Γενικός Δείκτης:625.31-1.06%
EUR/USD: 1.1371

Γιορτάζουμε την επέτειο της κρίσης με ψεύτικα πλεονάσματα

  • Print
Προσθήκη σχολίου
Γρηγόρης Νικολόπουλος

Αυτές τις ημέρες, εκτός της επετείου του Πολυτεχνείου, έχουμε και την επέτειο της έναρξης της κρίσης. Η κρίση που ξεκίνησε στην Ελλάδα τον Νοέμβριο του 2009 οφειλόταν στο υπερβολικό έλλειμμα του Προϋπολογισμού που τροφοδοτούσε ένα αντίστοιχα υπερβολικό χρέος. Αυτά έπνιξαν την οικονομία της χώρας και προκάλεσαν την απώλεια της εμπιστοσύνης των αγορών, οι οποίες σταμάτησαν να τη χρηματοδοτούν.

Αναγκαστικά προσφύγαμε στα μνημόνια για να μην κηρύξουμε πτώχευση και παύση πληρωμών. Τα μνημόνια έθεσαν ως στόχο τη δημιουργία πλεονάσματος και την αύξηση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας.

Εννιά χρόνια αργότερα, τον Νοέμβριο του 2018, η κυβέρνηση ανακοινώνει όχι μόνο πλεόνασμα, αλλά και υπερπλεόνασμα, το οποίο θέλει να χρησιμοποιήσει για κοινωνικές παροχές. Ολο αυτό όμως είναι ένα παραμύθι και είναι απορίας άξιον γιατί κάποιοι το πιστεύουν.

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, το υπερπλεόνασμα που εμφανίζει η κυβέρνηση είναι πλασματικό. Υπάρχει επειδή το κράτος δεν πληρώνει αυτά που χρωστάει στους ιδιώτες προμηθευτές του. Κρατάει το χρήμα στα ταμεία του και το εμφανίζει ως υπερπλεόνασμα, ενώ είναι χρήματα τα οποία χρωστάει και δεν πλήρωσε. Επειδή η κυβέρνηση δεν πληρώνει τους προμηθευτές της, τα νοσοκομεία δεν έχουν τα απαραίτητα εφόδια τα αστυνομικά και πυροσβεστικά αυτοκίνητα δεν έχουν ανταλλακτικά και βενζίνη για να κινηθούν κ.λπ. Ο ιδιωτικός τομέας συρρικνώνεται ακόμη περισσότερο επειδή δεν έχει ρευστότητα για να λειτουργήσει.

Επίσης ένα μεγάλο μέρος αυτού του υπερπλεονάσματος προέρχεται από τα κονδύλια που είχαν προϋπολογιστεί για δημόσιες επενδύσεις οι οποίες ποτέ δεν έγιναν. Αν λοιπόν δεν πληρώνεις αυτά που χρωστάς και αν δεν κάνεις τις επενδύσεις που χρειάζεται η χώρα, μπορεί να έχεις ένα λογιστικό πλεόνασμα, αλλά δεν έχεις δρόμους, μεταφορές, υποδομές.

Από την άλλη πλευρά, το πλεόνασμα δημιουργήθηκε από την υπερβολική αύξηση των φόρων και το κόψιμο των συντάξεων. Οι υπερβολικοί φόροι όχι μόνο διέλυσαν τις ιδιωτικές επιχειρήσεις και ακόμη περισσότερο όλους τους φορολογούμενους επαγγελματίες, αλλά παράλληλα ενίσχυσαν τη φοροδιαφυγή. Εκλεισαν εκατοντάδες χιλιάδες μεσαίες επιχειρήσεις και δεκάδες μεγαλύτερες έφυγαν στο εξωτερικό. Η ανεργία βρέθηκε σε αδιανόητα ύψη, εκατομμύρια Ελληνες βρέθηκαν κάτω από τα όρια της φτώχειας, ο μαρασμός και η κατάθλιψη επικράτησαν παντού.

Αποτέλεσμα είναι εννιά χρόνια μετά την εκδήλωση της κρίσης η οικονομία να βρίσκεται σε πραγματικά τραγικό επίπεδο, κάτι που οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στη διαχείριση της κρίσης που έκαναν οι κυβερνήσεις μας και κυρίως αυτή των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Διότι ενώ η επίθεση στον ιδιωτικό τομέα ξεκίνησε από την αρχή της κρίσης με τις μνημονιακές κυβερνήσεις, εντάθηκε σε βαθμό θανάσιμο από τη σημερινή κυβέρνηση, η οποία έβγαλε το μίσος δεκαετιών προς οποιαδήποτε ιδιωτική πρωτοβουλία.

Αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι το πώς οι κυβερνήσεις της λαϊκής Δεξιάς και της Αριστεράς συνέπλευσαν σε έναν κοινό στόχο, που ήταν η μεταφορά του βάρους από το πτωχευμένο Δημόσιο στον ιδιωτικό τομέα.
Η επίτευξη των στόχων που έθεσαν οι ξένοι, δηλαδή η μείωση του ελλείμματος και η μετατροπή του σε πλεόνασμα, έπρεπε να γίνει μέσω της μείωσης των δαπανών του Δημοσίου και όχι μέσω της επιβολής εξοντωτικών φόρων στους πολίτες ή των υπερβολικών περικοπών των συντάξεων. Αυτός ήταν ο λάθος τρόπος και αυτός είναι η αιτία της σημερινής τραγικής κατάστασης.

Τα μνημόνια πρότειναν έναν συνδυασμό σύλληψης της φοροδιαφυγής και διεύρυνσης της φορολογικής βάσης και παράλληλα μεταρρυθμίσεις που θα μείωναν τη γραφειοκρατία και τις δαπάνες του Δημοσίου, θα έκοβαν εντελώς τις σπατάλες του και θα διαμόρφωναν ένα περιβάλλον υγιές και φιλικό προς την επιχειρηματικότητα έτσι ώστε ο ιδιωτικός τομέας να τραβήξει το κάρο της οικονομίας. Αυτό δεν είναι αποδεκτό ούτε από τις κυβερνήσεις της λαϊκής Δεξιάς ούτε από τις αριστερές. Και οι μεν και οι δε θέλουν πανίσχυρο δημόσιο τομέα ο οποίος να μπορεί να εξαγοράζει ψήφους μέσω προσλήψεων και παροχών. Ο ιδιωτικός τομέας θεωρείται άχρηστος και ενοχλητικός αφού μειώνει την εργοδοτική ισχύ του κράτους, δηλαδή των πολιτικών και των δημοσίων υπαλλήλων που συνδιοικούν το «μαγαζί».

Ολο το βάρος της πτώχευσης του δημόσιου τομέα μεταφέρθηκε στις πλάτες του ιδιωτικού, ο οποίος αναγκάστηκε επίσης να πτωχεύσει. Φτάσαμε, λοιπόν, εννιά χρόνια μετά, αντί να έχουμε έναν πτωχευμένο τομέα και έναν υγιή που να προσπαθεί να διασώσει τον πτωχευμένο, να έχουμε δύο πτωχευμένους τομείς.

Οσον αφορά, δε, την πολυπόθητη ανάπτυξη, τα μνημόνια όχι μόνο άφηναν περιθώρια, αλλά έδιναν και σαφείς οδηγίες για τις μεταρρυθμίσεις που πρέπει να γίνουν για να επιτευχθεί. Ξεχάσαμε την εργαλειοθήκη του ΟΟΣΑ που περιείχε τεράστιες μεταρρυθμίσεις, οι οποίες αν είχαν γίνει, σήμερα η Ελλάδα δεν θα βρισκόταν στις τελευταίες θέσεις στις λίστες διεθνούς ανταγωνιστικότητας ανήμπορη να βρει επενδύσεις, αλλά στις πρώτες θέσεις, με τους επενδυτές να τη θεωρούν εξαιρετικά φιλική. Τα μνημόνια άφηναν χρήμα για το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων. Ο Τσίπρας, όμως, είναι αυτός που ενώ είχε στον Προϋπολογισμό 700 εκατ. για επενδύσεις, δεν τις έκανε και κράτησε το χρήμα για να εξαγοράσει ψήφους τώρα προεκλογικά, σπαταλώντας το απόθεμα που μαζεύτηκε με το αίμα των φορολογουμένων.

Με λίγα λόγια, η Ελλάδα έχασε μια μοναδική στην Ιστορία της ευκαιρία να γλιτώσει από την κακοδαιμονία που ιστορικά της επιβάλλει το πολιτικό σύστημα και να απεγκλωβιστεί από τα δεσμά ενός ληστρικού κράτους. Την έχασε διότι οι κυβερνήσεις της, δέσμιες του λαϊκισμού και του προσωπικού πολιτικού οφέλους, επέλεξαν να επιβιώσουν εις βάρος της χώρας. Και το πέτυχαν.