Γενικός Δείκτης:847.36-0.35%
EUR/USD: 1.1212

Το μεγάλο λάθος με τις τράπεζες

  • Print
Προσθήκη σχολίου
Γιώργος Χ. Παπαγεωργίου

Το πολυδιαφημισμένο νέο πλαίσιο για την προστασία της πρώτης κατοικίας έφτασε στη Βουλή με πολλές αλλαγές σε σχέση με τις αρχικές εξαγγελίες της κυβέρνησης. Η προστασία περιορίστηκε με την προσθήκη αρκετών κριτηρίων που τελικά λειτουργούν ως κόφτες, γεγονός που επισήμαναν, εκτός από την αντιπολίτευση, οργανώσεις καταναλωτών, καθώς και διάφοροι φορείς, από επιχειρηματικούς συνδέσμους μέχρι τον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών.

Εκείνοι που δηλώνουν ικανοποιημένοι από το νέο πλαίσιο είναι οι εκπρόσωποι των τραπεζών, γεγονός που ενδεχομένως αντανακλά και την πραγματικότητα ως προς το ποιος κερδίζει και ποιος χάνει από τις συγκεκριμένες ρυθμίσεις. Αλλωστε το πακέτο των μέτρων για τα κόκκινα δάνεια, πέρα από την κρατική επιδότηση κάποιων στεγαστικών δανείων, περιλαμβάνει και κρατική ενίσχυση (εγγυήσεις) για  τις τράπεζες προκειμένου να πουλήσουν ακριβότερα τα κόκκινα δάνεια.

Κυβερνητικά στελέχη υποστηρίζουν ότι η ρύθμιση καλύπτει το 70% των κόκκινων δανειοληπτών επικαλούμενοι τα στοιχεία των τραπεζών, ενώ επισημαίνουν τους αντικειμενικούς περιορισμούς, αφού όποια ελάφρυνση γίνεται στα δάνεια κάποιος πρέπει να την πληρώσει.

Εδώ είναι και το κλειδί της υπόθεσης, αφού είναι γεγονός ότι η ελληνική κοινωνία έχει ήδη πληρώσει ακριβά τις τράπεζες και τα κόκκινα δάνεια στη διάρκεια της κρίσης με αλλεπάλληλες επιδοτήσεις τόσο με κρατικές ενέσεις ρευστότητας όσο και με δημόσιο χρήμα για τα κεφάλαια των τραπεζών.

Παρόλο όμως που το Ελληνικό Δημόσιο πλήρωσε με δεκάδες δισ. ευρώ τις τράπεζες, στην πραγματικότητα δεν έχει έλεγχο σε αυτές.

Εάν είχαν χαριστεί σε οποιονδήποτε άλλο κλάδο ή φορέα άνω των 40 δισ. ευρώ, είναι βέβαιο ότι θα υπήρχε και η απαίτηση για ανάλογο στιβαρό δημόσιο έλεγχο, με απόδοση ευθυνών, δημοσιότητα, αντικειμενικές διαδικασίες στην επιλογή των στελεχών, διαφάνεια στις αμοιβές τους και προσαρμογή των τελευταίων στην οικονομική τους επίδοση και την κατάσταση της χώρας.

Δεν συνέβη, όμως, αυτό με τις τράπεζες, οι οποίες στην Ελλάδα αποτέλεσαν ένα μοναδικό υβρίδιο: από τη μια θεωρούνται δημόσιου ενδιαφέροντος και τις πληρώνουμε ακριβά μέσα από τη βαριά φορολογία και το χρέος που φορτωθήκαμε χάριν της διάσωσής τους, αλλά από την άλλη... είναι ιδιωτικές εταιρείες που λειτουργούν με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, ακόμα κι όταν χρεοκοπούν.

Επιπλέον, ουδέποτε συζητήθηκε η ευθύνη των τραπεζών για τα κόκκινα δάνεια όταν τα χορηγούσαν αφειδώς και χωρίς ελέγχους, με μόνο γνώμονα να αυξήσουν τις χορηγήσεις, τις προμήθειες, τα μπόνους και τα κέρδη τους.

Και στις ΗΠΑ διασώθηκαν τράπεζες, αλλά εκεί κρατικοποιήθηκαν, απαλλάχθηκαν από τα στελέχη που τις είχαν φορτώσει με ανείσπρακτα δάνεια, εξυγιάνθηκαν και στη συνέχεια πουλήθηκαν σε ιδιώτες, με αποτέλεσμα το Δημόσιο να βγάλει και κέρδη.

Στην Ελλάδα η κρατικοποίηση των τραπεζών θεωρήθηκε ιεροσυλία και αποφεύχθηκε. Το αποτέλεσμα είναι ότι ενώ το ελληνικό κράτος έχει πληρώσει άνω των 40 δισ. ευρώ για να στηρίξει τα κεφάλαια των τεσσάρων συστημικών τραπεζών, οι δύο από αυτές ελέγχονται πλέον από ξένους  μετόχους, ενώ το Ελληνικό Δημόσιο δεν έχει λόγο ούτε στις άλλες δύο όπου διατηρεί ακόμα μετοχικό έλεγχο, αφού ο φορέας που διαχειρίζεται την κρατική συμμετοχή, το ΤΧΣ, στελεχώθηκε με ξένους -κατ’ επιταγήν της τρόικας-, οι οποίοι ουδείς έχει καταλάβει τι ακριβώς κάνουν. Είναι φανερό ότι η διαχείριση της χρεοκοπίας του τραπεζικού συστήματος ήταν μια σειρά διαδοχικών λαθών.

Χάθηκαν τεράστια ποσά δημόσιου χρήματος, τα οποία θα μπορούσαν εξαρχής να δοθούν για την εμπροσθοβαρή διαχείριση των κόκκινων δανείων, με μια «κακή τράπεζα» δημόσιου χαρακτήρα, η οποία θα διέσωζε και τις τράπεζες και τα σπίτια του κόσμου, τα οποία τώρα είναι εκτεθειμένα σε πλειστηριασμούς εφόσον οι ιδιοκτήτες τους δεν μπορούν να περάσουν τους «κόφτες» της νέας πλατφόρμας.