Η μόδα μιλά διαρκώς για διαφορετικότητα, αποδοχή και συμπερίληψη. Ωστόσο, πίσω από τις καμπάνιες και τα συνθήματα, στη βιομηχανία εξακολουθεί να προωθείται ένα συγκεκριμένο πρότυπο σώματος.
Από τους κορσέδες της βικτωριανής εποχής μέχρι τη σημερινή κουλτούρα του Ozempic, η ιστορία της μόδας παραμένει βαθιά συνδεδεμένη με τον έλεγχο της γυναικείας εικόνας και με μια αδιάκοπη αναζήτηση του «ιδανικού» σώματος. Τα τελευταία χρόνια, στο λεξιλόγιο της μόδας, οι έννοιες «συμπερίληψη», «θετικότητα σώματος» και «διαφορετικότητα» έχουν γίνει σχεδόν υποχρεωτικές σε κάθε συζήτηση που αφορά τις επιδείξεις, τις καμπάνιες και τη σύγχρονη αισθητική κουλτούρα. Ωστόσο, πίσω από αυτή τη ρητορική, η πραγματικότητα παραμένει πολύ λιγότερο ριζοσπαστική απ’ όσο θα ήθελε να πιστεύει η βιομηχανία.
Υπάρχει, βέβαια και μια πραγματικότητα που η μόδα γνωρίζει ανέκαθεν πολύ καλά: τα ρούχα, ειδικά στο επίπεδο της πασαρέλας και της υψηλής μόδας, αναδεικνύονται ιδανικά πάνω σε ένα λεπτό, υγιές και γυμνασμένο σώμα. Οι γραμμές, οι αναλογίες και η κίνηση του ενδύματος «διαβάζονται» έτσι πιο καθαρά, γι’ αυτό και εξακολουθεί να προτιμά συγκεκριμένους σωματότυπους. Και επειδή η μόδα παραμένει πάνω απ’ όλα μια βιομηχανία, δηλαδή στοχεύει στις πωλήσεις, συνεχίζει να επενδύει σε αυτό που θεωρεί εμπορικά πιο επιθυμητό. Η κίνηση προς μια πιο διευρυμένη εικόνα ομορφιάς, έστω και διστακτικά, είναι μεν εμφανής, αλλά παρά τη ρητορική της συμπερίληψης, οι αριθμοί εξακολουθούν να αποκαλύπτουν ότι το κυρίαρχο πρότυπο της μόδας παραμένει εντυπωσιακά στενό.
Αν και είναι λίγες οι προσπάθειες, είναι γεγονός πως τα τελευταία χρόνια, μεγάλα brands έχουν εντάξει μια μεγαλύτερη ποικιλομορφία στις καμπάνιες και τις πασαρέλες τους, τόσο ως προς τους σωματότυπους όσο και ως προς την ταυτότητα φύλου. Στο πλαίσιο αυτής της σταδιακής στροφής προς τη συμπερίληψη, η Valentina Sampaio έγινε το πρώτο ανοιχτά τρανς μοντέλο σε καμπάνια της Victoria’s Secret το 2019, ενώ συμμετείχε και στην επίδειξη του brand το 2024.
Η καμπάνια Savage X Fenty από τη Rihanna, το 2020, θεωρήθηκε σημείο καμπής στη συζήτηση γύρω από τη συμπερίληψη, καθώς παρουσίασε γυναίκες διαφορετικών σωματότυπων, ηλικιών και φύλων, χωρίς να τις αντιμετωπίζουν ως «ειδική περίπτωση». Για πρώτη φορά, η διαφορετικότητα δεν λειτούργησε ως επικοινωνιακή προσθήκη, αλλά ως οργανικό κομμάτι της αισθητικής και του ίδιου του θεάματος.
Από τον κορσέ στο Ozempic: Η ιστορία ενός διαρκούς ελέγχου
Κάθε εποχή δημιούργησε το δικό της «σωστό» σώμα. Στη βικτωριανή περίοδο, ο κορσές ήταν εργαλείο διαμόρφωσης της γυναικείας σιλουέτας, περιορίζοντας αφύσικα τη μέση και επιβάλλοντας ένα πρότυπο πειθαρχίας και θηλυκότητας. Αργότερα, η Marilyn Monroe παρουσιάστηκε εκ των υστέρων ως η γυναίκα που «ανέτρεψε» τα πρότυπα ομορφιάς. Στην πραγματικότητα, όμως, το σώμα της ανταποκρινόταν απολύτως στο ιδανικό της δεκαετίας του 1950: καμπύλες, συμμετρία και έντονη θηλυκότητα.
Στη δεκαετία του 1970, η μόδα άρχισε να απομακρύνεται από τις καμπύλες και να προβάλλει ένα πολύ πιο λεπτό, σχεδόν αγορίστικο σώμα. Η εποχή της Twiggy είχε ήδη ανοίξει τον δρόμο για μια αισθητική όπου η ακραία λεπτότητα πέρασε ως σύγχρονη, νεανική και κομψή, μια αντίληψη που επηρέασε και τη μόδα των επόμενων δεκαετιών.
Η δεκαετία του 1990, μέσα από την εποχή των supermodels, καθιερώθηκε ακόμη πιο αυστηρά το πρότυπο της αδύνατης, ψηλόλιγνης αλλά γυμνασμένης σιλουέτας. Η αισθητική του «heroin chic» μετέτρεψε λίγο αργότερα τη λεπτότητα σχεδόν σε πολιτισμική εμμονή: εξαιρετικά λεπτή σωματική διάπλαση σε συνδυασμό με χλωμό δέρμα, μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια και συχνά ατημέλητα μαλλιά.
Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, όταν φύγαμε από τα υπερβολικά λεπτά σώματα, περάσαμε στα χαμηλοκάβαλα τζιν και τα κοντά τοπ που απαιτούσαν επίπεδη, γυμνασμένη κοιλιά και λεπτή μέση. Στα μέσα της ίδιας δεκαετίας, η κουλτούρα του «size zero» κυριάρχησε όχι μόνο στην πασαρέλα αλλά και στο Χόλιγουντ. Η Keira Knightley, η Lindsay Lohan και η Mary-Kate Olsen ήταν κάποιες από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις εκείνης της περιόδου, με τα εξαιρετικά λεπτά σώματά τους να βρίσκονται διαρκώς στο επίκεντρο σχολιασμού από τον Τύπο και την ποπ κουλτούρα.
Λίγο αργότερα, το reality show των Kardashian επανέφερε μεν στη συζήτηση τις καμπύλες, αλλά μέσα από ένα εξίσου αυστηρό και συχνά ανέφικτο πρότυπο: έντονοι γοφοί, εξαιρετικά λεπτή μέση και σώμα σχεδόν γλυπτικό. Και μόλις αυτή η διαρκής εναλλαγή προτύπων άρχισε να εξαντλεί ψυχολογικά και σωματικά τις γυναίκες, εμφανίστηκε η νέα εποχή του Ozempic, μιας κουλτούρας που υπόσχεται γρήγορη απώλεια βάρους και επαναφέρει τη λεπτότητα ως κυρίαρχο ζητούμενο.
Η ψευδαίσθηση της συμπερίληψης
Σύμφωνα με την έκθεση Size Inclusivity Report Spring/Summer 2026 του Vogue Business, από τις 9.038 εμφανίσεις, σε 198 επιδείξεις μόδας στις μεγάλες πρωτεύουσες της μόδας, μόλις το 0,9% αφορούσε plus-size μοντέλα και το 2% mid-size μοντέλα. Με άλλα λόγια, περισσότερο από το 97% των εμφανίσεων εξακολουθεί να αφορά περιορισμένα μεγέθη.
Όταν μια βιομηχανία επιλέγει ξανά και ξανά το ίδιο σώμα, το μήνυμα είναι σαφές, ακόμη κι αν δεν εκφράζεται ανοιχτά: αυτό είναι το επιθυμητό, το αποδεκτό, το όμορφο. Και, πράγματι, ένα υγιές, γυμνασμένο και προσεγμένο αδύνατο σώμα διαθέτει μια αισθητική αρμονία που ανέκαθεν γοήτευε τη μόδα, τη φωτογραφία και γενικότερα την εικόνα.
Το πρόβλημα ξεκινά όταν αυτή η αισθητική μετατρέπεται στο μοναδικό αποδεκτό πρότυπο. Τα κοινωνικά δίκτυα εντείνουν ακόμη περισσότερο αυτή την πίεση. Τα σώματα μετατρέπονται σε περιεχόμενο προς αξιολόγηση και σύγκριση, ενώ η συνεχής έκθεση σε φιλτραρισμένες και επεξεργασμένες εικόνες αλλοιώνει την αντίληψη της πραγματικότητας. Μελέτες που έχουν δημοσιευθεί στην Εθνική Ιατρική Βιβλιοθήκη των ΗΠΑ, συνδέουν τη συστηματική χρήση των κοινωνικών δικτύων με αυξημένη δυσαρέσκεια για το σώμα, χαμηλότερη αυτοεκτίμηση και μεγαλύτερο άγχος γύρω από την εμφάνιση.
Σήμερα, το πραγματικό ζητούμενο δεν είναι μια περιστασιακή καμπάνια συμπερίληψης ή μία διαφορετική επιλογή casting ανά σεζόν. Είναι η αποδοχή της διαφορετικότητας όχι ως τάσης ή επικοινωνιακής στρατηγικής, αλλά ως φυσικής πραγματικότητας.
