Γενικός Δείκτης:847.36-0.35%
EUR/USD: 1.1212

Διλήμματα δεξιά και αριστερά

  • ( UPD -06/06/2019 08:43:59 )
  • Print
Προσθήκη σχολίου
Γιώργος Χ. Παπαγεωργίου

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν διέφυγε από τον «σιδερένιο κανόνα» των μνημονίων: όποια κυβέρνηση τα εφάρμοσε είχε μεγάλο πολιτικό κόστος. Οι κυβερνήσεις του Γιώργου Παπανδρέου, του Λουκά Παπαδήμου, του Αντώνη Σαμαρά, όπως και όλα τα κόμματα που τις υποστήριξαν υπέστησαν τεράστια φθορά. Ο κανόνας επιβεβαιώθηκε και για τον Αλέξη Τσίπρα.

Μπορεί η κυβέρνηση να προέβαλε την έξοδο από τα μνημόνια και τη βελτίωση των οικονομικών μεγεθών, αλλά η οικονομική πραγματικότητα για τη μεγάλη πλειονότητα των πολιτών ήταν και παραμένει πιεστική- και αυτό ήταν ένα από τα βασικά κριτήρια ψήφου.

Υπό αυτό το πρίσμα, η ήττα ήταν αναμενόμενη, αλλά το μεγάλο ερώτημα είναι ποια θα είναι η επόμενη μέρα. Θα καταφέρει ο ΣΥΡΙΖΑ να ανασυνταχθεί και να διατηρήσει ποσοστά μεγάλου κόμματος για να επανέλθει, όπως το πέτυχε η Ν.Δ. μετά την πρώτη της μνημονιακή διακυβέρνηση, ή θα συρρικνωθεί περαιτέρω, όπως συνέβη με το ΠΑΣΟΚ ύστερα από το 2011;

Για τον ΣΥΡΙΖΑ το στρατηγικό δίλημμα είναι αν θα επιμείνει να διεκδικεί τον χώρο της Κεντροαριστεράς για να αποτελέσει τον εναλλακτικό πόλο εξουσίας ή αν θα επιδιώξει να επιστρέψει προς τα αριστερά.

Στην περίπτωση που ο ΣΥΡΙΖΑ επιμείνει στη στροφή προς το Κέντρο, θα πρέπει να μεταλλαχθεί σε ένα πολυσυλλεκτικό κόμμα που θα απευθύνεται σε ευρύτατo φάσμα κοινωνικών στρωμάτων, από τα χαμηλά εισοδήματα μέχρι τη λεγόμενη «μεσαία - ανώτερη» τάξη, επιδιώκοντας να αμβλύνει τις -υπαρκτές- αντιθέσεις αντί να τις θάλπει και να τις οξύνει. Και τούτο με προσανατολισμό εξουσίας, άρα απολύτως συμβατό με τις κατευθύνσεις της Ευρωζώνης και πειθήνιο στους περιορισμούς οικονομικής πολιτικής που θέτουν οι Βρυξέλλες και το Βερολίνο.

Είναι μια σημαντική μετάλλαξη σε σχέση με την προέλευση του κόμματος και μένει να φανεί αν ο ΣΥΡΙΖΑ θα επιμείνει σε αυτήν όταν βρεθεί στην αντιπολίτευση - χωρίς τη συγκoλλητική ουσία της εξουσίας να καταστέλλει τις διαφωνίες.

Στρατηγικό δίλημμα, όμως, αντιμετωπίζει και η Ν.Δ. η οποία όπως όλα δείχνουν θα κληθεί να σχηματίσει κυβέρνηση μετά τις 7 Ιουλίου.

Σε πρώτη ανάγνωση οι συνθήκες για την επόμενη κυβέρνηση μοιάζουν αρκετά καλές: η εποχή των μνημονίων έχει παρέλθει, η οικονομία ήδη βρίσκεται σε τροχιά ανάκαμψης, τα οικονομικά μεγέθη βελτιώνονται και υπάρχουν χρηματικά αποθέματα.

Από την άλλη πλευρά, όμως, είναι γεγονός ότι τα περιθώρια δράσης είναι περιορισμένα λόγω των υποχρεώσεων για υψηλά πλεονάσματα τα οποία πνίγουν την οικονομία, αλλά κατευθύνονται στην αποπληρωμή του δημοσίου χρέους. Επομένως, η μείωση του σχετικού στόχου μπορεί να είναι επιθυμητή, αλλά προϋποθέτει νέα διευθέτηση του χρέους, κάτι το οποίο είναι εκτός συζήτησης στην Ευρωζώνη.

Με αυτά τα δεδομένα και η επόμενη κυβέρνηση θα βρεθεί αντιμέτωπη με τους ίδιους δημοσιονομικούς περιορισμούς και θα πρέπει να αποφασίσει «από ποιους θα πάρει και σε ποιους θα δώσει». Επιπλέον, ακόμα και με τις ελαφρύνσεις που έχει εξαγγείλει ο Κυριάκος Μητσοτάκη, η οικονομική κατάσταση των νοικοκυριών δεν θα αλλάξει θεαματικά. Η πίεση θα παραμείνει.

Από εκεί και πέρα, ο αρχηγός της Ν.Δ. υπόσχεται υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, της τάξης του 4%, και προσέλκυση επενδύσεων, ενώ ήδη η επόμενη κυβέρνηση «χαιρετίζεται» από τις αγορές ως πιο φιλική απέναντι στις επιχειρήσεις.

Για να γίνουν όμως κινήσεις προς αυτή την κατεύθυνση σε μια προβληματική και υπερχρεωμένη οικονομία όπως η ελληνική απαιτούνται είτε πολιτικές με μακροχρόνιο ορίζοντα και ευρείες κοινωνικές συναινέσεις που θα αποδώσουν ύστερα από πολλούς κυβερνητικούς κύκλους, είτε πολιτικές-σοκ με υψηλό κοινωνικό κόστος και αμφίβολα, πρόσκαιρα αποτελέσματα.

Η επιλογή ανάμεσα στα δύο θα είναι το δίλημμα για τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Θα πρέπει να επιλέξει ανάμεσα στην κεντρώα ρητορική που υιοθέτησε στην αρχή της προεδρίας του όταν φλέρταρε με τον μεσαίο χώρο -σημαντικό κομμάτι του οποίου τον στήριξε στις εκλογές απ’ ό,τι φάνηκε- και στις σκληρές πολιτικές που είναι εγγεγραμμένες στο DNA της παράταξής του.