search icon

Fine Living

Δυο προσεγμένες μικροσκοπικές κατοικίες στο κέντρο της Αθήνας

Ο διορατικός Le Corbusier είχε εντοπίσει από το 1923 την αξία του μικρού σε έκταση, σπιτιού, με τη Villa Le Lac, γνωστή ως «Petite Maison», στην όχθη της λίμνης Γενεύης. Σε μόλις 64 τ.μ. -ενταγμένα σήμερα στην Παγκόσμια Κληρονομιά UNESCO- απέδειξε ότι το μικρό σπίτι μπορεί να είναι πλήρες και αξιοπρεπές. Μέσα από τέσσερις αρχές […]

H Αθήνα αντιμετωπίζει πιο έντονα από ποτέ το ζήτημα της οικιστικής αποδοτικότητας, δηλαδή τον τρόπο με τον οποίο αξιοποιούνται τα περιορισμένα τετραγωνικά μέτρα.

Ο διορατικός Le Corbusier είχε εντοπίσει από το 1923 την αξία του μικρού σε έκταση, σπιτιού, με τη Villa Le Lac, γνωστή ως «Petite Maison», στην όχθη της λίμνης Γενεύης. Σε μόλις 64 τ.μ. -ενταγμένα σήμερα στην Παγκόσμια Κληρονομιά UNESCO- απέδειξε ότι το μικρό σπίτι μπορεί να είναι πλήρες και αξιοπρεπές. Μέσα από τέσσερις αρχές που παραμένουν επίκαιρες, το «maison minimum»(ελάχιστο σπίτι) προτείνει: λειτουργική οργάνωση κάθε ζώνης, παράθυρο-ταινία 11 μέτρων που εισάγει το τοπίο στο εσωτερικό, ελεύθερη κάτοψη χωρίς φέροντα τοιχεία και βατό πράσινο δώμα που επεκτείνει τον χώρο προς τα άνω.
Στην Αθήνα, όπου τα διαμερίσματα συχνά κυμαίνονται μεταξύ 40 και 70 τ.μ., αυτές οι αρχές δεν είναι πολυτέλεια, αλλά αναγκαιότητα. Ένα καλοσχεδιασμένο μικρό σπίτι μειώνει το ενεργειακό αποτύπωμα, μειώνει το κόστος συντήρησης και το σημαντικότερο, προσφέρει ποιότητα ζωής ανάλογη με χώρους πολλαπλάσιου μεγέθους.

Urban Loft, Kαλλιθέα, ThetaTris Architecture
Στη γειτονιά της Καλλιθέας, το Urban Loft είναι ένα διαμέρισμα-studio 37 τετραγωνικών μέτρων στον τελευταίο όροφο, με ιδιωτική ταράτσα 80 τ.μ., που μπορεί να μισθωθεί σε ανθρώπους που εργάζονται στην πόλη. Στόχος, να μετατραπεί αυτό το studio σε ένα υπόδειγμα έξυπνης αστικής διαβίωσης που να καλύπτει όλες τις ανάγκες των ενοίκων του, δημιουργώντας τον ιδανικό χώρο για όλες τις δραστηριότητες της ημέρας, τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά.
Στην αρχική του διάταξη, το διαμέρισμα ήταν χωρισμένο σε τρεις ιδιαίτερα μικρούς χώρους: μια είσοδο χωρίς χώρο καθιστικού, ένα υπνοδωμάτιο και μια κουζίνα. Η βασική ιδέα ήταν να εξαλειφθούν τα υπάρχοντα σταθερά όρια και να αξιοποιηθεί στο έπακρο κάθε διαθέσιμο τετραγωνικό. Το ανακαινισμένο διαμέρισμα σχεδιάστηκε ώστε να είναι όσο το δυνατόν πιο ανοιχτό και λειτουργικά συμπυκνωμένο. Διαθέτει ανοιχτή κάτοψη στην οποία κουζίνα, καθιστικό, γραφείο και υπνοδωμάτιο συνυπάρχουν αρμονικά σε έναν ενιαίο χώρο.

Η κουζίνα με το μεγάλο γωνιακό παράθυρο βρίσκεται στο ένα άκρο του διαμερίσματος, ενώ το υπνοδωμάτιο στο άλλο. Το καθιστικό τοποθετείται στο κέντρο, δεξιά από την είσοδο, και επιπλώνεται λιτά με έναν γωνιακό τριθέσιο καναπέ που μετατρέπεται σε κρεβάτι και προσφέρει επιπλέον αποθηκευτικό χώρο από κάτω. Ο χώρος διαβίωσης διαχωρίζεται από το κρεβάτι, που αποκρύπτεται από τη ματιά, με ένα ανακλινόμενο ξύλινο παράθυρο. Αυτό το συρόμενο παράθυρο, που παραπέμπει στο παραδοσιακό ελληνικό «παντζούρι», επιτυγχάνει έναν δυναμικό και ευέλικτο διαχωρισμό του χώρου. Επίσης, ένα διαφανές χώρισμα με μαύρο μεταλλικό πλαίσιο «απαλά» διαχωρίζει την κουζίνα από τον χώρο γραφείου, προσθέτοντας μια ωραία αισθητική πινελιά στο σύνολο.
Πολλαπλές λύσεις εξοικονόμησης χώρου σε συνδυασμό με μια ελαφριά και ζεστή παλέτα υλικών ορίζουν την αίσθηση ευρυχωρίας αυτού του συμπαγούς διαμερίσματος. Για να φαίνεται το διαμέρισμα επιλέχθηκε δάπεδο παρκέ και διαφανείς γυάλινες επιφάνειες που επιτρέπουν στο φως να διεισδύει παντού. Οι off-white στουκαριστοί τοίχοι μαζί με τα λευκά ντουλάπια κουζίνας προτιμήθηκαν για να δημιουργήσουν μια ήρεμη και χαλαρωτική ατμόσφαιρα. Η τραπεζαρία τοποθετείται δίπλα στα μεγάλα παράθυρα της κουζίνας, ώστε οι ένοικοι να απολαμβάνουν πανοραμική θέα στην Αθήνα.
*Κείμενο από τους αρχιτέκτονες
Φωτογραφίες: Giorgos Sfakianakis

Kouloura House, Architectural Bureau 11
Το 2025, έγινε ανακαίνιση μιας μικρής μονώροφης κατοικίας και έκτασης 65 τ.μ. στην Αθήνα. Αρχικά κτισμένη τη δεκαετία του 1950 για μια οικογένεια, το σπίτι αποτελούνταν από σαλόνι, υπνοδωμάτιο, βιβλιοθήκη, κουζίνα και μπάνιο. Η νότια πρόσοψη βλέπει σε έναν στενό πλάγιο δρόμο, ενώ η βόρεια πλευρά ανοίγει σε έναν μικρό κήπο με μια παλιά συκιά. Συχνά πυκνά, τέτοια σπίτια κατεδαφίζονται και αντικαθίστανται από πολυκατοικίες, σβήνοντας τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της γειτονιάς. Η περιοχή χαρακτηρίζεται από την ταπεινή αρχιτεκτονική των δεκαετιών 1950–1970, αντιπροσωπευτική του πρώιμου Αθηναϊκού Μοντερνισμού. Τα χαρακτηριστικά της στοιχεία, πρωτότυπες σιδεριές παραθύρων, ξύλινα παντζούρια, δάπεδα τερατσό, μαρμάρινοι νιπτήρες και διακοσμητικά τούβλα (κλόστρα), είναι υπενθυμίσεις μιας φθίνουσας αστικής ταυτότητας. Παραπέμπουν στην εικόνα μιας πράσινης αθηναϊκής συνοικίας, μιας ατμόσφαιρας την οποία ήμασταν αποφασισμένοι να διαφυλάξουμε.

Αυτή η αρχή καθοδήγησε την προσέγγιση στη μετατροπή του ετοιμόρροπου κτίσματος σε ένα σύγχρονο κατοικήσιμο χώρο. Η ανακαίνιση διατήρησε τα φέροντα στοιχεία, επιτρέποντάς να κρατηθούν πολλά από τα πρωτότυπα χαρακτηριστικά, συμπεριλαμβανομένων των υαλοπινάκων εποχής, των δαπέδων και της μπροστινής πόρτας. Όλα τα παράθυρα μετατράπηκαν σε συρόμενες πόρτες, κάνοντας τον κήπο με τη συκιά να αισθάνεται σαν προέκταση του εσωτερικού χώρου. Το σαλόνι ενοποιήθηκε με την κουζίνα, δημιουργώντας έναν χώρο όπου μπορεί κανείς να μαγειρεύει απολαμβάνοντας παράλληλα τη θέα προς τα έξω. Το ενδιάμεσο επίπεδο μετατράπηκε σε επιπλέον παιδικό υπνοδωμάτιο.

Το κτίριο αποκτά τώρα μια διάτρητη πρόσοψη από τερακότα, η οποία εξασφαλίζει ταυτόχρονα ιδιωτικότητα από τον πλάγιο δρόμο και σκίαση στη νότια όψη. Με τον καιρό, αυτή η οθόνη τερακότα θα μαλακώσει από ένα αναρριχητικό φυτό. Μια σπειροειδής σκάλα οδηγεί πλέον στη στέγη, όπου θα δημιουργηθεί μια καλοκαιρινή ταράτσα. Μέσα από αυτή τη μελετημένη ανακαίνιση, το κτίριο έχει προσαρμοστεί για τη σύγχρονη διαβίωση, αναδεικνύοντας παράλληλα τα μοναδικά χαρακτηριστικά του αστικού του περιβάλλοντος.
*Περιγραφή από τους αρχιτέκτονες
Φωτογραφίες: Νίκος Κουκλάκης

Exit mobile version