Υστερα από δικαστικές διαμάχες 10 ετών, ο Εβαν Συρίγος, της πτωχευμένης εταιρείας τροφίμων, αποκτά την αμύθητη περιουσία της θείας του

του Δημήτρη Παφίλα

Οι μεγάλες κληρονομιές, σπάνιο φαινόμενο στις μέρες μας, ήταν το κύριο θέμα των αγαπημένων ελληνικών ταινιών. Ενας θείος ή μια θεία, οι απαραίτητοι όροι, οι κληρονόμοι  που εφoρμούν παντί τρόπω για να πάρουν τα χρήματα και η κατάληξη που ήταν επωφελής για όλους. Στη ζωή όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά, γι’ αυτό και η υπόθεση κληρονομιάς μιας μεγάλης έκτασης στο Πόρτο Χέλι κατέληξε στο δικαστήριο, στην απόφαση του οποίου ελπίζει για να ορθοποδήσει ο κ. Εβαν Συρίγος της πτωχευμένης βιομηχανίας ΒΟΚΤΑΣ.

Η κληρονομιά της γηραιάς κυρίας

Τον Φεβρουάριο του 1994, σε ένα δίκλινο δωμάτιο ιδιωτικού νοσοκομείου, εκτυλίχθηκε μια ιστορία από εκείνες που όταν τις αντικρίζεις σε τηλεοπτικά σίριαλ σκέφτεσαι αμέσως ότι αποκλείεται να συμβαίνουν στην πραγματική ζωή τέτοια πράγματα. Πρωταγωνιστές της υπόθεσης, μια γηραιά κυρία, συγγενείς, δικηγόροι, ένας συμβολαιογράφος και στη μέση μια τεράστια κληρονομιά  ύψους 10 δισ. δραχμών (30 εκατ. ευρώ). Μόνο που η κληρονομιά, αντί να πάει στους συγγενείς, πήγε σε έναν δικηγόρο που εμφανίστηκε ως ο υιοθετημένος γιος της γηραιάς κυρίας. Η υπόθεση κατέληξε στη Δικαιοσύνη και τελικά ύστερα από μια δεκαετία δικαστικών διενέξεων φαίνεται πλέον ότι οδεύει στη λύση. Ανάμεσα στους συγγενείς ήταν ένας επιχειρηματίας και η οικογένεια μιας ιστορικής εταιρείας τροφίμων, η οποία στην ακμή της αντιπροσώπευε μέρος της Ελλάδας της παραγωγής. Πρόκειται για τον επιχειρηματία κ. Εβαν (Ευάγγελο) Συρίγο της βιομηχανίας ΒΟΚΤΑΣ, που πτώχευσε όταν τράπεζες και ξένοι προμηθευτές επέσπευσαν τη χρεοκοπία της.
 
Τα οικόπεδα του Ρώσου ναυάρχου Ορλώφ

Η Μαργαρίτα Προμοίρα γεννήθηκε το 1913 στο Πίτσμπουργκ της Πολιτείας Πενσιλβάνια των ΗΠΑ, όπου από το 1910 είχαν μεταναστεύσει οι γονείς της. Μετά τον πόλεμο επέστρεψε στην Ελλάδα και παντρεύτηκε. Ο σύζυγός της Κωνσταντίνος Προμοίρας αρχικά ήταν ναυτικός, αλλά αργότερα εγκατέλειψε και εργαζόταν σε συμβολαιογραφεία της περιοχής του Πειραιά. Μάλιστα, αρκετά χρόνια πριν από τον θάνατό του εργάστηκε στο συμβολαιογραφείο του Αθανάσιου Παπαστεργίου. Το 1947 ως μέρος της προίκας που πήρε ο Προμοίρας ήταν και μια μεγάλη παραθαλάσσια έκταση στο Πόρτο Χέλι Ερμιονίδος, στην περιοχή Ορλωφέικα (η περιοχή πήρε το όνομά της από τον Ρώσο ναύαρχο Ορλώφ ως ανταμοιβή για τον αγώνα του κατά των Τούρκων από το Ελληνικό Δημόσιο). Οντας άκληρη η οικογένεια, μεταβίβασε σε άλλους τμήματα αυτής της μεγάλης περιουσίας. Μάλιστα, μεταξύ των αγοραστών ήταν και η οικογένεια Παπαστεργίου.

Προμοίρας και Παπαστεργίου πέρα από τις εργασιακές ανέπτυξαν και οικογενειακές σχέσεις, καθώς πλέον ήταν γείτονες στο Πόρτο Χέλι. Το 1985 ο Προμοίρας απεβίωσε και άφησε στη σύζυγό του κληρονομιά, με ιδιόγραφη διαθήκη, μια συνολική έκταση 319 στρεμμάτων. Λόγω της μεγάλης της ηλικίας η Μαργαρίτα Προμοίρα σταμάτησε να παραθερίζει στο Πόρτο Χέλι και έτσι οι σχέσεις της με την οικογένεια Παπαστεργίου άρχισαν να φθίνουν.

Δέκα χρόνια αργότερα η Μαργαρίτα Προμοίρα νοσηλεύτηκε σε ιδιωτικό νοσοκομείο. Στο πλευρό της ήταν οι άμεσοι συγγενείς της: ο ανιψιός του συζύγου της Γιάννης Προμοίρας και οι δύο αδελφές της, η άγαμη Ειρήνη Μπία και η μητέρα του Εβαν Συρίγου, Βικτωρία. Οι συγγενείς άλλαζαν βάρδιες, αλλά στον θάλαμο νοσηλείας έφτασαν ο συμβολαιογράφος Αθανάσιος Παπαστεργίου με τον δικηγόρο γιο του Γιώργο και τη σύζυγό του, που είχε αναλάβει το συμβολαιογραφικό αρχείο του συνταξιούχου πεθερού της. Αρχικά, όπως υποστήριξαν, θα έπαιρναν κάποια πληρεξούσια για να πληρωθούν τα νοσήλια. Κάποια στιγμή μόλις μπήκε στο δωμάτιο ο Εβαν Συρίγος άκουσε τη θεία του να λέει: «Τα αφήνω στην Ειρήνη (σ.σ.: την αδελφή της)».

Οταν όμως η γυναίκα πέθανε και ο Εβαν Συρίγος ζήτησε να ανοίξει η διαθήκη, αποκαλύφθηκε ότι δεν είχε συνταχθεί ποτέ διαθήκη και έτσι η περιουσία θα κατέληγε στον Γιώργο Παπαστεργίου, ο οποίος εμφανίστηκε ως υιοθετημένο τέκνο της Μαργαρίτας Προμοίρα επιδεικνύοντας μάλιστα και απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά του 1988, σύμφωνα με την οποία κηρυσσόταν θετό της τέκνο. Κανείς από τους υπόλοιπους συγγενείς (μεταξύ των οποίων και ο Εβαν Συρίγος, εκ των δύο ανιψιών που ήταν φυσικοί κληρονόμοι) δεν γνώριζαν ότι η πλούσια ηλικιωμένη είχε θετό γιο. Η υπόθεση βρισκόταν στα δικαστήρια για μία δεκαετία και τον Νοέμβριο του 2013 με απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων άνοιξε ουσιαστικά ο δρόμος για να επιστρέψει η κληρονομιά των 10 δισ. δραχμών στην οικογένεια Συρίγου. Το δικαστήριο καταδίκασε τον δικηγόρο Γιώργο Παπαστεργίου, ο οποίος εμφανιζόταν ως υιοθετημένος γιος της Μαργαρίτας Προμοίρα και ως εκ τούτου μοναδικός κληρονόμος της, σε φυλάκιση τριών ετών με τριετή αναστολή, καθώς τον έκριναν ένοχο για το αδίκημα της απάτης στο δικαστήριο λόγω ψευδούς παράστασης.

Στο δικαστικό θρίλερ, όμως, είχε ήδη προηγηθεί μια απόφαση του Αρείου Πάγου. Το ανώτατο δικαστήριο είχε αποφανθεί ότι ο δικηγόρος είχε πλαστογραφήσει τα έγγραφα με τα οποία εμφανιζόταν ως υιοθετημένος γιος της, με αποτέλεσμα να δικαστεί και πάλι. Σύμφωνα, λοιπόν, με την απόφαση 1204/2008 του Αρείου Πάγου, ο δικηγόρος Γιώργος Παπαστεργίου εξαπάτησε δικαστήρια και δημοτικές αρχές ώστε να εμφανιστεί ως μοναδικός νόμιμος κληρονόμος της 86χρονης γυναίκας. Ετσι, έκανε δεκτή την αίτηση αναίρεσης που είχε υποβάλει ο εισαγγελέας Αρείου Πάγου κατά της απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς που είχε αθωώσει το 2006 τον δικηγόρο και τη συμβολαιογράφο σύζυγό του.

Η ακμή και το τέλος της ΒΟΚΤΑΣ

Ο Αδαμάντιος Συρίγος (όνομα που συναντάς στη Σαντορίνη), χημικός μηχανικός στο επάγγελμα, βρέθηκε στην Κατοχή σε έναν λαχανόκηπο στη Βάρη. Εκεί κρυβόταν λόγω της αμερικανικής υπηκοότητας (είχε μείνει στις ΗΠΑ, όπου και σπούδασε) όλη η οικογένεια. Σε εκείνη την έκταση των 50 στρεμμάτων αφιερώθηκε στη γεωργία και έκανε τα πρώτα πειράματα με τροφές. Το 1953 ξεκίνησε η Βιομηχανία Ορνιθοκτηνοτροφών Αδαμάντιου Συρίγου. Πέντε χρόνια μετά και αφού εξασφάλισε ένα σημαντικό μέρος της τροφής των κοτόπουλων από τις ΗΠΑ συστήθηκε η ατομική επιχείρηση Βιομηχανία Ορνίθων Και Τροφών Αδαμάντιου Συρίγου (ΒΟΚΤΑΣ). Οπως και άλλοι επιχειρηματίες της εποχής, έλαβε σημαντική οικονομική βοήθεια, τη λεγόμενη AID. Το 1961 η ΒΟΚΤΑΣ καινοτόμησε στην αγορά καθώς εισήγαγε το απεντερωμένο κοτόπουλο για μαγείρεμα. Η παραγωγή απογειώθηκε και από τα 6.000 πουλιά έφτασε τα 96.000, με την επιχείρηση να καθετοποιείται. Η εταιρεία ΒΟΚΤΑΣ αναπτύχθηκε σε τόσο μεγάλο βαθμό ώστε απόκτησε και ποντοπόρα πλοία που μετέφεραν το 40% της τροφής από τις ΗΠΑ.

Στην εταιρεία εισήλθε και η νεότερη γενιά: ο κ. Ευ. Συρίγος, που σπούδασε Βιοχημεία στο Κορνέλ, και ο αδελφός του, που ακολούθησε σπουδές Βιολογίας με ειδικότητα στα κοτόπουλα.  Οι περιπέτειες ανέκαθεν ήταν συνυφασμένες με την οικογένεια. Το 1990 κάποιοι διευθυντές της ΒΟΚΤΑΣ γνώριζαν πως οι μετοχές βρίσκονταν κλειδωμένες σε έναν φοριαμό. Τις απέσπασαν και μαζί με αυτές πήραν και τον έλεγχο της εταιρείας.

Υστερα από δικαστικές μάχες χρόνων η οικογένεια Συρίγου επανήλθε στη διοίκηση το 1994, αλλά βρήκε μια εταιρεία στα πρόθυρα της διάλυσης. Το προσωπικό, ωθούμενο από τους παλαιούς διευθυντές, προέβη σε απεργία με αποτέλεσμα να οδηγήσει σε μεγαλύτερα δεινά την εταιρεία. Το πτηνοσφαγείο δεν μπορούσε να λειτουργήσει αφού αν έμπαινε η σφραγίδα σε άλλον χώρο θα θεωρούνταν πλαστογραφία. Υπό αυτές τις συνθήκες η θνησιμότητα των πουλιών αυξήθηκε. Οι καταγγελίες από τις τοπικές αρχές και τους «καλοθελητές» του κλάδου κατέληξαν και στις τηλεοπτικές οθόνες. Το 1996 η εταιρεία κήρυξε πτώχευση.

Αιτία ήταν κάποια ελάχιστα ποσά που ζητούσαν ξένες εταιρείες παρόλο που τον προηγούμενο χρόνο η εταιρεία είχε πραγματοποιήσει πληρωμές 15 δισ. δραχμών. Μολονότι έχουν προηγηθεί εκκλήσεις της ΒΟΚΤΑΣ για ρύθμιση και αναδιάρθρωση χρεών, ο τότε υπουργός Εθνικής Οικονομίας Γιάννος Παπαντωνίου απέρριψε τα αιτήματα, καθώς «δεν το επιτρέπουν οι δημοσιονομικές συνθήκες της χώρας». Παρά το γεγονός ότι η Αγροτική Τράπεζα συμφώνησε για υπαγωγή των χρεών της ΒΟΚΤΑΣ στο άρθρο 44, τελικά η εταιρεία οδηγήθηκε σε διάλυση.

Το 2006 ο εγγονός και συνονόματος του ιδρυτή της εταιρείας, κ. Αδαμάντιος Συρίγος ο νεότερος, απόκτησε σε πλειστηριασμό το σήμα της παλιάς ΒΟΚΤΑΣ και ίδρυσε μια μικρή επιχείρηση υπό την επωνυμία Μαζαράκης ΑΒΕΕ στην περιοχή της Θήβας. Η μονάδα, όμως, είναι μικρή και δεν έχει πια την αίγλη της παλιάς βιομηχανίας.