Γενικός Δείκτης:635.84-0.37%
EUR/USD: 1.1325

Το πνεύμα χαλαρότητας και ο χρόνος

  • Print
Προσθήκη σχολίου
Παναγιώτης Πετράκης

Στο οικονομικό επιτελείο της χώρας υπάρχει μια χρόνια σταθερή αντίληψη ότι η οικονομία της χώρας υποφέρει από έλλειψη εσωτερικής ενεργούς ζήτησης. Μάλιστα φαίνεται ότι η αντίληψη αυτή, παρόλο που είναι εντονότερη στην παρούσα «αριστερόστροφη» πολιτική ηγεσία, είναι διάχυτη σε όλο το πολιτικό σκηνικό συμπεριλαμβανομένων αντιλήψεων των κεντροδεξιών κυβερνήσεων.

Η οικονομική πεποίθηση, με κεϋνσιανή καταβολή, ότι το παραγωγικό και εισοδηματικό κενό της ελληνικής οικονομίας το συντηρεί η έλλειψη ενεργούς ζήτησης βρίσκεται σε αντιπαράθεση με την πεποίθηση ότι το κενό αυτό συντηρείται από την τεχνολογική και παραγωγική έλλειψη, δηλαδή την έλλειψη δυνατοτήτων προσφοράς από την οικονομία. Η τελευταία αυτή άποψη έχει τις ρίζες της στα οικονομικά της προσφοράς. Η θεμελίωσή της ενισχύεται από τις τεχνολογικές εξελίξεις της τέταρτης Βιομηχανικής Επανάστασης.

Ετσι έχουμε δύο απόψεις. Η πρώτη υποστηρίζει ότι αν αυξήσουμε τους μισθούς, το κενό θα καλυφθεί, ενώ η δεύτερη υποστηρίζει έναν πιο δύσκολο δρόμο ανασυγκρότησης του παραγωγικού ιστού.

Τελικά αυτό πού φαίνεται να διαφοροποιεί τις δύο απόψεις δεν είναι τόσο η ανάγκη θεμελίωσης των αιτιών της ύφεσης, αλλά η πολιτική στόχευση της λύσης του προβλήματος. Η προσφυγή στην ενίσχυση της ζήτησης είναι δημοφιλής από πλευράς τόσο χρόνου εφαρμογής και αποτελέσματος όσο και αποδεκτών, αφού συνήθως απευθύνεται στους πολλούς και όλους αυτούς οι οποίοι θεωρητικά έχουν μεγαλύτερη ροπή προς κατανάλωση. Αντιθέτως η επανοργάνωση του παραγωγικού συστήματος έχει μακρύ χρόνο ωρίμανσης, σχετίζεται με συμπεριφορές, με μακρύ χρόνο μεταβολής και αφορά, κυρίως, τις επιχειρήσεις. Δηλαδή έχει πολύ λιγότερους αποδέκτες.

Ωστόσο η επίκληση της ενεργούς ζήτησης και συνακόλουθα η κινητοποίηση μέσων για την αντιμετώπισή της απαιτεί δύο δυνατότητες: είτε δημοσιονομικό χώρο είτε αύξηση της δυνατότητας δανεισμού.

Αν ήμασταν στην ευχάριστη κατάσταση όπου η υπεραπόδοση της οικονομίας και οι μακροχρόνια υψηλοί ρυθμοί μεγέθυνσης δημιουργούν επαρκή δημοσιονομικό χώρο (βλέπε δεκαετία του 2010 στην Ευρώπη), τότε θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε την ενεργό ζήτηση. Επίσης, αν ήμασταν μια μεγάλη οικονομία με δικό της νόμισμα, θα μπορούσαμε να αγνοήσουμε τους πραγματικούς περιορισμούς του δημοσιονομικού χώρου.

Αν όμως ήμασταν μια μικρή οικονομία που έχει ισορροπήσει σε ένα χαμηλό επίπεδο οικονομικής δραστηριότητας, που ανήκουμε σε μια νομισματική ένωση, που βρίσκεται χαμηλά στη διεθνή καμπύλη περιεκτικότητας προστιθέμενης αξίας στα προϊόντα της και υψηλή σχέση χρέους και ΑΕΠ, τότε οι δυνατότητες αναζήτησης της σωτηρίας στην ενεργό ζήτηση είναι εξαιρετικά περιορισμένες.

Ισως η σωστή λύση βρίσκεται κάπου στη μέση που σ’ έναν βαθμό ορθώς ακολουθείται σήμερα.

Σε όλα αυτά, όμως, στην ελληνική οικονομία προστίθεται το ασθενές τραπεζικό σύστημα. Ενώ θα μπορούσε η ενεργοποίησή του να καλύψει ορισμένα κενά του οικονομικού συστήματος, αυτό είχε βγει από το ραντάρ των ιθυνόντων της οικονομικής πολιτικής. Ενώ δηλαδή θα έπρεπε η οικονομική πολιτική να έχει αναγνωρίσει και συμβιβαστεί με την πραγματικότητά του έτσι ώστε να επιχειρήσει να το ενεργοποιήσει εγκαίρως, παρεμβαίνοντας όπου και όπως μπορούσε, το αφήνει μέχρι να προσκρούσει στον τοίχο εμπιστοσύνης των επενδυτών. Ενδεχομένως κάποιοι σκέφτονται ότι δεν είναι άσχημη η λύση επανακρατικοποίησής του (διαχείριση συμφερόντων) αγνοώντας τις περιορισμένες δημοσιονομικές δυνατότητες. Ουσιαστικά συζητούνται δύο εναλλακτικές λύσεις, με την κρατική συμμετοχή να συνεπάγεται αυξημένο δημοσιονομικό κόστος ενώ η πρόταση της Τραπέζης της Ελλάδος εδράζεται στις θετικές προσδοκίες.

Επιπροσθέτως όλα αυτά προϋποθέτουν πάλι χρόνο! Οπως χρόνο απαιτούν για να αποδώσουν και οι θεσμικές μεταρρυθμίσεις. Γι’ αυτό ήταν πολύ επικίνδυνο να πυροδοτηθεί πνεύμα χαλαρότητας επειδή τελείωσαν τα μνημόνια. Η πυροδότηση, όμως, έγινε και πάλι για ιδεολογικούς και πολιτικούς λόγους (λόγω του πολιτικού κύκλου), ενώ είναι προφανές ότι αντιστρατεύεται τις δυνατότητες της χώρας. Στην πραγματικότητα το πνεύμα χαλαρότητας είναι αδυναμία διοίκησης.

Η πυροδότηση, όμως, της χαλαρότητας δημιουργεί προσδοκίες. Η διάψευσή τους θα είναι αρνητική για την παρούσα διακυβέρνηση! Ετσι, ουσιαστικά η οικονομία παίρνει την εκδίκησή της από την πολιτική!

Τώρα μόνο η ολοκλήρωση του πολιτικού κύκλου μπορεί να βοηθήσει την οικονομία. Με την προϋπόθεση βέβαια ότι στη συνέχεια η ιδεολογία και η πολιτική θα απομακρυνθούν από την οικονομία ψάχνοντας για απλές και ρεαλιστικές λύσεις.

*Ο Παναγιώτης Πετράκης είναι καθηγητής ΕΚΠΑ