Γενικός Δείκτης:648.490.36%
EUR/USD: 1.137

Δίκαιες παροχές, άδικες παρενέργειες

  • Print
Προσθήκη σχολίου
Γιώργος Χ. Παπαγεωργίου

Η κυβέρνηση προχωρά συστηματικά σε ανακοινώσεις μέτρων στήριξης των πιο ευάλωτων στρωμάτων. Τα επιχειρήματα υπέρ των κινήσεων αυτών είναι πολλά, τόσο κοινωνικά όσο και οικονομικά. Ωστόσο, η πολιτική αυτή έχει ρίσκα και παρενέργειες τα οποία επιβάλλουν αντισταθμιστικές κινήσεις.

Σύμφωνα με τη Eurostat, το ποσοστό των ανθρώπων που αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού είναι 34,8%. Σε χειρότερη θέση στην Ε.Ε. βρίσκονται μόνο η Βουλγαρία (38,9%) και η Ρουμανία (35,7%).

Οταν ένας στους τρεις πολίτες αντιμετωπίζει τη φτώχεια, τα επιδόματα και οι ελαφρύνσεις είναι απαραίτητες ενισχύσεις που στηρίζουν την επιβίωση - χωρίς αυτό να αναιρεί το γεγονός ότι η κυβέρνηση σκέφτεται και το πιθανό εκλογικό όφελος.

Από την άλλη πλευρά, όμως, είναι σαφές ότι η χρηματοδότηση αυτής της στήριξης προς τους αδύνατους γίνεται με μεγάλες θυσίες από όσους πληρώνουν τους φόρους.

Τον περασμένο Σεπτέμβριο οι φορολογούμενοι με ληξιπρόθεσμες οφειλές προς την Εφορία αυξήθηκαν κατά 500.000 μέσα σε έναν μήνα και ο αριθμός τους έφτασε στους 4,3 εκατομμύρια. Από αυτούς, μάλιστα, περίπου 1,7 εκατομμύρια είναι «ανοιχτοί» σε αναγκαστικά μέτρα είσπραξης από την Εφορία, ενώ στους 1,1 εκατομμύρια έχουν ήδη επιβληθεί κατασχέσεις.

Είναι σαφές ότι έχει τοποθετηθεί υπερβολικό βάρος σε κάποια στρώματα, αλλά τα περιθώριά τους εξαντλούνται.

Η αλήθεια είναι ότι δεν υπερφορολογούνται οι πάντες, αλλά μόνο ορισμένες κατηγορίες πολιτών. Πολλοί φοροδιαφεύγουν και επομένως δεν χρωστάνε, ενώ πιθανότατα λαμβάνουν και επιδόματα επειδή δηλώνουν χαμηλά εισοδήματα.

Επομένως, κάποιοι σηκώνουν τα βάρη όχι μόνο των αδυνάτων, αλλά και των ξύπνιων που κοροϊδεύουν το σύστημα.

Ασφαλώς, είναι λογικό και δίκαιο σε μια οργανωμένη κοινωνία οι πολίτες που βρίσκονται σε καλύτερη θέση να χρηματοδοτούν τη στήριξη των πιο αδύναμων, αλλά με ορισμένες προϋποθέσεις. Θα πρέπει και τα βάρη να επιβάλλονται δίκαια και, κυρίως, με τρόπο που δεν θα εξωθεί στη φτώχεια και το αδιέξοδο εκείνους που καλούνται να τα σηκώσουν.

Η προϋπόθεση αυτή δεν καλύπτεται, διότι από τη μια υπάρχει η υπερφορολόγηση και από την άλλη ένα άκαμπτο και τιμωρητικό σύστημα είσπραξης και ρύθμισης, το οποίο πολύ εύκολα οδηγεί στην κατάσχεση. Η τελευταία βγάζει τον οφειλέτη εκτός μάχης και τον εμποδίζει να κινήσει την επιχείρησή του ή να πληρώσει τις υποχρεώσεις του, δανειακές ή άλλες.
Καθώς μάλιστα καταργούνται και οι περιορισμοί για τους πλειστηριασμούς πρώτης κατοικίας, τα αδιέξοδα για τους πολίτες εκείνους που υπερφορολογούνται πολλαπλασιάζονται.

Φορτώνονται πρόσθετα βάρη, χωρίς να τους δίνεται η δυνατότητα να τα διαχειριστούν. Αντιθέτως, τα περιθώρια στενεύουν και κάποιοι θα χάσουν το σπίτι τους. Είναι θεωρητικά θεμιτό να τα παίρνεις από τη μια τσέπη που βρίσκεται σε καλύτερη οικονομική κατάσταση, για να τα βάλεις στην άλλη, στο όνομα της κοινωνικής δικαιοσύνης, αλλά αυτό εντός ορίων και χωρίς να καταστρέφεις την πρώτη τσέπη που τροφοδοτεί το σύστημα.

Χρειάζονται αντισταθμιστικά μέτρα διαχείρισης και στη συνέχεια ελάφρυνση του υπερβολικού βάρους σε εκείνους που σήμερα το σηκώνουν, με άρση των κατασχέσεων -εκτός από πολύ συγκεκριμένες περιπτώσεις- και με πιο εύκολες ρυθμίσεις οφειλών προς το Δημόσιο και τις τράπεζες. Διαφορετικά, η υπερχρέωση θα συνεχιστεί υπονομεύοντας και τα στρώματα που μέχρι σήμερα έχουν αντέξει.

Και τότε το πολιτικό κόστος πιθανόν θα υπερκεράσει το όφελος που ορισμένοι προσδοκούν από τις παροχές.