Ας είμαστε ειλικρινείς. Όλη αυτή η συζήτηση περί συναίνεσης και εθνικής συνεννόησης και τα σχετικά, δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα σύνηθες πολιτικό και επικοινωνιακό παιχνίδι, που ζεσταίνεται και ξαναζεσταίνεται για να πλασαριστεί όταν μια κυβέρνηση βλέπει ότι σφίγγουν τα γάλατα. Και για να κατηγορήσει την αντιπολίτευση ότι δεν συνδράμει την εθνική προσπάθεια (την οποία φυσικά... πάντα εκφράζει η κυβέρνηση), ακυρώνοντας το ρόλο της αντιπολίτευσης. Είναι σύνηθες οι κυβερνήσεις στον τόπο μας να αδιαφορούν για κάθε είδους συνεννόηση και συναινετικών διαδικασιών όταν νιώθουν ισχυρές. Τότε οι κυβερνητικές ενέργειες δείχνουν «πυγμή», «αποφασιστικότητα»,«αδιαφορία για το πολιτικό κόστος» και άλλα τέτοια όμορφα. Όταν αρχίζει η κατρακύλα έρχονται και τα υποκριτικά μπαλαμούτια στην αντιπολίτευση, ιδίως την αξιωματική. Τι εκθειασμός του ρόλου της και της σημασίας της, τι αναγνώριση της συμβολής της στην εθνική προσπάθεια, υπό τον όρο βέβαια να συμφωνήσει στην κυβερνητική πολιτική, πέφτει, δεν λέγεται. Μέχρι χθες για παράδειγμα ο Τσίπρας ήταν ο επικίνδυνος, ο καταστροφέας, περίπου ο τρομοκράτης, ο αρχηγός των μπαχαλάκηδων. Ξαφνικά και επειδή πέφτουν οι τροϊκανές σφαλιάρες σύννεφο, αλλά κυρίως επειδή τα γκάλοπ δείχνουν ότι η κυβέρνηση γκρεμοτσακίζεται, ανασύρεται από το ντουλάπι το κοστουμάκι της συναίνεσης. Και ο Τσίπρας γίνεται ο χρήσιμος σύμμαχος. Φυσικά δεν είδα ποτέ εκείνους που πιέζουν την αντιπολίτευση να συναινέσει στα δύσκολα της κυβέρνησης, να πιέζουν και την κυβέρνηση όταν είναι στα εύκολα να κάνει μια στοιχειώδη συνεννόηση με την αντιπολίτευση. Η καραμέλα περί συναίνεσης δεν είναι τίποτα περισσότερο από το παραδοθεί η αντιπολίτευση στις ορέξεις της κυβέρνησης. Και φυσικά στην πολιτική της κυβέρνησης. Όταν και εάν υπάρχει σύγκλιση απόψεων και στρατηγικών, τότε ναι. Έχει νόημα να αναζητηθεί. Αλλά εδώ είναι σαφές ότι δεν υπάρχει. Και επί της ουσίας της πολιτικής που ασκείται, αλλά και για δύο ακόμη λόγους: από τη  μια μεριά είναι όσοι διαχειρίστηκαν τα πράγματα και φέρουν τις ευθύνες για εδώ που είμαστε και από την άλλη είναι δυνάμεις που δεν φέρουν καμία ευθύνη. Αλλά και επειδή ανάμεσα στη δεξιά και στον ΣΥΡΙΖΑ υπάρχει χάος στις αντιλήψεις – εκτός κι αν πρέπει να γίνουν όλοι μπαλτάκοι, γεωργιάδηδες και φορτσάκηδες! Και βεβαίως έχει νόημα μια συνεννόηση, όχι φυσικά η συναίνεση σε αποτυχημένες πολιτικές, όταν είναι καταφανές το αδιέξοδο. Όταν το παραδέχονται όλοι, και κυρίως η κυβέρνηση, ανοιχτά. Και, πρωτίστως αυτό, όταν όλοι είναι έτοιμοι να αναλάβουν τις ευθύνες τους, με πρώτη την κυβέρνηση. Εδώ όμως μας λέει η κυβέρνηση ότι πέτυχε και ότι οδηγεί τη χώρα με ασφάλεια στην έξοδο από την κρίση. Ότι απελευθερώνει τη χώρα από την τρόικα και τα μνημόνια. Ότι έχει την εμπιστοσύνη και την αναγνώριση των δανειστών! Άρα τι νόημα έχει οποιαδήποτε κουβέντα για συναίνεση της αντιπολίτευσης; Δεν μπορεί να συμβαίνουν και τα δύο: Και η κυβέρνηση να πέτυχε, αλλά και να έχει την ανάγκη της αντιπολίτευσης για συναίνεση, τώρα που η πολιτική της υποτίθεται ότι δικαιώνεται. Ή η κυβέρνηση πέτυχε, άρα ας σταματήσει η κοροϊδία με την καραμέλα περί συναίνεσης, ή δεν πέτυχε και γι’ αυτό έχει ανάγκη από τη στήριξη της αντιπολίτευσης, άρα ας το παραδεχθεί και ας αποχωρήσει από τη σκηνή. Είτε για εκλογές, είτε για τη συγκρότηση μιας άλλης κυβέρνησης συνεργασίας με άλλα πρόσωπα – το πρώτο είναι το ενδεδειγμένο βέβαια για να μην ξαναζήσουμε νόθες καταστάσεις σαν εκείνη με τον Παπαδήμο.

Τι σου είναι η ζωή. Στις πιο αναπάντεχες στιγμές κρύβει εκπλήξεις και σκαρώνει κάτι πλάκες απίστευτες. Να, τώρα τελευταία με τον Καρατζαφέρη, που όπως δείχνουν οι έρευνες των αρχών είναι κάτι σαν τον «Τσοχατζόπουλο της δεξιάς». Εκεί, ας πούμε που μιλούσε ο εκπρόσωπος της κυβέρνησης στην πρόσφατη συζήτηση στη Βουλή, επί της πρότασης για ψήφο εμπιστοσύνης, Μάκης Βορίδης, για «καλούς Έλληνες», να ‘σου ο πρώην αρχηγός του και εκείνο το διάστημα πρόθυμος να συμπαρασταθεί στην κυβέρνηση για να αποτρέψει την έλευση του «κακού Τσίπρα», Γιώργος Καρατζαφέρης να ερευνάται για μίζες εκατομμυρίων. Και μάλιστα, χωρίς καν να ήταν υπουργός ή κυβερνητικό στέλεχος – φανταστείτε να είχε και τέτοιο πόστο! Εκεί που πήγαινε να στηθεί ένα μέτωπο των «υγιών δυνάμεων του έθνους» λοιπόν, προκειμένου να μην μας κυβερνήσει η καταστροφική Αριστερά, φανερώνεται ότι ένας από αυτούς του «μεγάλους πατριώτες», τα έπιανε κανονικά και τα έβαζε σε offshore εταιρίες! Κατά τα άλλα βέβαια αυτός είναι «καλός Έλληνας», όχι σαν κάτι άλλους… παλιοχαρακτήρες, που ασπάζονται την Αριστερά. Τώρα όλοι κάνουν πως δεν ξέρουν τον Καρατζαφέρη. Ειδικά οι άλλοι «καλοί Έλληνες». Περιμένετε και να δείτε τι πούλημα έχει να πέσει. Θα γίνει του «δεν σε ξέρω, δεν με ξέρεις, υποφέρω και υποφέρεις». Ο Καρατζαφέρης ήταν το αγαπημένο παιδί του συστήματος. Ναι, του συστήματος εναντίον του οποίου υποτίθεται πολεμούσε, αυτός ο «καλός», ο «άγιος», μη σας πω, Έλληνας. Ο άνθρωπος που βρέθηκε με τηλεοπτικό κανάλι πανελλαδικής εμβέλειας σε ανύποπτη στιγμή. Ένας trash πολιτικός ακροδεξιάς γελοιότητας, που έφτασε μέχρι και να καθορίζει τα πολιτικά πράγματα της χώρας. Ήταν άλλωστε ο Καρατζαφέρης ο άνθρωπος που έσυρε το κάρο του Παπαδήμου. Όταν υπήρχαν κάποιες αμφιβολίες ήταν εκείνος που στήριξε σθεναρά την πρόταση να αναλάβει ο «σοβαρός τεχνοκράτης» Παπαδήμος τη διακυβέρνηση της χώρας. Και με μεγάλη γαλαντομία του διέθεσε και δύο τρία κορυφαία στελέχη του ΛΑΟΣ για να δέσει το κυβερνητικό γλυκό.  Ο Καρατζαφέρης της κωλοτούμπας, που από αντιμνημονιακός το 2010 έγινε θιασώτης και υποστηρικτής της τρόικας σε μια κρίσιμη καμπή τον Νοέμβριο του 2011. Ο Καρατζαφέρης του Σαμαρά βεβαίως. Ο άνθρωπος που κήρυξε προ λίγου καιρού ανένδοτο κατά του Τσίπρα και δήλωσε διαθέσιμος για συστράτευση όλων των «καλών» δυνάμεων του Έθνους. «Δεν θέλω να παραδοθεί η Ελλάδα στον Τσίπρα» δήλωνε! Ενώ, στους καλούς Έλληνες, έστω και μιζαδόρους, γιατί όχι; Αλλά όπως έγραφε και ο Ζάρκο Πετάν, όσο περισσότερο φωνάζουν για την Πατρίδα, τόσο πιο ακριβά ετοιμάζονται να την πουλήσουν… Και τα μεγαλύτερα ξεπουλήματα της χώρας τα έκαναν κάτι «καλοί» - και δεξιοί – Έλληνες, σαν τον Καρατζαφέρη, για να μην θυμίσουμε τη χούντα των συνταγματαρχών, της οποίας θαυμαστής είναι ο πρόεδρος του ΛΑΟΣ, και πώς μας έκατσε στο σβέρκο… Αφήστε και το άλλο: Ο Καρατζαφέρης τα έπαιρνε μόνο για τα εξοπλιστικά ή είχε την κακή συνήθεια να βάζει ταρίφα και σε άλλες, κρίσιμες, κινήσεις του;

Στην πενταετή ιστορία της τρόικας και του μνημονίου στη χώρα μας είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις πλέον εάν προκλητικότερη είναι η ίδια η βαρβαρότητα που επιβλήθηκε, ή η κοροϊδία που τη συνόδευσε. Προφανώς το δεύτερο υπάρχει για να συνοδεύει το πρώτο, που είναι ο βασικός στόχος της όλης ιστορίας. Όμως βαθμιαία και όσο οι άνθρωποι προσπαθούν να προσαρμοστούν στα νέα πιο δύσκολα δεδομένα και να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα που προκαλεί το μνημονιακό χειρουργείο στην ελληνική οικονομία και κοινωνία, το δεύτερο γίνεται όλο και πιο ενοχλητικό. Γιατί στην οικονομική δυσκολία, στη μείωση του βιοτικού επιπέδου και στα καθημερινά πολλαπλά εμπόδια μπορεί κανείς να προσαρμοστεί ή εν πάση περιπτώσει να τα διαχειριστεί, αφού, εκτός των άλλων, είναι χειροπιαστά, βρίσκονται εκεί μπροστά του και αναμετράται με αυτά έτσι κι αλλιώς. Αλλά την κοροϊδία, τα ψέματα, τις υποκριτικές θεωρίες, τις υποσχέσεις χωρίς αντίκρισμα, τις μεγαλοστομίες που καταντούν προσβολή, την ισοπέδωση της αξιοπρέπειας, πώς να τις αντιμετωπίσει κανείς; Όταν οι άλλοι στέκονται σε ένα μικρόφωνο και εκφωνούν εσκεμμένα τις πιο μεγάλες αρλούμπες, τι μπορεί να κάνει κάποιος; Όταν, ανάμεσα σε όλα τα άλλα, τα πραγματικά προβλήματα, είσαι υποχρεωμένος να ακούς μπαρούφες στολισμένες ως «ελπίδα», αλλά και να δέχεσαι την κινδυνολογία και τις απειλές ως επίδειξη δήθεν «υπευθυνότητας» και «σοβαρότητας», ε, τότε πάει πολύ. Ενώ δηλαδή απέτυχε η μνημονιακή συνταγή, να εξακολουθούν να την εμφανίζουν ως λύση. Ας πάρουμε μόνο ένα παράδειγμα, αυτό το παραμύθι με τη δήθεν επιστροφή της χώρας στις αγορές, που συζητείται τώρα ευρέως: Το 2010 ο τότε υπουργός Οικονομικών Παπακωνσταντίνου διαβεβαίωνε ότι από το 2011 ή έστω το 2012 η χώρα θα έβγαινε στις αγορές! Με την υπόσχεση – κοροϊδία αυτή έγιναν τα μύρια όσα εκείνη την περίοδο. Το 2012, μετά τις εκλογές μας υποσχέθηκαν ότι αν είμαστε "καλά παιδιά" θα τελειώσει γρήγορα η μνημονιακή περιπέτεια. Τρία χρόνια μετά, αυτό ακούγεται ως κρύο ανέκδοτο. Την άνοιξη του 2014 και ενόψει των ευρωεκλογών, στήθηκε ένα προκλητικό θέατρο, με την χώρα όντως να βγαίνει στις αγορές για ένα πολύ περιορισμένο ποσό και με συγκεκριμένους όρους. Υποτίθεται ότι ήταν η πρόβα τζενεράλε για την οριστική έξοδο στις αγορές και την αποκατάσταση της ομαλής δανειοδότησης πλέον, μακριά από κηδεμονίες και εκχώρηση της εθνικής κυριαρχίας. Απεδείχθη ότι το σκηνικό ήταν απλά κόλπο για να περιοριστεί η κυβερνητική ήττα στις ευρωεκλογές. Πέντε χρόνια μετά την έλευση της τρόικας και του μνημονίου η χώρα δεν μπορεί να βγει στις αγορές, να είναι δηλαδή μια κανονική χώρα. Γι’ αυτό χρειάζεται «προληπτική γραμμή στήριξης» ή «memorandum» όπως το λένε τώρα το νέο μνημόνιο. Δηλαδή «πατερίτσες», που τις πληρώνουμε και πάλι πολύ ακριβά. Αυτό λοιπόν το λένε Αποτυχία. Και η αλήθεια είναι ότι απέτυχε ΚΑΙ το πρόγραμμα, απέτυχαν ΚΑΙ όσοι κλήθηκαν να το εφαρμόσουν. Εκτός κι αν ισχύει αυτό που ήδη έγραφα από το 2011: ότι δηλαδή η αρχιτεκτονική του μνημονιακού προγράμματος ήταν ακριβώς για να αποτύχει, ή αλλιώς η επιτυχία του ήταν η αποτυχία του. Ότι ο σκοπός των μνημονίων δεν ήταν ποτέ να κάνουν τη χώρα να ορθοποδήσει ή να… «σωθεί», όπως μας έλεγαν οι θιασώτες τους, αλλά να τη βυθίσουν σε μια βαθιά εξάρτηση από τους δανειστές, να την καταστήσουν ένα διαρκές πειραματόζωο των Γερμανών, όπου θα εφαρμοστούν άγριες νεοφιλελεύθερες συνταγές και το μοντέλο της πλήρους υποταγής της πολιτικής και της δημοκρατίας στις δυνάμεις των αγορών.   Υπό αυτή την έννοια, ναι, τα μνημόνια πέτυχαν. Γι’ αυτό και μας χρειάζεται άλλο ένα, προφανώς για να… ισιώσουμε ακόμα περισσότερο. Φυσικά – και δεν το συζητώ – πάντα για να… σωθούμε…

Το 2011 οι δανειστές και οι… πανάξιοι εκπρόσωποί τους – δηλαδή κάτι ρεντίκολα αξιωματούχοι της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που μετέτρεψαν το θεσμικό τους ρόλο σε υπαλληλίκι των αγορών – ζήτησαν από τον Αντώνη Σαμαρά, δηλαδή την τότε αξιωματική αντιπολίτευση, να αλλάξει στάση και να δεσμευτεί γραπτώς ότι θα υλοποιήσει τα συμφωνηθέντα με την κυβέρνηση Παπανδρέου. Ο Σαμαράς αποδέχθηκε την πίεση, παρείχε τις δεσμεύσεις, συναίνεσε στη δημιουργία μιας κυβέρνησης – καρικατούρας, υπό τον Λουκά Παπαδήμο, που όμως στάθηκε ικανή να επιβάλλει τη μνημονιακή συνταγή ακόμη πιο σκληρά. Ο Σαμαράς εξήγησε αργότερα την πρότερη στάση του με τη φράση «ουδείς αναμάρτητος», που είπε μπροστά στην Μέρκελ, ως ένδειξη πλήρους και ειλικρινούς μεταμέλειας. Παραδέχθηκε δηλαδή ότι έκανε σφάλμα με τα όσα έλεγε κατά του μνημονίου και τις υποσχέσεις τους στα Ζάππεια. Η υπογραφή Σαμαρά έδωσε τη δυνατότητα στους δανειστές να συνεχίσουν απρόσκοπτα την πολιτική τους: Παρείχαν όσα είχαν δεσμευτεί να παράσχουν προς την Ελλάδα, δηλαδή νέα δάνεια και πήραν όσα ήθελαν να πάρουν, δηλαδή τη διασφάλιση των συμφερόντων τους και την επιβολή αδυσώπητων πολιτικών, που βύθισαν τη χώρα ακόμη περισσότερο στην κοινωνική καταστροφή και της «χάρισαν» μια τριετία ύφεσης – τέλος πάντων με τα γνωστά αποτελέσματα που βιώνει η χώρα. Χωρίς την υπογραφή Σαμαρά δεν θα μπορούσε να γίνει όλο αυτό το… «κατόρθωμα». Εάν δεν συναινούσε ο Σαμαράς, τότε η κυβέρνηση Παπαδήμου δεν θα υπήρχε και πιθανότατα ο Παπανδρέου θα προτιμούσε να οδηγήσει τη χώρα σε εκλογές – η απόπειρα για δημοψήφισμα ήταν ενδεικτική ότι είχε φτάσει στα όριά του με τις πιέσεις των δανειστών. Το 2011 λοιπόν είχαμε την γραπτή δέσμευση της αξιωματικής αντιπολίτευσης και την υπογραφή του Σαμαρά. Το 2014 δεν μπορεί να υπάρξει κάτι ανάλογο: Ο Τσίπρας δεν πρόκειται παράσχει τέτοιου είδους δεσμεύσεις προς τους δανειστές. Ίσως τελικά να μην τους «κάνει τα μούτρα κρέας», αλλά σίγουρα δεν σκοπεύει να παραδοθεί και χωρίς μάχη. Γι’ αυτό και οι δανειστές έχουν πιθανόν το εξής δίλημμα: ή θα κάνουν συμφωνία με τη σημερινή κυβέρνηση, αλλά αύριο θα αναγκαστούν να συζητούν εκ νέου για τη συμφωνία αυτή ή θα περιμένουν να λυθεί το πολιτικό πρόβλημα στην Ελλάδα για να προχωρήσουν σε σοβαρές συζητήσεις. Και επειδή το πρόβλημα δεν λύνεται πλέον με «Παπαδήμους» - ευτυχώς – τότε απομένει μόνο ένας δρόμος, οι κάλπες! Ίσως πάλι οι δανειστές να μην έχουν καν το δίλημμα αυτό, αλλά να τους απασχολεί μόνο η υπογραφή της κυβέρνησης αυτή τη φορά. Και να περιμένουν τον Τσίπρα αργότερα, στη γωνία μετά τις εκλογές, όποτε αυτές γίνουν. Με τη ελπίδα ότι μέχρι τότε θα έχει γίνει πιο διαλλακτικός ή, ίσως και να μην κερδίσει αυτός τις εκλογές.   Το ερώτημα, ανεξάρτητα από τα διλήμματα των δανειστών, είναι εάν έχει το δικαίωμα μια κυβέρνηση όπως η σημερινή, να κάνει τέτοιου είδους δεσμευτικές συμφωνίες. Και επειδή προφανώς δεν το έχει, ας παραδεχθεί ότι πρέπει να δώσει μόνη της την προφανή λύση. Δεν είναι ντροπή…

Ειναι μια νεαρή ειδικευόμενη δερματολόγος, που ψάχνει τροπο να παραμείνει στην μεγαλούπολη του εξωτερικού, όπου βρέθηκε τα τελευταία χρόνια, ώστε να μην αναγκαστεί να επιστρέψει στην Ελλαδα. Ειναι ένας 35χρονος κλινικός ψυχολόγος που έκανε την οριστική επιλογη του και αποφάσισε να κάνει καριέρα στην ίδια πόλη. Κοντά τους ένας πολιτικός μηχανικός, με όνειρα, σχέδια και ικανότητες, μαζί τους και ένας μηχανολόγος. Και ακόμη ένας, κι άλλος, κι άλλος, κι άλλος. Όλοι αυτοί και πολλοι άλλοι, ικανοί, φιλόδοξοι και εργατικοί, συμπεριλαμβάνονται στη μακρά λιστα των νέων ανθρώπων που έφυγαν απο τη χώρα τα τελευταία χρόνια για να βρουν μια καλή τύχη στο εξωτερικό. Πολλοι τη βρήκαν, άλλοι το προσπαθούν με πιθανότητες και κάποιοι μπορεί να δυσκολεύονται κάπως παραπάνω. Κανείς τους όμως δεν το βάζει κάτω και κυρίως ούτε ένας δεν σκέφτεται να γυρίσει πίσω. Αυτο είδα και διαπίστωσα μιλώντας με φίλους που βρήκα στο Βερολινο τις τελευταίες ημέρες. Κανείς, μα κανείς απο τους δικούς μας που αποφάσισαν να δοκιμάσουν την τύχη τους μακριά απο την πατρίδα δεν μετάνιωσε. Ακομα κι οταν τα πράγματα και οι συνθήκες δεν ειναι οι καλύτερες. Ακόμη κι οταν η νοοτροπία, η συμπεριφορά και οι τρόποι που συναντούν, δεν έχουν τη μεσογειακή ζεστασιά, με την οποία μεγάλωσαν. Το καλύτερο κομματι της κοινωνιας μας έφυγε. Και μάλλον χάνεται, αν οχι οριστικά, τουλαχιστον για τα επόμενα πολλα χρόνια και δεκαετίες. Μια ολόκληρη γενιά λειψή, τραυματισμένη, χαμένη για τη χώρα. Κυρίως όμως αυτή η γενιά του νέου μεταναστευτικού κύματος αφήνει τη χώρα λειψή, τραυματισμένη και ορφανή απο τα καλύτερα παιδιά της. Μια γενιά απογοητευμένη απο τους πάντες και τα πάντα. Και κυρίως απο την πολιτική τάξη που χειρίστηκε μέχρι τώρα τα πράγματα. Πείτε λοιπον ο,τι θέλετε για... έξοδο απο την κρίση, για... επιτυχημένα stress test στις τράπεζες, για τέλος των μνημονίων. Πανηγυρίστε όσο τραβά η ψυχή σας με το δήθεν τέλος της τρόικας, την επερχόμενη, σχεδόν επελαύνουσα ανάπτυξη και την αποκατάσταση της... κανονικότητας, λέει, στη χώρα!!!! Η πληγή που προκάλεσε η κρίση και ο τρόπος με την οποία διαχειρίστηκαν οι πολιτικές δυνάμεις, που πίστεψαν και εφάρμοσαν τη συνταγή του μνημονίου και των περιβόητων "μεταρρυθμίσεων", ειναι βαθιά και δεν κλείνει με τίποτα. Όσα success story κι αν επικαλεστούν οι κυβερνώντες. Οι απώλειες απο αυτή την κρίση, οικονομική, πολιτική και κοινωνική, μετριούνται κυρίως με τους ανθρώπους που φεύγουν στο εξωτερικό - ολα τα αλλα μπορούν ως ενα βαθμό να αποκτηθούν ξανά. Αλλά σε αυτο το μέτωπο, το κυριότερο μέτωπο, μας βγάλανε ηττημένους οι, κατα τα αλλα, "σωτήρες" μας. Κι αυτή ειναι η πιο μεγάλη, η ασυγχώρητη αποτυχία τους...  

Η σάτιρα - η άγρια όμως και αδίστακτη σάτιρα για όσα συμβαίνουν στη χώρα - είναι ίσως το μοναδικό καταφύγιο αυτών των εποχών. Γιατί η σάτιρα επιτρέπει να λέγονται πράγματα, που δεν νοείται να λεχθούν με συμβατικά μέσα και τρόπους. Η σάτιρα, η πνευματώδης, εύστοχη και ευρηματική σάτιρα, αγαλλιάζει την ψυχή και ηρεμεί το μυαλό. Μπορεί και μιλά για λογαριασμό εκείνων που δεν μπορούν να φωνάξουν, να εκφράσουν όσα νιώθουν και πιστεύουν. Κι όμως μέσα από σατιρικές εκπομπές, που είναι κατά βάση βαθιά πολιτικές και κοινωνικές, λέγονται και ακούγονται – εν τέλει φωτίζονται και αναδεικνύονται - πράγματα που δεν θα ειπωθούν αλλού. Όταν οι πιο πολλοί πνίγονται από αυτά που βλέπουν και ακούνε – από τα success story έως τα φληναφήματα περί πολιτικής σταθερότητας την ώρα που η κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα έχει γίνει απέραντη κινούμενη άμμος για τους αδύναμους  - και κυρίως ζουν στις εφιαλτικές συνθήκες που έφτιαξαν τα μνημόνια, οι τρόικες και τα νεοφιλελεύθερα ιδεολογήματα στη χώρα, έχουν ανάγκη από λίγο «καθαρό αέρα». Δηλαδή να ακουστούν επιτέλους οι κραυγές τους, να νιώσουν ότι κάποιοι αφουγκράζονται τη χειμαζόμενη και εξαπατημένη κοινωνία. Η σάτιρα λοιπόν μπορεί συχνά ή μάλλον όλο και πιο πυκνά, να είναι αποτελεσματικότερη κι από τις πολιτικές φωνές. Και δεν έχει σημασία αν κάποιοι την ερμηνεύουν ή τη χαρακτηρίζουν ως στρατευμένη. Ειδικά σε περιόδους κρίσης η τέχνη και ειδικά η σάτιρα περισσότερο από κάθε άλλη έκφανσή της, ήταν ασφαλώς πολιτικοποιημένη και στρατευμένη στους κοινωνικούς αγώνες. Μέσα από αυτό το πρίσμα χάρηκα τις τελευταίες εκπομπές και συνεντεύξεις  του Λάκη Λαζόπουλου, με αυτές τις σκέψεις απόλαυσα τις ατάκες του Τζίμη Πανούση. Ακόμα κι όταν δεν συμφωνούσα ολοκληρωτικά με την άποψή τους. Και μόνο που ο Λαζόπουλος εντόπισε με μοναδική ευστοχία την ταύτιση των  απόψεων του «δεξιού» Άδωνι Γεωργιάδη και του «κεντροαριστερού» Σταύρου Θεοδωράκη για το πόσο άσχημο και… εγκληματικό είναι να αποκατασταθούν κάπως οι μισθοί των εργαζομένων – επειδή θα πάνε να ψωνίσουν εισαγόμενα τρόφιμα ή θα αγοράσουν βενζίνη, που επίσης μας έρχεται εισαγόμενη!!! – φάνηκε το δούλεμα που μας κάνουν όλοι οι φανεροί και κρυφοί θιασώτες των μνημονιακών πολιτικών και της τρόικας. Όσο για τον Τζίμη Πανούση, επιτέλους κάποιος μίλησε για τον Σταύρο Θοεδωράκη, χωρίς βαμβάκι στο στόμα – κάτι που έκανε βέβαια και ο Λαζόπουλος. Αλλά ο Τζίμης είχε να αποκαλύψει ότι ο νεόκοπος σωτήρας της χώρας, τον είχε λογοκρίνει ως δημοσιογράφος χρόνια πριν, για χάρη ισχυρών εκδοτών, για τους οποίους εργάστηκε επί χρόνια. «Ο Σταύρος δεν πάει ούτε στο περίπτερο τζάμπα» ήταν η ατάκα της χρονιάς, ενώ η αντιμετώπιση που επιφύλαξε στο ΚΚΕ, το οποίο θεωρεί κατεξοχήν συστημικό κόμμα, ήταν το καλύτερο «σχόλιο» στο χειροκρότημα που έριξαν οι βουλευτές της ΝΔ στην Αλέκα Παπαρήγα, όταν αυτή επιτίθονταν στον ΣΥΡΙΖΑ από βήματος της Βουλής προ ημερών. Παρεμπιπτόντως ωραίο ήταν – και το εννοώ - και το άλλο του Τζίμη, ότι… «οι Φραγκολεβαντίνοι θα φοβηθούνε από την «κοφτερή ανατολή», στα αγγλικά «sharp east» δηλαδή «Σαρπιστ», που αν το διαβάσεις ανάποδα είναι "Τσίπρας"»!!! Είπαμε η σάτιρα οφείλει να είναι αδίστακτη – ειδικά με το «ψάξιμο» που κάνει ο Τσίπρας για συμβιβαστικές φόρμουλες με τους δανειστές. Όπως και να έχει, Λάκης Λαζόπουλος και Τζίμης Πανούσης δίνουν νόημα στην σάτιρα ως τέχνη που άκμασε, με τον τρόπο που άκμασε, στην αρχαία Ελλάδα… Και μόνο οι… ενοχλήσεις που προκαλούν σε πολλούς της εξουσίας, επιβεβαιώνει την αξία τους.

Η τελευταία ιστορία «εσωκυβερνητικής έντασης», όπως λέγεται κομψά ο κακός χαμός εξαιτίας των προσβλητικών συμπεριφορών που επιδεικνύουν για κυβερνήσεις συνεργασίας οι νεοφιλελεύθεροι ταλιμπάν της δεξιάς, με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, την προωθούμενη νέα μείωση των μισθών στο δημόσιο και την αντίδραση του ΠΑΣΟΚ είναι απολύτως ενδεικτική για το τι συμβαίνει στη χώρα και πώς φτάσαμε στην κοινωνική καταστροφή και το οικονομικό αδιέξοδο. Θέμα πρώτο λοιπόν: Το μόνο που τους ενδιαφέρει - και τους ενδιέφερε δηλαδή από την αρχή της κρίσης - ήταν πώς θα επιβάλλουν τη λιτότητα, θα μεγαλώσουν τη μιζέρια, θα κάνουν τη μεσαία τάξη και τους εργαζόμενους να πληρώσουν το μάρμαρο, θα δημιουργήσουν «κοινωνικούς αυτοματισμούς», βάζοντας τη μια κοινωνική ομάδα απέναντι στην άλλη. Ο Μητσοτάκης κλείνει το μάτι σε όσους έχουν ήδη υποστεί βαριά χτυπήματα από την κρίση και τους λέει «οι δημόσιοι περνάνε πιο καλά από σας και σε βάρος σας, εγώ θα τους κάνω να πληρώσουν». Θέμα δεύτερο: Τις αλλαγές στο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων δεν τις απαίτησε η τρόικα, αλλά τις έθεσε ο Μητσοτάκης στο τραπέζι. Δεν ήταν κάποιο προαπαιτούμενο των δανειστών – σιγά που περιμένουν να κοπεί ένα κατοστάρικο από τους νεοεισερχόμενους στο δημόσιο για να εξασφαλίσουν τα λεφτά τους. Όχι, είναι εφευρήματα, ιδεολογικές και πολιτικές εμμονές των ακραίων νεοφιλελεύθερων της ΝΔ – ενίοτε και του πάλαι ποτέ εκσυγχρονιστικού ΠΑΣΟΚ, όπως αποδεικνύουν οι Στουρνάρας και Χαρδούβελης. Και δεν είναι το μόνο παράδειγμα αυτό το τελευταίο με τον Μητσοτάκη. Πολλά από τα νομοσχέδια και τις ρυθμίσεις της μνημονιακής εποχής δεν προέκυψαν από απαίτηση της τρόικας, αλλά από τις πιέσεις και τις επιδιώξεις της εσωτερικής ελίτ – κορυφαίο παράδειγμα η φορολογική πολιτική, που έχει εξοργίσει ως και τη Λαγκάρντ και κάθε σοβαρό ξένο τεχνοκράτη. Λέει για παράδειγμα ο Μητσοτάκης «το κάνουμε γιατί είναι χρήσιμη μεταρρύθμιση, όχι γιατί είναι απαίτηση της τρόικας». Εννοεί: «μιας και έχουμε τον παπά (δηλαδή την τρόικα ως μπαμπούλα), γιατί να μην θάψουμε πέντε έξι;». Στην πραγματικότητα όλη αυτή η κατάσταση που έχει επιβληθεί είναι ευκαιρία για μερικούς να προωθήσουν νεοφιλελεύθερα απωθημένα δεκαετιών. Θέμα τρίτο και τελευταίο: Ο Μητσοτάκης και κάθε Μητσοτάκης αυτής της κυβέρνησης είναι υπουργός ΚΑΙ του ΠΑΣΟΚ και εξαιτίας του ΠΑΣΟΚ. Το ΠΑΣΟΚ λοιπόν διαμαρτύρεται για όσα κάνει ο Μητσοτάκης, αλλά προ ημερών του έδωσε μια ψήφο εμπιστοσύνης να γλύφεις και τα δάκτυλά σου. Δεν είδα στα δυόμισι χρόνια της συνεργασίας του με τη ΝΔ να θέτει βέτο για την παρουσία κάποιου υπουργού και να ζητά την αποπομπή του – εδώ ούτε για τον Μπαλτάκο δεν είχε θέσει θέμα θα μου πείτε. Γιατί λοιπόν ενοχλείται όταν του λένε ότι ταυτίζεται με τη δεξιά; Επειδή μέσα μέσα φωνάζει για κάτι ακρότητες σαν του Μητσοτάκη; Όταν έρχεται λοιπόν ο λογαριασμός (των δημοσκοπήσεων και των εκλογών) ας μην παραπονιέται. Συμπέρασμα: Κι αν φύγει η τρόικα, όταν η κυβέρνηση δεσμεύεται να συνεχίσει τις ίδιες πολιτικές (αυτά που πιστεύει δηλαδή ο Μητσοτάκη) τι ακριβώς θα αλλάξει; Άρα δεν φτάνει η φύγει είναι η τρόικα γιατί στο εσωτερικό πολιτικό προσωπικό υπάρχουν και χειρότεροι από δαύτην…

Προσβλήθηκαν λέει εκεί στην κυβέρνηση από τους υπαινιγμούς και τις καταγγελίες για χρηματισμό βουλευτών ώστε για να γίνει εφικτή η εκλογή Προέδρου Δημοκρατίας τον Φεβρουάριο και να μην πέσει η κυβέρνηση.

Είναι καλό να βάζουμε σε μια λογική σειρά στα πράγματα και να βγάζουμε τα σωστά συμπεράσματα. Το μεγάλο θέμα για την πολιτική κατάσταση στη χώρα είναι ασφαλώς η προεδρική εκλογή. Γύρω από αυτή τη διαδικασία, που πρέπει να γίνει μέχρι τον Φεβρουάριο του 2015, περιστρέφονται τα πάντα. Και φυσικά φουντώνει η εκλογολογία και προκύπτουν όλα τα συναφή: Πολιτική αστάθεια λέει η κυβέρνηση, ευκαιρία να ανατραπεί η κυβέρνηση λέει η αντιπολίτευση και πάει λέγοντας. Έχουμε και λέμε λοιπόν: Ο Σαμαράς βγήκε από τον Αύγουστο κιόλας και είπε ότι διαθέτει τους 180 βουλευτές για να εκλέξει πρόεδρο κανονικά και να αποφύγει τις εθνικές εκλογές. Βγαίνει ο Τσίπρας και όχι μόνο αμφισβητεί ότι ο Σαμαράς έχει τους 180, αλλά τον προκαλεί, εάν τους έχει, να επισπεύσει τη διαδικασία και να εκλέξει πρόεδρο της Δημοκρατίας από το φθινόπωρο ώστε να μην σέρνεται η ιστορία. Καπάκι βγαίνει και ο Κώστας Καραμανλής και τάσσεται υπέρ της επίσπευσης της διαδικασίας, ώστε να μην παραλύσουν τα πάντα στη χώρα και επικρατήσει η λογική μιας μακρόσυρτης προεκλογικής περιόδου. Σημειωτέον ότι το Σύνταγμα δεν βάζει κανένα εμπόδιο στην επίσπευση της προεδρικής εκλογής. Προφανώς δίνει τη δυνατότητα αυτή, αρκεί να αφορά σε έναν «εύλογο χρόνο», δηλαδή λίγους μήνες νωρίτερα, όχι χρόνια! Εφόσον δηλαδή υπάρχει συμφωνία κυβέρνησης και αντιπολίτευσης θα μπορούσε όντως να επισπευστεί η διαδικασία και να μην φωνάξει κανένας. Έτσι το πολιτικό τοπίο θα ξεκαθάριζε, η κυβέρνηση θα είχε ξεπεράσει έναν ακόμη κάβο και θα είχε όλη την ευχέρεια να αφοσιωθεί απερίσπαστη στο έργο της - ωχ. Ουσιαστικά δηλαδή ο Τσίπρας διευκόλυνε τον Σαμαρά να ξεμπερδεύει και να απαλλαγεί από το άγχος της διαδικασίας για την προεδρική εκλογή, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι η κυβέρνηση θα είχε όντως τους 180. Όμως ο Σαμαράς δεν σήκωσε το γάντι που του πέταξε ο Τσίπρας. Και ο λόγος είναι απλός: Δεν έχει τους 180! Εάν τους είχε μπορούσε, χωρίς θεσμικό ή πολιτικό πρόβλημα να επιβάλλει την κυριαρχία του στο πολιτικό σκηνικό εκλέγοντας πρόεδρο. Επειδή όμως δεν τους έχει προσπαθεί απλά να κερδίσει χρόνο και να εξαντλήσει και το παραμικρό περιθώριο παραμονής του στην εξουσία. Ελπίζοντας ίσως ότι ένα θαύμα μπορεί να τον πάει ακόμα παραπέρα. Έτσι λοιπόν έχουν τα πράγματα: Κάνει κινήσεις που θυμίζουν ψάρι που σπαρταράει, επειδή ακριβώς δεν μπορεί να γλιτώσει από τα δίχτυα της αδυναμίας να συγκεντρώσει 180 βουλευτές για την προεδρική εκλογή. Και επειδή δεν τους έχει τώρα είναι απίθανο, αν όχι αδύνατο να τους έχει σε τρεις μήνες!!!

Ημέρες... "Γιώργου Παπανδρέου" θα ζήσει κατά κάποιο τρόπο την επόμενη εβδομάδα η Βουλή, αποδεικνύοντας ότι η ιστορία έχει κέφια, όταν αποφασίσει να αρχίσει τις επαναλήψεις, είτε ως τραγωδία, είτε ως φάρσα! Ο μοιραίος πρώην πρωθυπουργός είχε ζητήσει και, ω του θαύματος θα έλεγε κανείς ανυποψίαστος, έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή τον Νοέμβριο του 2011, ακριβώς πριν εκδιωχθεί κακήν κακώς από την πρωθυπουργία. Η ψήφος που έλαβε από ένα σώμα, που βρισκόταν σε πλήρη πολιτική παράκρουση, ουσιαστικά δεν σημαίνει τίποτα. Ή, για την ακρίβεια, ήταν το σουρεαλιστικό αντάλλαγμα προκειμένου να μην αποχωρήσει εντελώς ταπεινωμένος - προφανώς προτιμούσε τη γελοιότητα από την κυνική περιφρόνηση. Στη παρούσα φάση δεν μιλάμε για πιστή επανάληψη του τότε σκηνικού, είναι όμως εμφανές ότι θυμίζει κατά πολύ εκείνη την ιλαροτραγωδία: μια κυβέρνηση σε πλήρη απομόνωση και σφοδρή αποδοκιμασία από την κοινωνία, με τα σημάδια της αποσύνθεσης σε κάθε κίνησή της, προσπαθεί να γαντζωθεί και να κερδίσει χρόνο, από μια παραπαίουσα πλειοψηφία, που απαρτίζεται από ζαλισμένους πολιτικά και με ελάχιστα περιθώρια επιλογών, βουλευτές. Όπως και το 2011, έτσι και τώρα μια τέτοια πλειοψηφία, δεν σημαίνει απολύτως τίποτα ουσιαστικό. Πιθανόν, εφόσον πάνε καλά τα πράγματα για την κυβέρνηση, να υπάρξει μια πρόσκαιρη εκτόνωση σε ένα πολιτικό και κοινοβουλευτικό καζάνι που βράζει εδώ και καιρό. Ίσως της εξασφαλίσει πέραν πάσης αμφιβολίας, το επόμενο τετράμηνο στην εξουσία  - έως την προεδρική εκλογή δηλαδή. Αλλά σε καμιά περίπτωση μια ψήφος εμπιστοσύνης από τη σημερινή βουλή δεν την αναβαπτίζει στην κοινωνία, δεν της επιστρέφει τη χαμένη εμπιστοσύνη των πολιτών. Είναι απλά μια αναγκαία πολιτική διευθέτηση των μεγάλων εσωτερικών προβλημάτων της, ώστε να αντέξει μέχρι την προεδρική εκλογή. Άλλωστε την εκλογολογία δεν την τροφοδότησε κανένας άλλος, παρά μόνο η ίδια με πολλές περίεργες κινήσεις. Ο ΣΥΡΙΖΑ ζητούσε εκλογές από την άνοιξη του 2013, αλλά ουδέποτε μέχρι τώρα η κυβέρνηση έσπευσε στη βουλή να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης ως απάντηση στην πίεση αυτή. Τώρα το κάνει γιατί ακριβώς είναι σε δύσκολη θέση και πιθανόν σε αξιέξοδο: πώς αλλιώς θα εγκλωβίσει τους βουλευτές της ώστε να μην μπορούν το επόμενο δίμηνο να αρνηθούν θετική ψήφο σε επώδυνα νομοσχέδια και μέτρα, που έρχονται στο πλαίσιο των μνημονιακών δεσμεύσεων; Εκτός κι αν ισχύει κάτι άλλο, που δεν το θεωρώ καθόλου πιθανό, αλλά το σημειώνω. Κάτι εντελώς σατανικό, αλλά εξίσου γελοίο και αδιέξοδο για την κυβέρνηση: να ζητήσει δηλαδή ο Σαμαράς ψήφο εμπιστοσύνης για να συγκρουστεί σε αυτή τη φάση με την τρόικα και να στήσει έτσι ενα σκηνικό, που θα τον βοηθήσει να πάει σε εκλογές εμφανιζόμενος ως... αντιτροϊκανός και υποσχόμενος... μονομερή έξοδο από το μνημόνιο... Και έτσι, είτε να κερδίσει -απίθανο φυσικά, αλλά ας κάνουμε την υπόθεση -, είτε να χάσει με όρους που θα του επιτρέπουν - ή ετσι θα νομίζει - να διασωθεί μετεκλογικά και να ελέγξει το παιχνίδι στο κόμμα του. Θυμάστε ακόμα φυσικά πώς προσπαθούσε να ελέγξει τις εξελίξεις ο Παπανδρέου, ακόμη και την ώρα που έφευγε απο την πρωθυπουργία. Η ιστορία επαναλαμβάνεται ως τραγωδία ή ως φάρσα, μόνο που στην Ελλάδα έχει την σαδιστική ροπή να επαναλαμβάνεται και ως τραγωδία και ως φάρσα ταυτόχρονα... ΥΓ 1: το πρόβλημα με την ψήφο εμπιστοσύνης κάθε φορά, είναι ότι τη ζητά η κυβέρνηση απο μια Βουλή, η οποία δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι έχει την εμπιστοσύνη του εκλογικού σώματος! Άρα μηδέν απο μηδέν ίσον μηδέν! ΥΓ 2: Η ψήφος εμπιστοσύνης είναι σαν την απελπισμένη έκκληση του ή της συζύγου, όταν είναι σε απόλυτα δύσκολη θέση και ζητείται επειδή ακριβώς τα πράγματα είναι πραγματικά πολύ, μα πολύ, σκούρα: "μα, αγάπη μου δεν μου έχεις εμπιστοσύνη;"... Φυσικά και δεν σου έχει, μην το παιδεύεις... απλά δεν είναι εύκολο και να σε διώξει, όμως η σχέση ουσιαστικά τελείωσε και αργά ή γρήγορα θα υπάρξει και τυπικός χωρισμός...

Απόρρητο Απόρρητο