Γενικός Δείκτης:624.81-1.12%
EUR/USD: 1.15

Η πολιτική πόλωση και τα ρίσκα της

  • Print
Προσθήκη σχολίου
Γιώργος Χ. Παπαγεωργίου

Ολα δείχνουν ότι τα δύο μεγάλα κόμματα έχουν ριχτεί στη μάχη των εκλογών για τα καλά, σε μια στιγμή που είναι άγνωστο πόσο θα κρατήσει η… προεκλογική περίοδος. Φαίνεται, μάλιστα, ότι και οι δύο πλευρές υιοθετούν στρατηγικές που ευνοούν την πόλωση.

Τούτο φάνηκε από ομιλίες του πρωθυπουργού και του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης στη Θεσσαλονίκη, αλλά και από τις θέσεις που εκφράζουν εκπρόσωποι και των δύο χώρων.

Ο μεν Αλέξης Τσίπρας στη ΔΕΘ έδωσε έμφαση στην ανάκτηση εργασιακών δικαιωμάτων και στη χορήγηση παροχών και ελαφρύνσεων με κοινωνικά κριτήρια, ενώ ο Κυριάκος Μητσοτάκης έριξε το βάρος στην ανάταξη της αγοράς και της επιχειρηματικότητας και στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας.

Παρά τις όποιες επικαλύψεις, είναι φανερό ότι έκλεισαν το μάτι σε διαφορετικά κοινά.

Από μια άποψη, κάτι τέτοιο είναι αναμενόμενο και λογικό. Την επόμενη μέρα των μνημονίων έχουν συσσωρευτεί πολλές προσδοκίες για κάτι καλύτερο σε εργαζόμενους και επιχειρήσεις, επομένως όλοι κάτι περιμένουν να ακούσουν και κάθε κόμμα επιλέγει το κοινό στο οποίο διαθέτει πλεονέκτημα.

Επιπλέον, φαίνεται ότι και τα δύο κόμματα εκτιμούν ότι η πόλωση τα εξυπηρετεί, αφού αμφότερα στοχεύουν στους ψηφοφόρους του μεσαίου χώρου. Η μεν Ν.Δ. γνωρίζει ότι ο μεσαίος χώρος αποτελεί την παραδοσιακή δεξαμενή η οποία δίνει την εξουσία, ενώ η στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ στοχεύει -πέρα από την επόμενη εκλογική μάχη- στην εδραίωσή του ως ένα από τα δύο κόμματα εξουσίας με ισχυρά ερείσματα στον χώρο της Κεντροαριστεράς. Επομένως, η πόλωση φαίνεται να συμφέρει αμφότερους.
Ωστόσο, η τακτική αυτή έχει και σημαντικά ρίσκα.

Για τον ΣΥΡΙΖΑ είναι μεν κατανοητή και δικαιολογημένη η προσήλωσή του στα πλέον αδύναμα στρώματα, αλλά αυτό ενδεχομένως να τον φέρει αντιμέτωπο με την αγορά και τα δυναμικά μεσαία στρώματα, που μπορεί μεν να μην έχουν ακόμη «πέσει από τον γκρεμό», αλλά δέχονται μεγάλες πιέσεις.
Από την άλλη πλευρά, στη Νέα Δημοκρατία γνωρίζουν ότι τα δημοσιονομικά περιθώρια θα είναι πολύ στενά τα επόμενα χρόνια και καθώς απομένει αδιευκρίνιστο από πού θα χρηματοδοτηθούν οι ελαφρύνσεις που εξήγγειλε αρχηγός της στη ΔΕΘ, είναι λογικό να δημιουργούνται ερωτήματα για το πού -και σε ποιους- θα πέσουν τα βάρη την επόμενη μέρα.

Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι η λογική του «εμείς κι εσείς» δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες της ελληνικής οικονομίας, η οποία καλείται όχι μόνο να ανασυγκροτηθεί μαζεύοντας τα κομμάτια της ύστερα από μία δεκαετία συμπίεσης, αλλά και να οργανωθεί σε διαφορετική βάση από τον συνδυασμό «πελατειακό κράτος - ανάπτυξη με δανεικά - κατανάλωση εισαγομένων», που επικρατούσε προ κρίσης.

Δεν υπάρχει ένα «καλό παρελθόν» στο οποίο πρέπει να επιστρέψουμε. Χρειάζεται να οικοδομηθεί ένα νέο οικονομικό και παραγωγικό μοντέλο και τούτο απαιτεί συνεννοήσεις και συναινέσεις. Στην πραγματικότητα χρειάζονται διαφορετικές πολιτικές συμπεριφορές, στον αντίποδα της μεταπολιτευτικής πελατοκρατείας, όπου δύο κυρίαρχα κόμματα ανταγωνίζονταν ποιο θα καταλάβει το κράτος για να μοιράσει τα οφέλη στην πελατεία του.

Η εποχή δεν προσφέρεται για έναν νέο δικομματισμό με τις ανάλογες συγκρούσεις. Χρειάζονται συνεργασίες, απλή αναλογική, συνθέσεις και συμβιβασμοί.