Γενικός Δείκτης:847.36-0.35%
EUR/USD: 1.1212

Τα πολιτικά ρίσκα του υπερπλεονάσματος

  • Print
Προσθήκη σχολίου
Γιώργος Χ. Παπαγεωργίου

Tο πλεόνασμα που πέτυχε ο κρατικός προϋπολογισμός πέρυσι ξεπέρασε κάθε πρόβλεψη, σύμφωνα με τα τελικά στοιχεία που ανακοινώθηκαν την περασμένη εβδομάδα, με αποτέλεσμα να ξεκινήσει ένας χορός δηλώσεων για το αν και με ποιον τρόπο η κυβέρνηση θα προχωρήσει σε ευνοϊκά μέτρα και παροχές.

Το λεγόμενο πρωτογενές πλεόνασμα, ήτοι το περίσσευμα του Προϋπολογισμού (έσοδα μείον έξοδα) προτού πληρωθούν οι τόκοι για το χρέος, έφτασε τα 8,1 δισ. ευρώ και αντιστοιχεί στο 4,29% του ΑΕΠ, τη στιγμή που η συμβατική υποχρέωση της χώρας ήταν να καλύψει τον στόχο του 3,5%.

Κατόπιν τούτου, κυβερνητικά στελέχη καλλιεργούν προσδοκίες μιλώντας για επερχόμενες μειώσεις συντελεστών στη φορολογία εισοδήματος και τον ΦΠΑ, για διανομή κοινωνικού μερίσματος είτε, ακόμη, και για αποφυγή της προβλεπόμενης μείωσης του αφορολόγητου το 2020.

Η όλη συζήτηση είναι απολύτως αναμενόμενη, αφού ήδη βρισκόμαστε σε προεκλογική περίοδο, η οποία μάλιστα, σύμφωνα με όσα εξαγγέλλονται και εκτός απροόπτου, θα συνεχιστεί τους επόμενους πέντε μήνες.

Η αξιωματική αντιπολίτευση, από την πλευρά της, το τελευταίο διάστημα κατηγορεί συστηματικά την κυβέρνηση ότι υπερφορολογεί τους πολίτες και μειώνει χρήσιμες δημόσιες δαπάνες όπως οι δημόσιες επενδύσεις, τακτική που μπορεί μεν να δημιουργεί πλεονάσματα στον Προϋπολογισμό αλλά είναι σε βάρος της οικονομικής ανάπτυξης.

Ωστόσο και η Ν.Δ. κρατά χαμηλούς τόνους στην κριτική της σχετικά με τις ελαφρύνσεις, αφού και η δική της προεκλογική ρητορική περιλαμβάνει υποσχέσεις για μείωση φορολογίας, ενώ είναι προφανές ότι ουδείς μπορεί να πει ανοιχτά «όχι» σε κοινωνικές παροχές.

Η Ν.Δ. άλλωστε υπόσχεται ακόμα ότι θα καταφέρει τους δανειστές να δεχθούν μείωση των στόχων για τα πρωτογενή πλεονάσματα έτσι ώστε να απελευθερωθούν πόροι παρότι κάτι τέτοιο προϋποθέτει ότι θα γίνει νέα ελάφρυνση χρέους η οποία είναι εκτός συζήτησης.

Πίσω από την κυβερνητική τακτική της διανομής του υπερπλεονάσματος βρίσκεται η λογική ότι ενισχύονται τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα τα οποία έχουν πληγεί περισσότερο απ’ όλους στη διάρκεια της κρίσης, κάτι που εκτός του ότι είναι κοινωνικά δίκαιο αποτελεί και μια ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας, αφού τα χρήματα μπαίνουν εξ ολοκλήρου στην κατανάλωση τροφοδοτώντας την οικονομία.

Η αξιωματική αντιπολίτευση, από την πλευρά της, υποστηρίζει ότι η υπερφορολόγηση πνίγει την οικονομική δραστηριότητα, γεγονός που κοστίζει σε εισόδημα, απασχόληση και επιχειρηματικά κέρδη και επιβαρύνει το σύνολο, ακόμα και τα χαμηλά εισοδηματικά στρώματα, τα οποία θα ωφελούνταν περισσότερο αν η οικονομική ανάπτυξη έτρεχε με υψηλότερο ρυθμό.

Είναι βέβαιο, σε κάθε περίπτωση, ότι οι εξαγγελίες για παροχές και μειώσεις φόρων το επόμενο διάστημα θα είναι από τα βασικά στοιχεία της αντιπαράθεσης έστω και αν τα δύο μεγάλα κόμματα διαφοροποιούνται ως προς την κοινωνική διαστρωμάτωση στην οποία απευθύνεται η ρητορική τους.

Εκείνο που μένει να φανεί είναι ποιος θα είναι ο αντίκτυπος στο πολιτικό πεδίο και το εκλογικό αποτέλεσμα.

Διότι η προσωπική οικονομική κατάσταση των πολιτών φαίνεται να είναι ένα από τα καθοριστικά ζητήματα για τους ψηφοφόρους και είναι γεγονός ότι η συντριπτική πλειονότητα των πολιτών υφίσταται απώλειες τα τελευταία χρόνια.

Παρά την όποια βελτίωση καταγράφεται το τελευταίο διάστημα, το κυρίαρχο αίσθημα είναι η πίεση και η απώλεια βιοτικού επιπέδου μέσα στο οποίο ενδεχομένως «χάνονται» οι παροχές και οι εξαγγελίες.

Η ιστορία έχει δείξει ότι σε ένα τέτοιο πλαίσιο, κατά κανόνα, αρκετοί ψηφοφόροι δεν ανταποδίδουν κάτι που έχουν ήδη λάβει, αλλά είτε επιλέγουν να τιμωρήσουν την κυβέρνηση -συχνά ενισχύοντας ακραίες φωνές- είτε να ακούσουν ωραίες υποσχέσεις ανεξάρτητα από το εάν είναι υλοποιήσιμες ή ανεδαφικές.