search icon

Fine Living

Δύο αγροικίες στην Ανάβυσσο μεταμορφώθηκαν σε μια εντυπωσιακή κατοικία

Η μετατροπή δύο παλαιών αγροικιών των δεκαετιών του 1950 και 1970, σε μοντέρνα design κατοικία αναδεικνύει μια σημαντική οικονομική και κοινωνιολογική μεταβολή. Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει τη μετάβαση από την παραδοσιακή αγροτική παραγωγή στην ανάδυση των δραστηριοτήτων αναψυχής, ευεξίας και τουρισμού. Στην υλοποίηση του γραφείου Lowfat architecture+interiors, ο επιτυχημένος ανασχεδιασμός ενσωματώνει αρμονικά τα δύο προϋπάρχοντα […]

Η αναβίωση ενός εγκαταλελειμμένου αγροτικού κτήματος στην νότια Αττική μέσα από την επανάχρηση και τη βιώσιμη αρχιτεκτονική.

Η μετατροπή δύο παλαιών αγροικιών των δεκαετιών του 1950 και 1970, σε μοντέρνα design κατοικία αναδεικνύει μια σημαντική οικονομική και κοινωνιολογική μεταβολή. Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει τη μετάβαση από την παραδοσιακή αγροτική παραγωγή στην ανάδυση των δραστηριοτήτων αναψυχής, ευεξίας και τουρισμού. Στην υλοποίηση του γραφείου Lowfat architecture+interiors, ο επιτυχημένος ανασχεδιασμός ενσωματώνει αρμονικά τα δύο προϋπάρχοντα κτίσματα σε ένα ενιαίο, υψηλής αισθητικής σύνολο, ενώ παράλληλα διατηρεί τον καλλιεργήσιμο χαρακτήρα του εδάφους, εξασφαλίζοντας τη συνέχεια του τοπίου.

The Attican Villa & Estate, Lowfat Architecture+interiors
Στην Ανάβυσσο Αττικής, σε μια έκταση 8.500 τ.μ. με αμπελώνες και ελαιώνες, η αρχιτεκτονική παρέμβαση επιχειρεί να δώσει νέα ζωή σε ένα εγκαταλελειμμένο αγροτικό συγκρότημα, επαναπροσδιορίζοντας τη σχέση μεταξύ κατοίκησης, αγροτικής παραγωγής και φυσικού τοπίου. Αντί της δημιουργίας μιας νέας κατοικίας, ο σχεδιασμός επικεντρώνεται στην αξιοποίηση και επανάχρηση δύο υφιστάμενων κτιρίων, αναγνωρίζοντας την αξία της διατήρησης του δομημένου αποθέματος ως βασική αρχή μιας περιβαλλοντικά υπεύθυνης αρχιτεκτονικής προσέγγισης.

Το συγκρότημα περιλαμβάνει μια πλινθόκτιστη αγροικία της δεκαετίας του 1950 και μια νεότερη κατοικία της δεκαετίας του 1970. Οι αλλεπάλληλες επεμβάσεις είχαν αλλοιώσει την αρχική τους φυσιογνωμία, δημιουργώντας ένα ανομοιογενές και εν μέρει ανενεργό σύνολο. Η αρχιτεκτονική πρόταση επιδιώκει να αποκαταστήσει τη συνοχή του, διατηρώντας τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των κατασκευών και αποδίδοντάς τους νέες, συμπληρωματικές λειτουργίες.

Η νεότερη κατοικία μετατρέπεται σε σύγχρονο χώρο διαμονής και φιλοξενίας. Η εσωτερική οργάνωση επανασχεδιάζεται, με τις ιδιωτικές λειτουργίες να τοποθετούνται στο πίσω τμήμα και τους κοινόχρηστους χώρους να αναπτύσσονται προς τη βεράντα και τις καλλιέργειες. Η διεύρυνση των ανοιγμάτων και η εισαγωγή μεγάλων υαλοστασίων ενισχύουν τον φυσικό φωτισμό και τη συνέχεια μεταξύ εσωτερικού και εξωτερικού χώρου, εντάσσοντας το μεσογειακό τοπίο στην καθημερινή εμπειρία κατοίκησης. Η παλαιότερη αγροικία αποκτά έναν νέο παραγωγικό χαρακτήρα, φιλοξενώντας έναν μικρής κλίμακας χώρο εμφιάλωσης και οινογευσίας, συνδεδεμένο με τον αμπελώνα του κτήματος. Η διατήρηση του ενσωματωμένου ξυλόφουρνου και η αποκατάσταση των δίρριχτων ξύλινων στεγών με κεραμοσκεπή αναδεικνύουν την ιστορική της ταυτότητα. Ένα κτίριο που είχε χάσει την αρχική του λειτουργία επανεντάσσεται στον κύκλο ζωής του τόπου, συνδέοντας την αρχιτεκτονική κληρονομιά με τη σύγχρονη αγροτική δραστηριότητα.

Ενοποίηση των δύο κτιρίων μέσα από διακριτές αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις
Εισάγεται ένα νέο δομικό στοιχείο, μία μεταλλική πέργκολα αναρτημένη σε μία συμπαγή δομή από υποστυλώματα και δοκούς που αγκαλιάζει και ενοποιεί το οινοποιείο με την κατοικία. Το στοιχείο αυτό τοποθετείται κατά μήκος της νότιας και ανατολικής όψης του συγκροτήματος και λειτουργεί αρχικά ως χώρος σκίασης σε συνδυασμό με αναρριχόμενα καλλωπιστικά φυτά επικάλυψης. Η επιφάνειά του διαμορφώνεται με διαδοχικά ανοίγματα, δημιουργώντας μία ενδιάμεση ζώνη μεταξύ της παλαιάς κατασκευής και του περιβάλλοντος χώρου. Πέρα από τον μορφολογικό του ρόλο, το στοιχείο αυτό συμβάλλει στην οργάνωση της κίνησης, στη δημιουργία βάθους και στην ανάδειξη της σχέσης ανάμεσα στα διαφορετικά αρχιτεκτονικά επίπεδα.

Ο σχεδιασμός του υπαίθριου χώρου ακολουθεί τη γεωμετρία των υφιστάμενων καλλιεργειών, οργανώνοντας τις κινήσεις, τους χώρους αναψυχής και τις παραγωγικές δραστηριότητες. Η καλλιέργεια αμπελιών, ελαιόδεντρων και βιολογικών κηπευτικών ενισχύει την αντίληψη του κτήματος ως ενός ζωντανού, παραγωγικού οικοσυστήματος. Κεντρική παράμετρος της πρότασης αποτελεί η περιβαλλοντική βιωσιμότητα. Η επανάχρηση των υφιστάμενων κατασκευών περιορίζει την ανάγκη νέας δόμησης, ενώ ο σχεδιασμός προβλέπει τη δυνατότητα μελλοντικής αξιοποίησης ηλιακής και αιολικής ενέργειας, με στόχο την ενεργειακή αυτονομία και τη λειτουργία του συγκροτήματος εκτός δικτύου (off-grid), με ελάχιστο ενεργειακό αποτύπωμα.

Το έργο προτείνει, τελικά, ένα διαφορετικό μοντέλο κατοίκησης: όχι την αντικατάσταση του παλιού από το νέο, αλλά τη δημιουργική συνέχειά του. Μια εγκαταλελειμμένη αγροικία αποκτά ξανά ζωή και παραγωγική δραστηριότητα, μετατρέποντας την αρχιτεκτονική επανάχρηση σε πράξη περιβαλλοντικής και πολιτιστικής αναγέννησης.

Φωτογραφίες: Παναγιώτης Βουμβάκης
www.lowfat.gr

Exit mobile version