Εκλογές, λοιπόν! Εκλογές, οι οποίες -από πολλές απόψεις- μπορεί να αποδειχθούν λυτρωτικές για τους πολίτες και τον τόπο, αφού το νοσηρό κλίμα που είχε κατακλύσει την πολιτική ατμόσφαιρα δεν πήγαινε άλλο. Απειλούσε με ασφυξία την ίδια τη Δημοκρατία που έχει άμεση ανάγκη από νέο οξυγόνο το οποίο, ας ελπίσουμε, θα δώσει η λαϊκή ετυμηγορία, όποια κι αν είναι αυτή.    Για τη Βουλή, εξάλλου, που διαλύεται δεν νομίζω ότι θα βρεθούν πολλοί να κλάψουν. Ήταν, κατά γενική ομολογία, μακράν η χειρότερη κοινοβουλευτική σύνθεση των τελευταίων δεκαετιών. Μια Βουλή με πρωτόγνωρες μορφές κοινοβουλευτικών ανδρών και γυναικών που αναδείχθηκαν μέσα από τις διαδικασίες της βίαιης διάλυσης του παραδοσιακού πολιτικού συστήματος που προκάλεσε η πρώτη μνημονιακή διετία.    Δίπλα στους λίγους σοβαρούς και επιμελείς παλαιούς και νέους κοινοβουλευτικούς, βρήκε –με τη λαϊκή ψήφο, βεβαίως, βεβαίως!- έδρανο κάθε ακραίας καρυδιάς καρύδι. Σεσημασμένοι υπονομευτές του κοινοβουλευτισμού, που παραπονούνταν επειδή η Μερτσέντες που τους παραχώρησε η Βουλή έκαιγε πολλή βενζίνη. Κλασικοί συνωμοσιολόγοι. Παραδοσιακοί λαϊκιστές. Θρασύτατοι αμοραλιστές. Πολιτικοί γυρολόγοι. Κούφιοι θορυβοποιοί. Αδίστακτοι καιροσκόποι. Επαγγελματίες καβγατζήδες. Πρόσωπα χωρίς ηθικούς φραγμούς και δίχως κανένα σεβασμό σε αρχές και αξίες.    Το γεγονός και μόνον ότι σχεδόν ένας στους 10 –ή για την ακρίβεια 28 στους 300- εγκατέλειψαν στη διάρκεια μιας θητείας μόλις δυόμισι ετών την παράταξη με την οποία εξελέγησαν, χωρίς ούτε ένας να φιλοτιμηθεί να παραδώσει την έδρα του, είναι, νομίζω, χαρακτηριστικό δείγμα της γενικευμένης κατάπτωσης των πολιτικών ηθών την οποία βιώσαμε το διάστημα που παρήλθε από τις εκλογές του 2012.    Ένα από τα «δείγματα» αυτής της κατάπτωσης είναι η περίπτωση του απερχόμενου βουλευτή Πέτρου Τατσόπουλου, ο οποίος αφού ενσωματώθηκε σε ένα άλλο, νέο, κόμμα, το Ποτάμι, παρίστανε τον άσπιλο και αμόλυντο και διατεινόταν ότι τάχατες ακολουθεί τη γραμμή του κόμματος με το οποίο εξελέγη, του ΣΥΡΙΖΑ, τον οποίο καθύβριζε νυχθημερόν.    Με σχεδόν μηδενικό ουσιαστικό κοινοβουλευτικό έργο, αλλά με υψηλές επιδόσεις στους καβγάδες με συναδέλφους του, κυρίως μέσω του facebook, αλλά και μέσα από τις ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές συχνότητες, εμφανιζόταν ως τάχατες ανεξάρτητος, απολαμβάνοντας, όμως, όλα τα επιπλέον προνόμια του συγκεκριμένου status και ισχυριζόμενος ότι δεν ψηφίζει Πρόεδρο της Δημοκρατίας επειδή δεσμευόταν, δήθεν, από τη θέση του ΣΥΡΙΖΑ.    Ο άνθρωπος που πρώτος εισήγαγε, πριν από πολλούς μήνες, στο πολιτικό λεξιλόγιο τη λέξη «αργυρώνητος», δίνοντας τη σκυτάλη τους θιασώτες των θεωριών περί «κουμπαράδων», υποστήριζε πως ακολουθεί το πρώην κόμμα του για να μην του αποδοθεί κατηγορία περί «χρηματισμού», αλλά συνάμα υπέγραφε κείμενα για συναινετική προεδρική εκλογή, όπως πρότεινε το νέο του κόμμα.    Ο ισχυρισμός ότι τάχατες η υπογραφή του είχε την αίρεση της συμφωνίας και του ΣΥΡΙΖΑ είναι μόνον για αφελείς. Εάν ο ΣΥΡΙΖΑ ήθελε να συναινέσει στην παράταση της θητείας της Βουλής δεν θα το έκανε επειδή αυτό προτάθηκε από πολιτικά διαμετρήματα σαν τον κ. Τατσόπουλο, που απολύτως καιροσκοπικά επιχειρούσε να είναι… «και τον χωροφύλαξ και με τον αστυφύλαξ».    Το άρθρο 60 του Συντάγματος που ορίζει ότι «οι βουλευτές έχουν απεριόριστο το δικαίωμα της γνώμης και ψήφου κατά συνείδηση», μάλλον δεν το έχει υπόψη του ο εν λόγω Εθνοπατέρας. Ίσως γιατί η λέξη «συνείδηση» πρέπει να είναι άγνωστη για τον πάλαι ποτέ συγγραφέα που έχει καταλήξει σχολιαστής στα social media.    Γιατί, αν είχε συνείδηση και στοιχειώδη αυτοσεβασμό δεν θα κατέφευγε –μέσω facebook, φυσικά…- σε ένα απίστευτο λιβελογράφημα κατά του υποφαινόμενου, χρησιμοποιώντας μπουρδολογικές μυθοπλασίες που ουδόλως σχετιζόταν με το ρεπορτάζ στο «Θέμα της Κυριακής» που υποτίθεται ότι ήθελε να αποκρούσει και να στηλιτεύσει. Ήταν ένα ρεπορτάζ με εκτιμήσεις κοινοβουλευτικών για τα 12 πρόσωπα που θα μπορούσαν να ψηφίσουν τον Σταύρο Δήμα στην τρίτη ψηφοφορία για να μη προκηρυχθούν οι, προεξοφλημένες κατά το επίμαχο κείμενο, πρόωρες εκλογές. Δεν παρεξηγήθηκαν ο Βύρων Πολύδωρας, ο Μίμης Ανδρουλάκης και οι υπόλοιποι που αναφερόταν στο ίδιο ρεπορτάζ, αν και ήταν εξ εκείνων που από την αρχή είχαν ξεκάθαρη θέση και είχαν αποφύγει τις… «δηθενιές». «Παρεξηγήθηκε» ο ευφάνταστος κ. Τατσόπουλος, ο οποίος, -παλιά του κόσκινο, προφανώς- νόμισε ότι βρήκε ευκαιρία για να στήσει έναν ακόμη καβγά ώστε να γίνει θόρυβος γύρω από το όνομά του, υποστηρίζοντας –ήδη από το απόγευμα του Σαββάτου που η εφημερίδα δεν είχε κυκλοφορήσει καλά, καλά- πως το δημοσίευμα τον εμφάνιζε ότι την ώρα της ψηφοφορίας σκόπευε να πάει –άκουσον, άκουσον, διαστροφή!- για… κατούρημα! Ας μου επιτραπεί, λίγο πριν κλείσω, να επισημάνω κάτι “επί προσωπικού”. «Διακονώ» το κοινοβουλευτικό ρεπορτάζ τα τελευταία 29 χρόνια. Έχω γνωρίσει πολλούς πολιτικούς και αρκετούς πολιτικάντηδες. Δεν έχω αντιδικήσει ποτέ μέχρι σήμερα με κανέναν σε προσωπικό επίπεδο. Έχω καταγράψει, με μικρότερη ή μεγαλύτερη επιτυχία, γεγονότα και καταστάσεις. Έχω ασκήσει κριτική σε φαινόμενα και πρόσωπα. Και, φυσικά, έχω δεχθεί κριτική, κάποτε και διαμαρτυρίες. Αυτό που μου «έλαχε» με τον φαντασιόπληκτο κ. Τατσόπουλο, το ανοίκειο ύφος του και τα άθλια υπονοούμενά του, τα οποία επ΄ ουδενί αντιστοιχούν στο «επίμαχο» δημοσίευμα, δεν έχει το προηγούμενό του. Είναι, μάλλον, σημείο των καιρών. Και του «νέου» πολιτικού ύφους και ήθους που θέλει, υποτίθεται, να σαρώσει τον «παλαιοκομματισμό». (Να τον χαίρεται ο Σταύρος Θεοδωράκης!). «Αντίο», λοιπόν, στη Βουλή που διαλύθηκε. «Αντίο» στη Βουλή των Τατσόπουλων. Με την ελπίδα στην επόμενη να υπάρχουν λιγότεροι. Γιατί η Βουλή δεν είναι χώρος για καβγάδες και για να… μυρίζουν οι βουλευτές παλτά. Είναι χώρος πολιτικού διαλόγου και πολιτικής αντιπαράθεσης, διαδικασίες μέσα από τις οποίες προκύπτει η σύνθεση και λαμβάνονται οι αποφάσεις για τις ζωές όλων μας.

Το διπλό –και από την συμπολίτευση και την αντιπολίτευση- χειροκρότημα που, έστω και αν ήταν χλιαρό, συνόδευσε την ανακοίνωση του αποτελέσματος της πρώτης ψηφοφορίας για την προεδρική εκλογή, υπήρξε ένα ακόμη δείγμα της απόλυτης παράνοιας από την οποία διακατέχεται το πολιτικό προσωπικό της τρέχουσας κοινοβουλευτικής περιόδου.

Για όσους στοιχειωδώς παρακολουθούσαν τις δηλώσεις που έκανε το τελευταίο διάστημα ο Ευάγγελος Βενιζέλος, η εξέλιξη με την επίσπευση της προεδρικής εκλογής δεν αποτέλεσε «κεραυνό εν αιθρία». Και ας διέψευδε ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, όποιον τον ρωτούσε, δημόσια ή κατ΄ ιδίαν, αν είχε στο μυαλό του τη φυγή προς τις εκλογές όταν επανειλημμένως έλεγε ότι η όποια συμφωνία με τους πιστωτές θα τεθεί στην κρίση του ελληνικού λαού. Εξίσου σαφές ήταν για όσους είχαν γνώση των τεκταινομένων στο πρωθυπουργικό μέγαρο ότι «κάτι ετοίμαζε» ο Αντώνης Σαμαράς, όταν συχνά, τελευταία, έλεγε σε συνομιλητές του «περνάω τις χειρότερες μέρες της ζωής μου», χωρίς να κρύβει την κούραση που τον βάρυνε, ακόμη και όταν κατευόδωνε τους επισκέπτες του γραφείου του με το αισιόδοξο μήνυμα «εγώ θα το γυρίσω το παιχνίδι». Αυτές οι δύο εικόνες εξηγούν, ως ένα βαθμό, το υψηλό ρίσκο που ανέλαβαν ο Αντώνης Σαμαράς και ο Ευάγγελος Βενιζέλος με την απόφασή τους να ορίσουν την προεδρική εκλογή πριν από την όποια συμφωνία με τους εταίρους και δανειστές της χώρας, μια απόφαση που είναι ανοιχτή σε πολλές ερμηνείες. Κάποιοι έσπευσαν να πουν ότι η πρωτοβουλία που πήραν δεν είναι παρά ένα παιχνίδι εκβιασμού προς τους βουλευτές που δεν θέλουν εκλογές για να πειθαναγκαστούν να ψηφίσουν Πρόεδρο ώστε να αποφευχθούν οι πρόωρες κάλπες και να μην πάνε σπίτι τους ή στις δουλειές του (όποιοι έχουν τέτοιες…) ενάμιση χρόνο νωρίτερα. Άλλοι πάλι μίλησαν για μια καλοστημένη «παγίδα» προς τον ΣΥΡΙΖΑ και τα στελέχη του, τα οποία, μέχρι πρότινος, υποστήριζαν ότι η κυβέρνηση και τα μέτρα θα πάρει και εκλογές θα υποχρεωθεί να προκηρύξει, προεξοφλώντας ότι οι δύο κυβερνητικοί εταίροι θα συνέχιζαν να κάνουν τη «βρώμικη δουλειά» και αφού θα έβγαζαν το κάρο από τη λάσπη, λοιδωρούμενοι από τους «ατσαλάκωτους» θα τους παρέδιδαν και το όχημα της εξουσίας. Τι από τα δύο είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα; Πρόκειται, όντως, για μια ουσιαστική προαναγγελία παράδοσης της διακυβέρνησης στην αξιωματική αντιπολίτευση, μαζί με την καυτή «πατάτα» της επαναδιαπραγμάτευσης της όποιας συμφωνίας συνομολογηθεί ως τις 18 Οκτωβρίου με τους εταίρους και πιστωτές; Ή, απλώς, είμαστε μάρτυρες ενός πολύ σκληρού power game στο οποίο αποφάσισαν να παίξουν, ίσως και εκ του ασφαλούς, δύο έμπειροι πολιτικοί, οι οποίοι ξέρουν με ποιους αναμετρώνται; Από την τροπή που θα πάρουν τα πράγματα το επόμενο εικοσαήμερο θα φανούν οι πραγματικές προθέσεις των κυρίων Σαμαρά και Βενιζέλου, ανεξαρτήτως της τελικής έκβασης. Αν, πραγματικά, παλέψουν για να ανατρέψουν τους  αριθμητικούς συσχετισμούς που είναι εις βάρος τους, αφού, κακά τα ψέματα, η περίφημη «προεδρική πλειοψηφία», υπό τις παρούσες συνθήκες, δεν υπάρχει, τότε θα δείξουν ότι δεν έχουν στόχο να παραδώσουν την εξουσία για να αποφύγουν τα δύσκολα που έχουν μπροστά τους. Η γκάμα των κινήσεων που μπορούν να κάνουν για να ανατρέψουν τα δυσμενή δεδομένα είναι μεγάλη. Από το να ανοίξουν το κλειστό σύστημα εξουσίας που έχει εγκαθιδρυθεί στο Μέγαρο Μαξίμου, μέχρι να κάνουν τη μεγάλη υπέρβαση και να καλέσουν σε διάλογο για το πρόσωπο του υποψήφιου Προέδρου –και όχι μόνον- τους αρχηγούς των κομμάτων της αντιπολίτευσης. Και κυρίως εκείνους των Ανεξαρτήτων Ελλήνων Πάνο Καμμένο και της Δημοκρατικής Αριστεράς Φώτη Κουβέλη, οι οποίοι δεν ευνοούνται από τις κάλπες «εξπρές» που θα στηθούν εφόσον η παρούσα Βουλή δεν εκλέξει τον επόμενο Ανώτατο Άρχοντα. Αντιθέτως, αν συνεχίσουν να μένουν απαθείς στις εκκλήσεις που ήδη έγιναν από πολλές πλευρές για συναινετικά ανοίγματα είτε προς την κατεύθυνση μιας συμφωνίας για τον χρόνο των εκλογών, είτε προς τον σχηματισμό, εφόσον υπάρχουν οι απαραίτητες δυνάμεις, μιας κυβέρνησης ειδικού σκοπού με ευρύτερη στήριξη, θα φανεί ξεκάθαρα ότι αποφάσισαν να παραδώσουν την εξουσία στον ΣΥΡΙΖΑ. Στην πραγματικότητα, θα πρόκειται για μια πράξη… αντεκδίκησης απέναντι στον τρόπο που πολιτεύθηκε ως τώρα η αξιωματική αντιπολίτευση και έχοντας, ενδεχομένως, κατά νου ότι θα πάρουν πολύ σύντομα την ρεβάνς μπροστά στα αδιέξοδα που θα σωρεύσει στη νέα εξουσία η σύγκρουση της εύκολης υποσχεσιολογίας με την αδυσώπητη πραγματικότητα. Μπορεί μια τέτοια στάση να μοιάζει δικαιολογημένη, κυρίως από την πλευρά του κ. Βενιζέλου, αλλά δεν νομίζω ότι είναι… δίκαιη. Στο βαθμό, φυσικά, που υπάρχει δικαιοσύνη στην Πολιτική.

Μάθαμε, άραγε, τίποτε από την πολύχρονη κρίση; Το ερώτημα, που προέρχεται από την παλαιότερη επωδό που ήθελε να γίνεται «η κρίση ευκαιρία», όπως τουλάχιστον υποστήριζαν ορισμένοι που τα πρώτα χρόνια ήλπιζαν σε μια γρήγορη έξοδο από τον ασφυκτικό μνημονιακό κορσέ, επανέρχεται μάλλον με μεγαλύτερη ένταση τώρα που, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, πλησιάζουμε προς το τέλος του βίαιου οικονομικού προγράμματος που μας επιβλήθηκε πριν από τεσσεράμισι χρόνια.     Στρέφοντας, ωστόσο, κανείς το βλέμμα γύρω του, το πιθανότερο είναι ότι, σε γενικές γραμμές, θα δει να αναπαράγονται τα ίδια φαινόμενα και να ζουν και να βασιλεύουν οι ίδιες νοοτροπίες που επικρατούσαν πριν από την κρίση. Αν εξαιρέσει, άλλωστε, κάποιος τη βίαιη φτωχοποίηση που υπέστησαν μεγάλα τμήματα του πληθυσμού από τις επώδυνες περικοπές των εισοδημάτων και την απότομη αύξηση της φορολογίας, η κατάσταση, σε γενικές γραμμές, ελάχιστα έχει αλλάξει στους περισσότερους τομείς: στη δημόσια διοίκηση, στις επιχειρήσεις, στην καθημερινή συμπεριφορά των περισσότερων συμπολιτών μας. Οι αντιφάσεις, η προχειρότητα, η άρνηση της πραγματικότητας και η μετάθεση ολόκληρης της ευθύνης στους… «άλλους» (εγχώριους ή ξένους) για ό,τι (μας) συμβαίνει, φαίνεται να αποτελούν τον γενικό κανόνα που χαρακτηρίζει τις συμπεριφορές τις οποίες εξακολουθεί να έχει το μεγαλύτερο μέρος του κοινωνικού σώματος, ου μην αλλά και του πολιτικού συστήματος, που, στο τέλος της γραφής, δεν είναι παρά αντανάκλαση των κοινωνικών τάσεων και του τρόπου που αυτές εκφράζονται και μέσα από τα μέσα ενημέρωσης. Πάρτε για παράδειγμα τις τρέχουσες, ατέρμονες, όπως προδιαγράφονται, διαπραγματεύσεις με την τρόικα και τον απολύτως αποκαρδιωτικό τρόπο με τον οποίο τις χειρίζονται οι πολιτικές δυνάμεις.                 Έχουμε από τη μια την κυβέρνηση να αδυνατεί να διαγνώσει, ως όφειλε, έπειτα από την εμπειρία των προηγούμενων χρόνων, τις διαθέσεις της πλευράς των δανειστών και εταίρων, με αποτέλεσμα να βολοδέρνει, μήνες τώρα, κινούμενη ανάμεσα στις «μονομερείς ενέργειες» και στην παρακλητική προσπάθεια να… συγκινηθούν οι τροϊκανοί και να επιστρέψουν στην Αθήνα (όπου δεν τους θέλαμε…). Και τους ζητάμε να το κάνουν, χωρίς να επιμείνουν στη λήψη νέων μέτρων, ούτε καν στην εφαρμογή παλαιότερων, επειδή αυτά οδηγούν σε κυβερνητική αποσταθεροποίηση.     Κακά τα ψέματα, οι απανωτές διαπραγματευτικές γκάφες που έγιναν από τον περασμένο Αύγουστο ως τώρα, δεν μπορούν να καλυφθούν με δικαιολογίες, όπως η κοντόθωρη αναλγησία που επιδεικνύει η πλευρά των δανειστών ή η εκ των ένδον υπονόμευση από την έλλειψη ενιαίου εθνικού μετώπου που (μπορεί να) κάνει πιο αδιάλλακτους τους τροϊκανούς και, ενδεχομένως, τροφοδοτεί την επιθυμία τους να «δέσουν χειροπόδαρα» την Ελλάδα, αδιαφορώντας για τις κοινωνικές και, πολύ περισσότερο, τις πολιτικές συνέπειες από τη διαιώνιση της δημοσιονομικής λιτότητας.     Έχουμε, όμως, από την άλλη τις ακόμη μεγαλύτερες αντιφάσεις της αξιωματικής αντιπολίτευσης, τα στελέχη της οποίας δυσκολεύονται να αποδεχθούν το αυτονόητο: ότι, δηλαδή, αν οι ευρωπαίοι εταίροι πιέζουν σήμερα τούτη την κυβέρνηση, που υποτίθεται ότι είναι φιλική τους, γιατί, άραγε, μπορεί να γίνουν πιο διαλλακτικοί με την επόμενη η οποία θα τους απειλεί με πολύ περισσότερες «μονομερείς ενέργειες». Ενέργειες, μάλιστα, που μπορεί να φθάσουν ως «μια Παρασκευή απόγευμα» που, όπως είπε ο Παναγιώτης Κουρουμπλής, θα συγκληθεί η Βουλή για να ανακοινωθεί στα άλλα κράτη μέλη της ευρωζώνης η απόφαση να μην τους επιστραφούν τα δανεικά με τα οποία στέκεται όρθια η Ελλάδα την τελευταία τετραετία.     Μου έκανε, προσωπικά, ιδιαίτερη εντύπωση η τοποθέτηση ενός άλλου επιφανούς στελέχους του ΣΥΡΙΖΑ που είναι από τους ανθρώπους που επηρεάζουν άμεσα τον Αλέξη Τσίπρα, του Νίκου Παπά, ο οποίος στην ίδια συνέντευξή του υποστήριζε από την μια ότι η κυβέρνηση είναι «σε συνεννόηση με την τρόικα και θα πάρει, εν τέλει, όποια μέτρα της ζητηθούν», την ίδια ώρα που, θέλοντας να εκφράσει την «απόλυτη πεποίθησή» του, όπως ακριβώς είπε, ότι δεν θα εκλεγεί Πρόεδρος της Δημοκρατίας, πρόσθετε τα εξής εκπληκτικά: «και το ξέρουν αυτό και εκτός της χώρας και εξηγεί κάποιες συμπεριφορές».     Το πώς γίνεται η κυβέρνηση να κάνει «σικέ» παιχνίδι με τους εκπροσώπους των δανειστών για να πάρει τα σκληρότατα μέτρα που ζητούν εκείνοι, ενώ οι «εκτός της χώρας» έχουν προεξοφλήσει την, μέσω της προεδρικής εκλογής, ανατροπή της κυβέρνησης, είναι μια απορία που ίσως μπορεί να τη λύσει κανείς μόνον σε ευφάνταστα σενάρια πολιτικών θρίλερ με μεγάλες δόσεις ίντριγκας και συνωμοσίας.   Με αυτά, πάντως, και με άλλα πολλά, έχω την αίσθηση ότι τα παθήματα της κρίσης διόλου μας έγιναν μαθήματα. Αντιθέτως, μάλλον αρειμάνιοι, πορευόμαστε κατά τη γνωστή παράφραση της Αισώπειας ρήσης σύμφωνα με την οποία «των οικιών ημών εμπιπραμένων ημείς άδομεν»…

Αν πιστέψουμε – και γιατί να μην την πιστέψουμε; - τη Bank of America/Merill Lynch, που οργάνωσε μια από τις συναντήσεις τις οποίες είχαν στο Σίτυ του Λονδίνου τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ για να παρουσιάσουν το πρόγραμμά τους, ο καθηγητής και βουλευτής Γιώργος Σταθάκης δήλωσε «έκπληκτος από την σκληρή στάση της τρόικας στις τελευταίες διαπραγματεύσεις». Θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον αν αυτή η διαπίστωση δεν γινόταν μόνο σε κλειστές συσκέψεις στο εξωτερικό, αλλά ακουγόταν και στο εσωτερικό της χώρας μας για να αντιληφθούν όλοι όσοι εξακολουθούν να αρνούνται να παραδεχθούν την πραγματικότητα που διαμορφώνεται από τις πιέσεις τις οποίες δέχονται εκείνοι που σηκώσουν το βάρος της διαπραγμάτευσης. Συνδυάζοντας, μάλιστα, τη διαπίστωση του κ. Σταθάκη με τις ακριτομυθίες του υπουργού Οικονομικών -και επίσης καθηγητή- Γκίκα Χαρδούβελη που ήρθαν άθελά του στο φως της δημοσιότητας και αφορούσαν την αδιαφορία για τις πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα με την οποία ήρθε αντιμέτωπη στο Παρίσι η ελληνική διαπραγματευτική αντιπροσωπεία, μπορεί κανείς να σχηματίσει γνώμη για όσα πραγματικά διακυβεύονται σε αυτές τις διαπραγματεύσεις. Είναι περισσότερο από προφανές ότι για τους δανειστές της Ελλάδας, εταίρους και μη, είναι αδιάφορο ποιος είναι ή δεν είναι στην εξουσία και οι επιδιώξεις τους δεν έχουν να κάνουν με τίποτε λιγότερο από το πώς θα εξασφαλίσουν τα δικά τους συμφέροντα και μόνον αυτά. Μας δάνεισαν χρήματα μόνον και μόνον επειδή προσδοκούσαν ότι θα τα πάρουν πίσω και φυσικά προσδοκούν και επιμένουν να τα πάρουν εντόκως. Υπό αυτή την έννοια είναι τουλάχιστον αστείο να πιστεύει κανείς ότι θα κάνουν χάρη στη σημερινή κυβέρνηση ή θα τρομάξουν από την όποια αυριανή, επειδή εμείς εδώ για λόγους εσωτερικής κατανάλωσης βαυκαλιζόμαστε να πιστεύουμε το αντίθετο και να ανταλλάσσουμε αλληλοκατηγορίες για «μερκελιστές» ή τριτοκοσμικούς». Δεν είναι μόνον η ιστορία που διδάσκει ότι σχεδόν ποτέ οι δανειστές –από την εποχή ακόμη των δανείων της ελληνικής Ανεξαρτησίας που πληρώθηκαν πολλές δεκαετίες αργότερα- δεν παραιτούνται από τις απαιτήσεις τους, ανεξάρτητα από το καθεστώς που ασκεί τη διακυβέρνηση της χώρας. Είναι, αν θέλετε, και η πρόσφατη διδακτική εμπειρία που δείχνει ότι οι εταίροι της Ελλάδας απαιτούν ικανοποίηση των συμφωνιών που έχει συναφθεί. Ποιος ξεχνά, αλήθεια, την αντιμετώπιση που είχε ο πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς από την Άνγκελα Μέρκελ όταν τον περασμένο Σεπτέμβριο πήγε στο Βερολίνο για να της ανακοινώσει ότι σκοπεύει να διώξει πρόωρα το ΔΝΤ;  Η Γερμανίδα καγκελάριος απέφυγε –δημοσίως τουλάχιστον- να σχολιάσει το… μεγαλοφυές ελληνικό σχέδιο. Αλλά για όσους δυσκολεύθηκαν να ερμηνεύσουν τη στάση της ήρθε 48 ώρες αργότερα να μας την εξηγήσει επαρκώς μια έκθεση γερμανικής τράπεζας που έλεγε ότι η Ελλάδα αδυνατεί να βγει μόνη της στις αγορές. Η επίμαχη έκθεση, που πέρασε σχετικά απαρατήρητη όταν εκδόθηκε, ήταν εκείνη που ουσιαστικά έδωσε το έναυσμα για όσα ακολούθησαν τις αμέσως επόμενες ημέρες στις λεγόμενες «αγορές» με την εκτίναξη της διαφοράς επιτοκίων των ομολόγων του ελληνικού δημοσίου τα οποία έκτοτε διατηρούνται στα ύψη. Έχει ενδιαφέρον, μάλιστα, να επισημάνει κανείς ότι η εκτίναξη των επιτοκίων ξεκίνησε τις μέρες που η κυβέρνηση έπαιρνε με άνεση ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή, γεγονός που διαψεύδει όσους έσπευσαν να αποδώσουν την αντίδραση των αγορών αποκλειστικά και μόνον στην πολιτική αβεβαιότητα και στην ασάφεια σχετικά με την προεδρική εκλογή και το ενδεχόμενο να στηθούν πρόωρες βουλευτικές κάλπες. Όπως απέδειξε η συνέχεια και αργά μάλλον αντιλήφθηκαν στην κυβέρνηση, αν δεν είχε υπάρξει το κυβερνητικό σάλπισμα περί της πρόωρης έξωσης του ΔΝΤ ίσως οι διαπραγματεύσεις με την τρόικα να είχαν κλείσει νωρίτερα και ενδεχομένως οι πιέσεις που βρήκαν απέναντι τους οι Έλληνες διαπραγματευτές στο Παρίσι να μην ήταν τόσο σκληρές. Κακά τα ψέματα, η άλλη πλευρά, η πλευρά δηλαδή των δανειστών και εταίρων της Ελλάδας, ανεξάρτητα από τις δικές τους ευθύνες, αμφισβητεί την ικανότητα της κυβέρνησης να προωθήσει τις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει. Γι΄ αυτό και, προεξάρχοντος του Γερμανού υπουργού Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, που κάνει όλο το «παιχνίδι», είναι αποφασισμένοι να επιβάλουν τη συνέχιση της εποπτικής παρουσίας του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Ενδεχομένως, μάλιστα αν το είχαν αντιληφθεί νωρίτερα οι κυβερνώντες μπορεί και να γλιτώναμε και ορισμένα επιπλέον μέτρα που εν είδει «παράπλευρων απωλειών» θα χρειαστεί να πάρουμε για να τερματιστούν οι παρατεταμένες σκληρές διαπραγματεύσεις με την τρόικα, που εκπλήσσουν ακόμη και τον κ. Σταθάκη.

Όταν ερωτάται για την κρίση και τους υπαιτίους που οδήγησαν σε αυτή, η μεγάλη πλειονότητα των Ελλήνων, αν και παραμένει βαθιά διχασμένη, σε δύο ονόματα πολιτικών επικεντρώνεται: σε εκείνο του Κώστα Καραμανλή, που κατά τη διάρκεια της πρωθυπουργίας του κορυφώθηκε ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός και ξεκίνησε η ύφεση, καθώς και σε εκείνο του Γιώργου Παπανδρέου, επί των ημερών της διακυβέρνησης του οποίου η χώρα αποκλείστηκε από τις αγορές και εκούσα-άκουσα οδηγήθηκε στο Μνημόνιο.     Ανεξάρτητα από την άποψη που μπορεί ο καθένας να έχει για το ποιος από τους δύο συνεχιστές των δύο ισχυρότερων πολιτικών «δυναστειών» της μεταπολεμικής Ελλάδας φταίει περισσότερο ή λιγότερο για την κρίση, σε μια διαπίστωση δεν μπορεί κανείς να διαφωνήσει: ότι ακολούθησαν και ακολουθούν εντελώς διαφορετικούς δρόμους για να υπερασπιστούν τον εαυτό τους, όπως και για να προασπίσουν την υστεροφημία τους και την ενδεχόμενη μύχια βούληση για να επανακάμψουν στο προσκήνιο, όπως λογικά συμπεραίνεται από το γεγονός ότι διατηρούν τις βουλευτικές έδρες τους.     Ο Κώστας Καραμανλής έχει επιλέξει την απόλυτη σιωπή. Επί πέντε χρόνια ούτε στη Βουλή, ούτε πουθενά αλλού δεν έχει ανοίξει το στόμα του για να υπερασπιστεί τη διακυβέρνησή του, παρά τις κατά καιρούς βολές που δέχεται. Στήριξε και στηρίζει την παράταξή του, συμμετέχει στις επετειακές και άλλες εκδηλώσεις της και αποφεύγει να δημιουργεί προβλήματα στον διάδοχό του Αντώνη Σαμαρά, ακόμη και όταν ο τελευταίος είχε ανοιχτά στραφεί κατά παλαιών συνεργατών του. Ο Κώστας Καραμανλής, ο οποίος επηρεάζει μεγάλο αριθμό βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας, υπερψήφισε, αν και θα μπορούσε να τα ανατρέψει με ένα νεύμα, όλα ανεξαιρέτως τα νομοθετήματα της κυβέρνησης που συμμετέχει το κόμμα του, φθάνοντας μέχρι του σημείου να πει –και ο ίδιος- «ναι» ακόμη και στον κρατικό προϋπολογισμό για το 2013 που κατατέθηκε επί υπουργίας Γιάννη Στουρνάρα και συνιστούσε έναν ηχηρά επιβεβαιωτικό κόλαφο για τα τρομακτικά ελλείμματα που παρέδωσε η κυβέρνησή του. Ο Γιώργος Παπανδρέου, από την άλλη, δείχνει να ακολουθεί μια εντελώς διαφορετική τακτική, παρότι κι αυτός τα τρία χρόνια που παρήλθαν από την παράδοση της πρωθυπουργίας στον Λουκά Παπαδήμο, δεν έχει μιλήσει ούτε μια φορά στο ελληνικό Κοινοβούλιο, του οποίου παραμένει μέλος. Μιλάει, ωστόσο, αλλού, σε ξένα πανεπιστήμια, σε παρουσιάσεις βιβλίων και μέσω ανακοινώσεων που εκδίδονται επ΄ ονόματί του, όπως οι τελευταίες που ακολούθησαν τη συνάντηση με τον διάδοχό του Ευάγγελο Βενιζέλο με τις οποίες ζητεί έκτακτο συνέδριο και αλλαγή ηγεσίας στο κόμμα του. Ο Γιώργος Παπανδρέου δεν συμμετέχει στις εκδηλώσεις του κόμματός του, το οποίο, εξάλλου, κατηγορεί ότι δεν προωθεί τη… «συμμετοχή», δικαιολογούμενος, συνήθως, ότι έχει σοβαρές απασχολήσεις στο εξωτερικό. Οργανώνει δικές του εκδηλώσεις, στις οποίες οι άνθρωποί του γιουχάρουν τον διάδοχό του κι ο ίδιος επικαλείται «τα γυρίσματα του καιρού». Καταψηφίζει, χωρίς να εξηγήσει το «γιατί», κυβερνητικές νομοθετικές πρωτοβουλίες, παρόλο που όταν ήταν εν τη «βασιλεία» του δεν ανεχόταν διαφοροποιήσεις και έφθασε ως τη διαγραφή, για ελάσσονος σημασίας διαφωνία, του προκατόχου του Κώστα Σημίτη. Όπως για τον βαθμό ευθύνης ενός εκάστου εκ των δύο βασικών πρωταγωνιστών της κρίσης, που τα «νωπά» ακόμη γεγονότα της περιόδου 2004-2010, δεν επιτρέπουν τελεσίδικες ετυμηγορίες, σε όσους τουλάχιστον δεν αναζητούν έναν και μόνον «αποδιοπομπαίο τράγο», έτσι, αν ακόμη όχι περισσότερο, δεν είναι εύκολο να καταλήξει κανείς ποιος από τους δύο πρωθυπουργούς δικαιώνεται για τα μετέπειτα: εκείνος που απλώς σιωπά ή ο άλλος που θέλει να πάρει την… εκδικητική ρεβάνς;        Έχω, ωστόσο, την αίσθηση ότι είναι προφανείς κάποιες διαπιστώσεις για τα αποτελέσματα που έχουν η πορεία που ο καθένας από τους δύο πρώην πρωθυπουργούς χάραξε και ακολουθεί, είτε η πορεία αυτή αποτελεί προϊόν προσωπικής ιδιοσυγκρασίας και μόνον, είτε οφείλεται στην «ποιότητα» των ανθρώπων που τους περιτριγυρίζουν και τους επηρεάζουν.    Το βέβαιο είναι ότι ο «σιωπηλός» Κώστας Καραμανλής εξακολουθεί να απολαμβάνει τον σεβασμό και την εκτίμηση όχι μόνον των πολυπληθών οπαδών, μελών και στελεχών που έχουν παραμείνει στο κόμμα που ίδρυσε ο θείος του και ηγήθηκε ο ίδιος, αλλά και ευρύτερων δυνάμεων της Κεντροδεξιάς –και όχι μόνον- παράταξης, σε βαθμό που να συζητείται -στα σοβαρά!- ακόμη και ως ένας από τους επικρατέστερους που πριν ή μετά τις εκλογές θα αναρριχηθούν στην Προεδρία της Δημοκρατίας. Το ακριβώς αντίθετο μάλλον συμβαίνει με τον «θορυβώδη» Γιώργο Παπανδρέου, ο οποίος, κακά τα ψέματα, ακόμη και αν ξανάπαιρνε το «δαχτυλίδι» για να επιστρέψει στο αποδεκατισμένο κόμμα που ίδρυσε ο πατέρας του, μάλλον δεν θα έβρισκε οπαδούς, μέλη ή στελέχη για να ηγηθεί. Οι περισσότεροι φίλοι του, άλλωστε, έχουν, ακολουθώντας, ίσως, το δικό του παράδειγμα, εγκαταλείψει το σκάφος και έχουν ανοίξει πλώρη για άλλες πολιτείες. Ενώ οι λίγοι που έχουν απομείνει πίσω για να… «μαζέψουν τα ασυμμάζευτα», μάλλον δεν έχουν διάθεση να ακούν αδιαμαρτύρητα εγκλήσεις για (ψευδεπίγραφη) «συμμετοχή», με τις οποίες επιχειρείται να αποκρυβεί το αίσθημα της εκδικητικής όσο και (αυτο) καταστροφικής ρεβάνς.

«Θα γίνουν εκλογές;». Το μάλλον αγωνιώδες ερώτημα που δέχθηκα, λίγες μόλις ώρες πριν από τις επισκέψεις των πολιτικών αρχηγών στο Προεδρικό Μέγαρο, μου δημιούργησε μια κάποια έκπληξη, καθώς προερχόταν από έναν συνομιλητή που δεν περίμενα να έχει τέτοιο ενδιαφέρον. «Ίσως τον Μάρτιο…», απάντησα. Αλλά δεν απέφυγα τον πειρασμό να εκφράσω τη δική μου απορία: «Και τι σε νοιάζει εσένα αν γίνουν ή δεν γίνουν εκλογές;», ρώτησα με τη σειρά μου τον Σπύρο, ιδιοκτήτη οικογενειακής ταβέρνας που τελευταία τα φέρνει δύσκολα βόλτα, αλλά, από ό,τι ήξερα, ποτέ δεν είχε ιδιαίτερη «πολιτικοποίηση».     «Για τη δουλειά μου, φυσικά…», μου αντέτεινε για να μου εξηγήσει αμέσως μετά την επίδραση που έχουν οι πολιτικές εξελίξεις σε αυτό που λέμε πραγματική οικονομία με ένα απτό παράδειγμα, που θα μπορούσε να παραπέμπει στο φαινόμενο με το πέταγμα της πεταλούδας του Αμαζονίου που μπορεί να φέρει βροχή στην Κίνα από την περίφημη «θεωρία του χάους».     Κατά τη διήγησή του, το πρώτο δεκαπενθήμερο του Οκτωβρίου, παρότι ήταν ξεκίνημα του μήνα και θεωρητικά ο κόσμος είχε περισσότερα χρήματα, αφού είχαν πληρωθεί μισθοί και συντάξεις, η δουλειά της ταβέρνας ήταν ιδιαιτέρως πεσμένη, γεγονός που, κατά την εξήγηση του, ήταν συνάρτηση της πολιτικής αναστάτωσης που είχε δημιουργηθεί. Αναφερόταν προφανώς -και χωρίς να έχει πλήρη γνώση των λεπτομερειών, αφού όταν παίζουν τα «δελτία των οκτώ» εκείνος εργάζεται- στη συζήτηση για την ψήφο εμπιστοσύνης που βρισκόταν εκείνο το διάστημα σε εξέλιξη στη Βουλή και στον καβγά που άναψε αμέσως μετά για το αν θα βρεθούν ή όχι οι 180 βουλευτές για την εκλογή του επόμενου Προέδρου. Το ευτύχημα για εκείνον ήταν ότι προς το τέλος του μήνα, περίοδο που συνήθως ο τζίρος μειώνεται, η κατάσταση στην ταβέρνα του –παραδόξως πως- βελτιώθηκε ελαφρώς, γεγονός που, κατά τη δική του πάντα εξήγηση, οφειλόταν στο ότι, όπως μου είπε με δικά του λόγια, έφυγε από την επικαιρότητα η έντονα αρνητική συζήτηση για τα πολιτικά μελλούμενα. Μεταφέρω τη μικρή αυτή -απολύτως διδακτική, κατά την προαίρεσή μου- ιστορία ως ένα, αν θέλετε, υστερόγραφο στην, κατά πολλούς, ασύμμετρη αντίδραση που είχαν οι περιβόητες «αγορές» μετά τα όσα απασχόλησαν το προηγούμενο διάστημα τη χώρα μας και περιστρέφονταν γύρω από… γαμήλιους «κουμπαράδες» για την ικανοποίηση των υπόπτων ως «αργυρώνητων» βουλευτών, αλλά και το πρόωρο σάλπισμα εξόδου από την επιτήρηση των δανειστών με το οποίο θεώρησαν καλό να απαντήσουν οι κυβερνητικοί εταίροι. Αν οι πελάτες των ελληνικών ταβερνών που ξέρουν ή, τέλος πάντων, οφείλουν να ξέρουν, με ποιο πολιτικό σύστημα έχουν να κάνουν, αφού οι ίδιοι το επιλέγουν, αντιδρούν κατ΄ αυτόν τον τρόπο στις ένθεν κακείθεν συμπεριφορές που διακυβεύουν την σταθερότητα της χώρας, γιατί, αλήθεια, να μας εμπιστευθούν οι διαβόητες «αγορές»; Και ποια δύναμη είναι εκείνη που θα μπορούσε να κάνει ακόμη και τον πιο… φιλεύσπλαχνο (αν υπάρχει τέτοιος…) ξένο επενδυτή να επιλέξει να τοποθετήσει τα χρήματά του σε μια χώρα που η προεκλογική περίοδος ξεκινάει την επομένη των εκλογών; Δεν τα δίνει καλύτερα –ας χρησιμοποιήσει κι η στήλη μια υπερβολή- συνεισφορά σε… φιλανθρωπική οργάνωση; Είναι, άλλωστε, αρκούντως αποτρεπτικά τα όσα διαμείβονται αυτές τις μέρες με τους πολιτικούς αρχηγούς που επισκέπτονται το Προεδρικό Μέγαρο για να χρησιμοποιήσουν τον θεσμό που –συνταγματικά, τουλάχιστον- συμβολίζει την ενότητα του Έθνους ως ντεκόρ για να δώσουν υποκριτικούς όρκους πίστης σε μια ψευδεπίγραφη συναίνεση που προβάλουν για να καλύψουν την εκατέρωθεν δίψα για εξουσία: των μεν να την κρατήσουν, των δε για να την κατακτήσουν. Γιατί, κακά τα ψέματα, αν όντως ενδιαφέρονταν για τη χώρα και για το αν έχει δουλειά ώστε να μην απειλείται με λουκέτο ο φίλος μου ο ταβερνιάρης, με τον οποίο ξεκίνησε τούτο το σημείωμα, όπως και ο κάθε άλλος επαγγελματίας ή εργαζόμενος, δεν θα έπαιζαν αυτό το κακόγουστο θέατρο με το «πηγαινέλα» στον Πρόεδρο για επικοινωνιακούς και μόνον λόγους. Αντιθέτως, αν εννοούσαν τη συναίνεση την οποία επικαλούνται θα κάθονταν, λόγω της κρίσιμης συγκυρίας που όλοι αναγνωρίζουν ότι διέρχεται ο τόπος, στο ίδιο τραπέζι και χωρίς τελεσίγραφα και απειλές, αλλά με υποχωρήσεις και από τις δύο πλευρές, θα συμφωνούσαν σε τρία καθοριστικά για όλους μας ζητήματα: στη συγκρότηση κοινής διαπραγματευτικής ομάδας για τη συνομολόγηση συμφωνίας εξόδου από το Μνημόνιο που να περιλαμβάνει αναδιάρθρωση του χρέους, στη συναινετική εκλογή Προέδρου και, τέλος, στην προσφυγή αμέσως μετά στις κάλπες ώστε να αποφασίσει ο ελληνικός λαός ποιοι και πως μπορεί να διαχειριστούν καλύτερα τις τύχες της μεταμνημονιακής Ελλάδας.

Ο αφορισμός ότι «πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού» βρίσκει, νομίζω, την απόλυτη δικαίωσή του στα όσα ήρθαν τις τελευταίες ημέρες στη δημοσιότητα για τα πρώτα δείγματα γραφής της νέας διοίκησης, υπό την κυρία Ρένα Δούρου, στην Περιφέρεια Αττικής. Δεν είναι μόνο το ζήτημα με τον διαγωνισμό για το συνεργείο καθαριότητας που είναι αλήθεια ότι είχε ξεκινήσει από την προηγούμενη διοίκηση Σγουρού, πλην, όμως, προχώρησε κανονικότατα επί των ημερών της νέας περιφερειάρχη, παρά τους συνειρμούς που μοιραία δημιουργούνται με τις καθαρίστριες του υπουργείου Οικονομικών και την εκ των υστέρων προσπάθεια να δικαιολογηθούν τα αδικαιολόγητα. Είναι κυρίως το ευρύτερο θέμα του προϋπολογισμού της Περιφέρειας Αττικής που εισηγήθηκαν οι συνεργάτες της κυρίας Δούρου και ψήφισε την περασμένη εβδομάδα το Περιφερειακό Συμβούλιο, υιοθετώντας, ουσιαστικά, με κάποιες μικροδιευθετήσεις κονδυλίων αμφίβολης αποτελεσματικότητας, το σχέδιο που είχε ετοιμάσει ο προκάτοχός της Γιάννης Σγουρός.     «Ο άθλος της αναμόρφωσης μέρους του προϋπολογισμού πραγματοποιήθηκε μέσα σε 15 ημέρες και το σύνολο του κειμένου τους επόμενους τρεις μήνες θα ελεγχθεί γραμμή προς γραμμή», δικαιολογήθηκε, όπως διαβάζει κανείς στο σχετικό ρεπορτάζ που δημοσίευσε η «Αυγή», ο αρμόδιος αντιπεριφερειάρχης.     Γιατί, αλήθεια, μόνον 15 μέρες; Οι περιφερειακές εκλογές που ανέδειξαν την κυρία Δούρου στο αξίωμά της έγιναν τον περασμένο Μάιο και οι πολίτες της Αττικής πείστηκαν από τις προεκλογικές εξαγγελίες της ότι η νέα περιφερειάρχης είχε έτοιμο πρόγραμμα που θα έφερνε από την πρώτη κιόλας μέρα τη μεγάλη ανατροπή στη μεγαλύτερη Περιφέρεια της χώρας.     Η νέα περιφερειακή αρχή είχε όλο το καλοκαίρι μπροστά της για να προετοιμάσει τον δικό της προϋπολογισμό και επί σχεδόν δύο μήνες που είναι στα πράγματα, από το τέλος Αυγούστου που ορκίστηκε σε εκείνη την ιδιαίτερη τελετή στα Άνω Λιόσια, θα μπορούσε κάλλιστα να είχε φέρει τα πάνω κάτω, δρομολογώντας τις δικές της προτεραιότητες που περιείχε το πρόγραμμα που παρουσίασε στους πολίτες. Οι δικαιολογίες ότι «ο προϋπολογισμός είναι μεταβατικός και θα αλλάξει στην πορεία» δείχνουν, αν μη τι άλλο, ένδεια επιχειρημάτων ικανών να δικαιολογήσουν τις προεκλογικές μεγαλοστομίες που τις παρέσυραν τα νερά που έπνιξαν τις προηγούμενες μέρες τις δυτικές συνοικίες της Αττικής και για τις οποίες ο προϋπολογισμός της κυρίας Δούρου, όπως άλλωστε και των ανθυποψηφίων της για να μην την αδικήσουμε ως προς αυτό, δεν είχε καμία ιδιαίτερη πρόνοια, κάτι που ίσως θα περίμενε ο ψηφοφόρος που έστειλε πριν από πέντε μήνες στην αντιπολίτευση τον κ. Σγουρό. Αν η νέα περιφερειάρχης και οι συνεργάτες της δεν ήξεραν τα μεγάλα προβλήματα της έλλειψης αντιπλημμυρικής προστασίας οι γειτονιές που πνίγηκαν και γι΄ αυτό δεν ενέγραψαν αντίστοιχα κονδύλια για την αντιμετώπισή τους στον «αναμορφωμένο» προϋπολογισμό που κατήρτισαν, τόσο το χειρότερο γι΄ αυτούς. Όπως και να έχει, όμως, αν, όπως μας πληροφόρησε, με άρθρο του στην «Αυγή», ο αρμόδιος αντιπεριφερειάρχης χρειάστηκαν δύο ολόκληροι μήνες για να ανακατανεμηθεί το… 10% των κονδυλίων μιας Περιφέρειας, της οποίας ο προϋπολογισμός είναι στην πραγματικότητα ένας μικρός «τυφλοσούρτης», εύκολα αναρωτιέται κανείς πόσα χρόνια χρειάζονται για να αλλάξει ο κρατικός προϋπολογισμός. Και αυτή, αν θέλετε, είναι –πέρα από επικοινωνιακά αλυσοδέματα με τις καθαρίστριες του υπουργείου Οικονομικών- η μεγάλη εικόνα που αναδεικνύεται από την όλη υπόθεση με τα δείγματα γραφής της νέας περιφερειάρχη Αττικής. Είναι η απόσταση που χωρίζει τα εύκολα προεκλογικά λόγια με τα μετεκλογικά έργα. Και που τα κάνει να συγκρούονται μεταξύ τους επειδή μεσολαβεί η αδυσώπητη πραγματικότητα. Σύμφωνα, άλλωστε, με τη ρήση ενός παλαιού προέδρου των ΗΠΑ, που αργότερα αποδόθηκε και στον Γάλλο Φρανσουά Μιτεράν, «τα γεγονότα είναι ξεροκέφαλα…».

Να μην καίει τα σπαρτά και να μην γκρεμίζει τις γέφυρες, προειδοποίησε την συγκυβέρνηση ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης Αλέξης Τσίπρας σε ένα κρεσέντο επιθετικού λόγου με το οποίο επέλεξε να κλείσει την ομιλία του την περασμένη Παρασκευή στη Βουλή. Δεν αποκλείεται η φραστική αυτή έξαρση του κ. Τσίπρα να ήταν αποτέλεσμα μιας πρόωρης προσπάθειας να δικαιολογήσει, οψέποτε αναλάβει την εξουσία που με τόσο πάθος διεκδικεί, την πιθανολογούμενη αδυναμία του να ικανοποιήσει τις προσδοκίες τις οποίες καλλιεργεί, επικαλούμενος, εκ των προτέρων, το γνωστό από το παρελθόν άλλοθι για την παραλαβή «καμένης γης» που και άλλοι πριν από τον ίδιο έχουν χρησιμοποιήσει. Εξίσου πιθανό, όμως, είναι να ήταν μια προληπτική ενέργεια για να αποφύγει το δίλημμα που θα μπορούσε να του δημιουργήσει το ενδεχόμενο, σύμφωνα και με τη διακινούμενη φημολογία των προηγούμενων ημερών που είδε το φως μέσα από ορισμένες αναρτήσεις σε ιστοσελίδες, να τον καλούσε ο πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς σε συνάντηση για να συζητήσουν για τις επερχόμενες κρίσιμες εξελίξεις.  Και στη μια και στην άλλη υπόθεση, δεν αίρεται και φυσικά δεν δικαιολογείται το ακραία διχαστικό περιεχόμενο που είχε ο λόγος του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος χρησιμοποίησε λεκτικά σχήματα που εξομοιώνουν τη νόμιμη κυβέρνηση της χώρας με τις… κατοχικές δυνάμεις που υποχωρώντας καταστρέφουν τις υποδομές. Το ευτύχημα, ίσως, είναι ότι δεν υπάρχουν πολλοί, ακόμη και ανάμεσα σε εκείνους που τον ψηφίζουν, που να παίρνουν τοις μετρητοίς τέτοιες πομφόλυγες. Γιατί, αλλιώς, δεν θα γλυτώναμε έναν νέο… εμφύλιο που, αν όντως ίσχυαν τα λεγόμενα του κ. Τσίπρα, θα ξεσπούσε στη χώρα από τη δικαιολογημένη αντίδραση όσων θα ήθελαν να υπερασπιστούν τα σπαρτά και τις γέφυρες. Λεκτικά σχήματα αυτού του είδους, εξάλλου, μπορεί να ικανοποιούν το θυμικό ορισμένων φανατικών ή τα ένστικτα των κάθε λογής… ψεκασμένων, αλλά μάλλον δύσκολα πείθουν τους εχέφρονες πολίτες που δυσανασχετούν με την ανικανότητα των κυβερνώντων χωρίς να είναι έτοιμοι να υιοθετήσουν την οποιαδήποτε ακρότητα που εκτοξεύεται προς εντυπωσιασμό και μόνον. Όταν, άλλωστε, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης και η ηγετική ομάδα που τον περιστοιχίζει έχει ενστερνιστεί δύο κεντρικά στοιχεία της ακολουθούμενης πολιτικής που ακολουθείται, όπως είναι η παραμονή στο ευρώ και η αποτροπή των ελλειμματικών προϋπολογισμών, εύκολα αναρωτιέται κανείς τι νόημα έχουν αυτές οι βαρύγδουπες μεγαλοστομίες.  Για να αναγνωρίσουμε, πάντως, και του… «στραβού το δίκιο», δεν ήταν διχαστικός μόνον ο λόγος του κ. Τσίπρα στην κοινοβουλευτική αντιπαράθεση για την ανανέωση της εμπιστοσύνης προς την κυβέρνηση, αφού ούτε η ηγεσία της συγκυβέρνησης πήγε πίσω σε… αντιπολιτευτικές κορώνες προς την αξιωματική αντιπολίτευση. Μάλιστα, τόσο ο κ. Σαμαράς όσο και ο Ευάγγελος Βενιζέλος εξάσκησαν στη ρητορική τους δεινότητα εξακοντίζοντας πυρά προς μια, μάλλον, «καρικατούρα», που είναι οι «συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ» και τα αντιευρωπαϊκά τους ανακλαστικά, τα οποία, αν δεν έχουν μπει στο περιθώριο, βρίσκονται σίγουρα «εν υπνώσει». Και αυτό είναι μια ουσιώδης ποιοτική διαφορά, σε σχέση με το 2012, και τον φόβο που τότε περιόρισε τη δυναμική προς την εξουσία που τώρα έχει αποκτήσει το κόμμα του κ. Τσίπρα. Γι΄ αυτό και αν, πραγματικά, οι ηγεσίες των συγκυβερνώντων κομμάτων δεν ενδιαφέρονταν για την εξουσία και μόνον, όπως και ο κ. Τσίπρας, θα αξιοποιούσαν τη στροφή του τελευταίου και θα τον καλούσαν να αποδείξει έμπρακτα ότι αποδέχεται την παραμονή της Ελλάδας στο ευρώ και αποδοκιμάζει, όπως έκανε στο Κόμο, την Ευρώπη των ελλειμμάτων, αποδεχόμενος έναν οδικό χάρτη που θα περιείχε τρεις πολύ απλούς σταθμούς: κοινή διαπραγματευτική ομάδα για την έξοδο από το Μνημόνιο και την αναδιάρθρωση του χρέους, συμφωνία για συναινετική εκλογή Προέδρου και Αναθεώρηση του Συντάγματος, προκήρυξη, αμέσως μετά, εκλογών ώστε να αποφασίσει ο ελληνικός λαός ποιος ή ποιοί θα διαχειριστούν τις μεταμνημονιακές τύχες της χώρας. Θα τα δεχόταν όλα αυτά ο κ. Τσίπρας που επιμένει να μετατεθούν τόσο η αναδιάρθρωση του χρέους όσο και η προεδρική εκλογή για μετά τις εκλογές; Το πλέον πιθανό είναι πως όχι. Αλλά, με μια τέτοια πρωτοβουλία, οι κύριοι Σαμαράς και Βενιζέλος –και πολύ περισσότερο ο Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ που προσπαθεί να πείσει ότι η παραμονή του στην κυβέρνηση αποτελεί κάτι σαν προσωπική «θυσία»- θα αποδείκνυαν ότι δεν είναι γαντζωμένοι στις καρέκλες, όπως τους κατηγορούν οι αντίπαλοί τους. Δεν το έκαναν, όμως, ούτε ο κ. Σαμαράς, ούτε και ο κ. Βενιζέλος, την περασμένη Παρασκευή, επιμένοντας να σκιαμαχούν με τις (περιθωριακές) συνιστώσες και να μην αξιοποιούν την εμφανή στροφή προς τον ρεαλισμό της… κυβερνησιμότητας που έχει κάνει η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ. Και μάλλον δεν θα το κάνουν ούτε το επόμενο διάστημα. Γι΄ αυτό, με ευθύνη –μικρότερη ή μεγαλύτερη, δεν έχει σημασία- και των δύο πλευρών, που δείχνουν να μην έχουν διδαχθεί τίποτε από το πρόσφατο ή το απώτερο παρελθόν, θα εξακολουθήσουμε να πορευόμαστε μέσα στο το ίδιο διχαστικό και εμφυλιοπολεμικό κλίμα. Ένα κλίμα, το οποίο μόνον τυφλωμένοι από τα κομματικά πάθη δεν βλέπουν  ότι αποτελεί την πλέον εύφλεκτη ύλη για το κάψιμο των λιγοστών σπαρτών από την πενιχρή και επίπονη συγκομιδή των τελευταίων χρόνων και την πιο επικίνδυνη πυριτιδαποθήκη από την οποία βγαίνουν οι εκρηκτικοί μηχανισμοί που απειλούν τις γέφυρες προς το μέλλον.