ψάχνουμε να βρούμε πόσο κοστίζει; Εδώ μιλάμε για πολιτικές που αποτρέπουν από το να μετατραπεί μια κοινωνία σε ζούγκλα και ανθρώπινο σκουπιδότοπο, όχι για επανάσταση και αναδιανομή πλούτου. Όταν μια συντεταγμένη πολιτεία δεν μπορεί να υλοποιήσει ούτε τέτοια στοιχειώδη πράγματα ποιο το νόημα της ύπαρξής της; Ποιο το νόημα να κάνει κανείς πολιτική και να θέλει να… σώσει τη χώρα, όταν τέτοιου είδους ανθρωπιστικές παρεμβάσεις μπαίνουν στο κρεβάτι του Προκρούστη; Είναι δυνατόν να μιλάμε με λογιστικούς όρους για αναγκαίες παρεμβάσεις, που χαρακτηρίζουν όχι μόνο το επίπεδο ευαισθητοποίησης μιας κοινωνίας, αλλά και τον πολιτισμό και την αξία της; Κι αν δεν υπάρχουν λοιπόν τα χρήματα με τα σημερινά δεδομένα, ας κόψουν το λαιμό τους να τα βρουν. Όταν δεν υπάρχει δρόμος προς τα εκεί που θέλεις να πας – γιατί σημασία έχει πού θέλεις να πάς – τότε απλά τον ανοίγεις… Κι η πλάκα είναι ότι όλα αυτά στο μεταξύ δεν κοστίζουν ούτε δύο δις στον κρατικό προϋπολογισμό. Στην πραγματικότητα μπορεί να μην κοστίζουν και τίποτα, αν υπολογίσει κανείς τις ευεργετικές επιπτώσεις τους στην οικονομία.   Για παράδειγμα τρεις φορές να αλλάξουν χέρια στην αγορά τα χρήματα της 13ης σύνταξης που θα πάρει ο συνταξιούχος – και ο οποίος θα τα διοχετεύσει στην πιάτσα της γειτονιάς του, δεν θα τα κάνει κουμπαρά στην Ελβετία – θα φέρουν στα κρατικά ταμεία 200 εκατομμύρια, δηλαδή σχεδόν τα μισά απ’ όσα θα δώσει το ίδιο το κράτος. Μπορεί και περισσότερα. Επίσης κακώς υπολογίζουν το κόστος της δωρεάν μετακίνησης στα 120 εκατομμύρια. Είναι πολύ μικρότερο: τα λεωφορεία και τα τρόλεϊ πάνε που πάνε και ελάχιστοι από τους δικαιούχους τα χρησιμοποιούν αν είναι να πληρώσουν. Άρα δεν στερούν σοβαρά έξοδα ούτε επιβαρύνουν ιδιαίτερα. Άλλο παράδειγμα: Εάν κάποιος έχει σοβαρή ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, κοστίζει τελικά περισσότερα ή λιγότερα στο κράτος; Δεν είναι πλέον καθαρό ότι η μείωση στο πετρέλαιο θέρμανσης θα φέρει επιπλέον έσοδα στο κράτος; Το να κινηθεί ένα κομμάτι της κοινωνίας με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και να αναζητήσει με καλύτερους όρους ευκαιρίες, κοστίζει περισσότερο ή λιγότερο στο κράτος; Μα, σε λίγο εάν συνεχίσει αυτή η πολιτική να αραδιάζει στο περιθώριο απελπισμένους ανθρώπους θα θέλει η κοινωνία διπλάσιο κόστος για τη δημόσια ασφάλεια και την πάταξη της εγκληματικότητας! Σαν τις υπανάπτυκτες χώρες, που οι πλούσιοι ζουν σε παραδείσους περιφραγμένους με ηλεκτροφόρα σύρματα για να μην ορμήσουν οι απόκληροι μέσα. Τέτοιες κοινωνίες θέλουν αυτοί που κόπτονται για το… κόστος; Δηλαδή, η χώρα είναι τόσο ανίκανη που θα καταστραφεί και θα πέσει στα βράχια από ένα στοιχειώδες πρόγραμμα ανθρωπιστικής βοήθειας; Τα υπόλοιπα που είπε ο Τσίπρας τα συζητάμε. Αλλά μην ακούω και αηδίες περί «παροχών» και «λαϊκισμού» στο ανθρωπιστικό πρόγραμμα…

Στην  ταινία «ο δρόμος προς την ελευθερία», που ακολουθεί την πορεία του βρετανού πολιτικού Γουίλλιαμ Γουίλμπερφορς, παρουσιάζεται με έναν συγκλονιστικό και γοητευτικό τρόπο πώς ο τελευταίος πέτυχε να καταργηθεί η δουλεία στην Αγγλία: Αφού είδε και απόειδε με την τακτική του να πηγαίνει στο κοινοβούλιο το σχετικό νομοσχέδιο και να του το απορρίπτουν διαρκώς, το πήγε πλαγίως. Με μια φαινομενικά άσχετη ρύθμιση σε ένα άσχετο νομοσχέδιο κατάφερε να καταστήσει το δουλεμπόριο παράνομο, αφού τα δουλεμπορικά, έτσι όπως γίνονταν τα δρομολόγια, κινδύνευαν να επιταχθούν στον πόλεμο με τη Γαλλία. Με το πρακτικό δίλημμα ή σταματάτε το δουλεμπόριο που σαν αναγκάζει να πηγαίνετε από εμπόλεμες ζώνες ή συνεχίζετε και χάνετε τα πλοία σας, η δουλεία ουσιαστικά σταμάτησε για να καταργηθεί μετά και τυπικά. Τον Γουίλμπερφορς μου θύμισε ο Αλέξης Τσίπρας με όσα είπε στη Θεσσαλονίκη. Όπως το εμφάνισε το πράγμα, δεν θα σκίσει μια κι έξω κανένα μνημόνιο το βράδυ των εκλογών. Θα αρχίσει όμως να ξηλώνει το μνημόνιο σιγά – σιγά μέχρις ότου αυτό δεν θα υπάρχει στην πράξη, τουλάχιστον το μεγαλύτερο μέρος του. Είναι τέτοιοι οι παραλογισμοί της μνημονιακής συνταγής και ακόμη πιο παρανοϊκές ορισμένες πλευρές εφαρμογής του από τους κρετίνους της κυβέρνησης (βλέπε ΕΝΦΙΑ κλπ), που μπορεί να κάνει πολύ δουλειά – και τη διαφορά – έως ότου επιχειρήσει, να επιχειρήσει τελικά, κάποια ολική ανατροπή. Ο Τσίπρας θα βάλει μπροστά τα αυτονόητα. Τα οποία δεν κοστίζουν και πολλά χρήματα. Μόνο να σταματήσει την τρέλα με τις ποινικές διώξεις για οφειλές στο δημόσιο, θα κάνει χάρη σε πολύ κόσμο. Θα πει κανείς ότι αυτό μπορεί να το κάνει στο μεταξύ και ο Σαμαράς. Ναι, αλλά ο Σαμαράς δεν μπορεί να κάνει πολλά πράγματα ούτε με τον ΕΝΦΙΑ, ούτε με το βασικό μισθό – βγήκε και τον υπεράσπισε την Κυριακή άλλωστε - ούτε με τις χαμηλές συντάξεις. Εδώ 500 εκατομμύρια είχε πριν τις ευρωεκλογές να μοιράσει και δεν κατάφερε ούτε αυτό να κάνει σωστά!   Τι κάνει λοιπόν ο Τσίπρας; Σου λέει θα δώσω 500 εκατομμύρια για τις χαμηλές συντάξεις για να μην έχουμε τα γνωστά καταγεγραμμένα δράματα στην τρίτη ηλικία των τελευταίων χρόνων. Σου λέει θα κάνω ένα πρόγραμμα με δωρεάν εισιτήρια στα μέσα μαζικής μεταφοράς για τους άνεργους και πάμφτωχους. Θα κάνω ένα ευρύ πρόγραμμα συσσιτίων και θα δώσω ρεύμα σε όσους δεν μπορούν να πληρώσουν. Και θα ξαναφέρω το πετρέλαιο θέρμανσης σε λογική τιμή, γιατί η εξίσωση είναι μια οικονομική και κοινωνική τρέλα, την οποία πρέπει να εμπνεύστηκαν παράφρονες. Μπορεί άραγε να σταματήσει η Μέρκελ και η τρόικα τέτοιες πολιτικές; Να του πουν δεν ανακυκλώνουμε το δανεισμό και σας βγάζουμε από το ευρώ; Όταν έχει βουίξει η διεθνής πιάτσα για τη λιτότητα στην Ελλάδα; Φαντάζεται κανείς τι έχει να γίνει μέσα και έξω από την Ελλάδα εάν η τρόικα και η Μέρκελ αρχίζουν τις ζεϊμπεκιές των απειλών και των εκβιασμών με αφορμή τέτοιες πολιτικές; Μπορεί να του πει η Μέρκελ σας βγάζουμε από την Ευρώπη επειδή πάτε το βασικό μισθό στα 751 ευρώ, όταν θα υπάρχει συμφωνία μεταξύ των κοινωνικών εταίρων – ίσως και επειδή στο μεταξύ η κυβέρνηση θα έχει δώσει κίνητρα στις επιχειρήσεις, όπως ενέργεια με χαμηλό κόστος; Εδώ ίσως ο Τσίπρας θα πρέπει να πάρει όντως το παράδειγμα της Κρίστνερ στην Αργεντινή, με το εθνικό μέτωπο που έφτιαξε απέναντι στα κοράκια των αγορών. Ο Τσίπρας δείχνει να έχει σχέδιο για το πώς θα αρχίσει τη δουλειά. Δεν φαίνεται αν έχει σχέδιο για το πώς θα τη συνεχίσει. Εάν θελήσει δηλαδή να τη συνεχίσει και δεν επαναπαυτεί ή φοβηθεί.

Το πρόβλημα με τις γραμμές είναι ότι πρέπει να ξέρεις τι να τις κάνεις. Γι παράδειγμα σε ένα γνωστό ανέκδοτο ο τροχονόμος τραβά μια άσπρη γραμμή στην άσφαλτο και ο εξεταζόμενος με αλκοτέστ οδηγός σκύβει να τη… ρουφήξει, μπερδεύοντάς την κιμωλία με κάτι άλλο. Ο Γκίκας Χαρδούβελης όμως δεν έχει τέτοια προβλήματα. Είπε από την αρχή, πριν καν ξεκινήσει για το Παρίσι και τις συναντήσεις αναψυχής με την τρόικα, ότι δεν υπάρχουν κόκκινες γραμμές για την ελληνική κυβέρνηση. Ότι η τρόικα δηλαδή μπορεί να ζητήσει ό,τι θέλει και η ελληνική κυβέρνηση ίσως (γιατί όχι δηλαδή) να το δεχθεί. Ο Χαρδούβελης είναι ωμά ειλικρινής. Περιγράφει αυτό που ισχύει στις σχέσεις της κυβέρνησης με την τρόικα: Δεν πρόκειται για διαπραγματεύσεις, αλλά για μια σχέση επικυρίαρχων και υπόδουλων. Στη διαπραγμάτευση βάζεις και κόκκινες γραμμές και απαράβατα όρια. Τουλάχιστον τα λες και τα διεκδικείς. Ακόμη κι αν κατά βάθος ξέρεις ότι δύσκολα θα τα κρατήσεις όλα. Ωστόσο τα λες τουλάχιστον. Όταν λες όμως ότι δεν έχει κόκκινες γραμμές, άρα δεν σε πειράζει τίποτα, τότε ξεβρακώνεσαι από την αρχή. Δηλώνεις συμβιβασμένος. Είναι σαν να παίζεις πόκερ και να φανερώνεις τα χαρτιά σου και να λες στον αντίπαλο ότι έχει το ελεύθερο να κάνει ό,τι θέλει.  Η αλήθεια λοιπόν είναι η εξής: Για τους νεοφιλελεύθερους με μανδύα «εκσυγχρονιστή» και «μεταρρυθμιστή» δεν χρειάζεται η τρόικα να τους πει τίποτα. Είναι από μόνοι τους θιασώτες του μνημονίου, των περικοπών, της λιτότητας, ως μέσο εξαγνισμού μιας κοινωνίας. Θεωρούν περιττά και το κοινωνικό κράτος και την πρόνοια και την προστασία των αδυνάτων και την διασφάλιση εργασιακών δικαιωμάτων και την ύπαρξη του δημόσιου τομέα στην οικονομία. Γι’ αυτό δεν τους νοιάζει να πουν τίποτα αντίθετο και δυσάρεστο στην τρόικα: Ούτε για την αδιέξοδη λιτότητα, που επισημαίνουν κορυφαίοι οικονομολόγοι, ούτε για την ύφεση και τα σχετικά λάθη του ΔΝΤ, ούτε για τις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιπτώσεις της κρίσης. Δεν κάνουν διαπραγμάτευση. Κάνουν επικύψεις. Δεν βλέπουν «απέναντι πλευρά», αλλά «συνεργάτες» και «ομοϊδεάτες». Δεν είναι με τη χώρα, είναι με την τρόικα. Εκεί είναι ακριβώς το πρόβλημά μας: Ότι ενώ στο διεθνές πεδίο αυξάνονται οι φωνές κατά της συνταγής του Βερολίνου και των νεοφιλελεύθερων, από την Ελλάδα, το κατεξοχήν θύμα των πολιτικών αυτών, δεν ακούγεται κιχ. Κι όταν το θύμα δεν βγάζει άχνα, τι να σου κάνουν οι άλλοι; Εμείς δεν έχουν τα προβλήματα του Ολάντ, που έβαλε κάποιους δυσάρεστους για τη Μέρκελ υπουργούς και αναγκάστηκε να τους αλλάξει μόλις η τελευταία πήρε ανάποδες. Εμείς βάλαμε κατ’ ευθείαν τους εκλεκτούς της Μέρκελ και της τρόικας – π.χ. Στουρνάρας και Χαρδούβελης – και ησυχάσαμε. Γι’ αυτό και η ιστορία γράφεται μέχρι τώρα όπως γράφεται – με το χειρότερο τρόπο δηλαδή. Όπως θα γραφόταν και η ιστορία εάν στις Θερμοπύλες δεν ήταν επικεφαλής ο Λεωνίδας, αλλά ο Εφιάλτης - ή έστω ο Γκίκας τέλος πάντων.

Ωραία κουβέντα πιάσαν στο ΠΑΣΟΚ. Ποιος έφερε τη δεξιά. Δηλαδή ποιος από τους Παπανδρέου ή Βενιζέλο άνοιξαν την πόρτα στον Σαμαρά και συνεργάστηκαν μαζί του. Πρόκειται για συζήτηση που αφορά μόνο χαχόλους, κρετίνους και άλλες τέτοιες κατηγορίες πολιτών που ζουν στη γαλαρία του πασοκικού φρενοκομείου. Η όλη κουβέντα είναι γεμάτη με παράδοξα και υποκρισία. Τα όσα δε γίνονται, με αφορμή αυτή την υποτιθέμενη συζήτηση, είναι απλά θλιβερά. Παράδοξο, όσο και υποκριτικό, πρώτο: Και ο Παπανδρέου και ο Βενιζέλος συμφωνούν ότι η χώρα πάει πλέον πολύ καλά, ή έστω πολύ καλύτερα. Προφανώς πάει καλά ή καλύτερα χάρις στην κυβέρνηση συνεργασίας ΠΑΣΟΚ – ΝΔ. Άρα πού ακριβώς είναι το πρόβλημα με τη δεξιά; Παράδοξο, όσο και υποκριτικό, δεύτερο: Αφού είναι τόσο κακή η συνεργασία με τη δεξιά γιατί δεν την τερματίζουν τώρα; Αφού δεν γουστάρουν τον Σαμαρά γιατί δεν τον στέλνουν σπίτι του; Ο Σαμαράς του 29% (δεν μιλάμε καν για το 19%) και των 125 βουλευτών έγινε και παραμένει πρωθυπουργός επειδή τον στηρίζει το ΠΑΣΟΚ. ΟΛΟ το ΠΑΣΟΚ, πλην ελαχίστων που έφυγαν νωρίς το 2012. Πού ακριβώς είναι το δύσκολο εάν δεν τον γουστάρουν; Θα προκύψει κυβερνητική και πολιτική αστάθεια; Τότε δύο πράγματα συμβαίνουν, σύμφωνα με τη στάση του ΠΑΣΟΚ φυσικά: ή ο Σαμαράς είναι ο ένας και μοναδικός εγγυητής της πολιτικής σταθερότητας, άρα ενδεχόμενη πτώση του θα είναι καταστροφή για τη χώρα, ή το ΠΑΣΟΚ έχει καταντήσει μοιραίο και άβουλο. Παράδοξο, όσο και υποκριτικό, τρίτο: Με ελάχιστες εξαιρέσεις σε μάλλον επιμέρους θέματα, υπάρχει συνολική συμφωνία επί της ουσίας της πολιτικής που ακολουθείται. ΝΔ και ΠΑΣΟΚ βρίσκονται στη ίδια ρότα. Καλώς ή κακώς είναι άλλη συζήτηση. Άρα η συζήτηση που γίνεται «με τη δεξιά ή απέναντί της» δεν έχει το παραμικρό νόημα, εάν δεν συνοδεύεται από διαφοροποίηση στην ουσία της ακολουθούμενης πολιτικής. Κι από τη στιγμή που τέτοια διαφοροποίηση δεν υπάρχει, τότε δεν έχει νόημα και η συζήτηση περί δεξιάς. Ας το ξεκαθαρίσουμε λοιπόν: Τον Σαμαρά και τη ΝΔ τον έφερε η δεξιά, νεοφιλελεύθερη πολιτική που αποφάσισε να εφαρμόσει το ΠΑΣΟΚ ως φάρμακο στην οικονομική κρίση. Πολύ πριν έρθει ο ίδιος ο Σαμαράς με τη ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ είχε φέρει το πνεύμα τους και την πολιτική τους. Γι’ αυτό και ο Παπανδρέου ζητούσε επιμόνως το 2011 και τη φυσική τους παρουσία στην κυβέρνηση. Σου λέει, δεν γίνεται να εφαρμόζω δεξιά πολιτική χωρίς τη δεξιά. Δηλαδή και κερατωμένος και δαρμένος. Την πολιτική ανάσταση του Σαμαρά και της ΝΔ το 2012 την πέτυχαν από κοινού τα τζιμάνια του ΠΑΣΟΚ και της ΔΗΜΑΡ – ο κυρ Φώτης με τις προεδρικές βλέψεις. Και ήταν φυσικό απότοκο της δεξιάς στροφής τους όλο αυτό το κατόρθωμα. Αφού η επιλογή για τη χώρα ήταν να εφαρμοστεί μια δεξιά συνταγή για την κρίση, ποια είναι τελικά η «φυσιολογική» πολιτική λύση; Μα, να αναλάβει η κανονική δεξιά το τιμόνι. Το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται σε ολοκληρωτική παρακμή, η σοσιαλδημοκρατία οδηγείται σε πλήρη κατάρρευση και η κεντροαριστερή παράταξη έχει καταντήσει περίγελος, εξαιτίας του ότι δεν είχε προοδευτική λύση απέναντι στην κρίση. Και υποτάχθηκε στις νεοφιλελεύθερες επιταγές, παραδίδοντας τα πάντα στη Μέρκελ. Αντί να αντισταθεί μάλιστα, χαλάρωσε και το απόλαυσε. Υιοθέτησε τη γραμμή της ευρωπαϊκής συντήρησης. Και όχι μόνο αυτό, διότι μπορεί να πει κανείς ότι ήταν αναπόφευκτη η ήττα στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών συσχετισμών. Εφόρμασε από την  πρώτη μέρα, από το 2009 και το 2010 δηλαδή, τις πιο δεξιές πολιτικές σε όλα τα επίπεδα. Άρα, το θέμα δεν είναι ο Σαμαράς - είναι οι πολιτικές επιλογές.