Μέχρι χθες οι ταγμένοι ακροατές μουσικής είχαν μία αγωνία. Αν το ηχοσύστημά τους αρκεί για να αποδώσει όσο πιο τέλεια γίνεται δίσκους βινυλίου.
Σήμερα οι ίδιοι άνθρωποι ίσως αναρωτηθούν ποια μπορεί να είναι εκείνη η ηχογράφηση που, τελικά, αξίζει να εκτεθεί στο «νέο» ηχοσύστημά της. Πες το μανία ή πες το αγάπη για την ακουστική τελειότητα. Στην περίπτωση του Bang & Olufsen Beosystem 3000c οι αναζητήσεις τελειώνουν. Ήχος υψηλών απαιτήσεων και «ανελέητο» design. Η ιστορική δανέζικη εταιρεία έκανε το θαύμα της για ακόμη μία φορά.
Η Bang & Olufsen επαναφέρει ένα από τα πιο χαρακτηριστικά πικάπ της δεκαετίας του ’80. Δεν το κάνει επιχειρώντας να αναπαραστήσει την αναλογική εποχή. Τίποτα το ρετρό, τίποτα αναβιωτικό. Το Beosystem 3000c συνδυάζει ένα αυθεντικό Beogram 3000, το οποίο αποκαθίσταται σχεδόν τέσσερις δεκαετίες μετά την αρχική κατασκευή του, με ένα ζεύγος ασύρματων ηχείων Beolab 8. Άρα, δεν μιλάμε μόνο για πικάπ. Το Beogram 3000 είναι το αυθεντικό, αποκατεστημένο πικάπ, ενώ το Beosystem 3000c είναι το ολοκληρωμένο ηχοσύστημα που περιλαμβάνει τόσο το πικάπ όσο και τα δύο ενεργά ασύρματα ηχεία που διαθέτουν ενσωματωμένους ενισχυτές. Με άλλα λόγια, η Bang & Olufsen δεν επαναφέρει απλώς μια συσκευή αναπαραγωγής βινυλίου, αλλά δημιουργεί ένα πλήρες σύστημα ακρόασης που γεφυρώνει την ακουστική παράδοση με το streaming.
Η νέα έκδοση Dune Grey του Beosystem 3000c θα κυκλοφορήσει σε μόλις 100 αριθμημένα συστήματα. Η συγκεκριμένη εκδοχή του ηχοσυστήματος συνδυάζει γκρι ανοδιωμένο αλουμίνιο με λεπτομέρειες από σκούρα καρυδιά, ώστε πικάπ και ηχεία να διαβάζονται οπτικά ως ενιαίο σύνολο. Η τιμή του ανέρχεται στα 27.000 ευρώ. Αλμυρή, έτσι; Βέβαια, σε αυτή την περίπτωση μιλάμε για φετίχ ακουστικής, όχι απλώς για ένα σύστημα αναπαραγωγής ήχου. Κάθε Beogram 3000 της έκδοσης είναι αυθεντικό μοντέλο της δεκαετίας του 1980, το οποίο επιστρέφει στο εργοστάσιο της Bang & Olufsen για πλήρη ανακατασκευή.
Αυθεντικό πικάπ, όχι σύγχρονο αντίγραφο
Στην καρδιά του συστήματος βρίσκεται το Beogram 3000, ένα πικάπ που σχεδιάστηκε αρχικά από τον Steve McGugan και ξεχώρισε για το χαμηλό προφίλ, τη γεωμετρική του αυστηρότητα και τον σχεδόν επίπεδο σχεδιασμό του. Ο McGugan είναι Καναδός βιομηχανικός σχεδιαστής, ο οποίος εγκαταστάθηκε στη Δανία και συνεργάστηκε με την Bang & Olufsen στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Ανάμεσα στις πιο γνωστές δημιουργίες του βρίσκονται και τα μινιμαλιστικά ακουστικά Form 2 της εταιρείας, τα οποία απέκτησαν σχεδόν εμβληματική θέση στην ιστορία του βιομηχανικού design και εντάχθηκαν στη συλλογή του Museum of Modern Art της Νέας Υόρκης.
Στο Beogram 3000, ο McGugan επιδίωξε να δημιουργήσει ένα πικάπ με καθαρές γραμμές και την αίσθηση ότι αιωρείται πάνω από την επιφάνεια όπου τοποθετείται. Αντί η Bang & Olufsen να δημιουργήσει σήμερα μια καινούργια συσκευή που απλώς μιμείται τις γραμμές του, αναζήτησε αυθεντικά μοντέλα της εποχής και τα επανέφερε σε λειτουργική κατάσταση. Στο Factory 3 της εταιρείας, στο Στρούερ, εξειδικευμένοι μηχανικοί, τεχνικοί και τεχνίτες καθαρίζουν, ανακατασκευάζουν και ρυθμίζουν κάθε συσκευή ξεχωριστά, δουλεύοντας όχι μόνο με τα χέρια αλλά και με το αυτί. Έτσι, η αποκατάσταση δεν περιορίζεται στην εξωτερική εμφάνιση: στόχος είναι το πικάπ να λειτουργεί και να ακούγεται σαν ένα προϊόν που ανήκει στο παρόν.
Το αποτέλεσμα διατηρεί τη σχεδιαστική ταυτότητα του 1985, χωρίς να δείχνει σαν συσκευή που έχει εγκλωβιστεί στο παρελθόν. Αυτό είναι και το ουσιαστικό στοίχημα του Beosystem 3000c: να κάνει ένα προϊόν ηλικίας περίπου 40 ετών να λειτουργεί μέσα σε ένα σύγχρονο σπίτι, δίπλα σε smartphones, ασύρματες πλατφόρμες και ψηφιακές μουσικές βιβλιοθήκες.
Εκατό χρόνια ήχου και design
Η Bang & Olufsen ιδρύθηκε το 1925 στο Στρούερ, μια μικρή πόλη στη δυτική ακτή της Δανίας, στην περιοχή της Γιουτλάνδης, από δύο νεαρούς μηχανικούς, τον Peter Bang και τον Svend Olufsen. Οι πρώτες εργασίες πραγματοποιήθηκαν στη σοφίτα της οικογενειακής κατοικίας των Olufsen, σε μια εποχή κατά την οποία το ραδιόφωνο εξελισσόταν σε βασικό τεχνολογικό αντικείμενο του ευρωπαϊκού σπιτιού. Η εταιρεία διαμόρφωσε σταδιακά μια διαφορετική αντίληψη για τις συσκευές ήχου: δεν έπρεπε να κρύβονται, αλλά να αποτελούν μέρος της επίπλωσης και της αρχιτεκτονικής ενός χώρου. Το αλουμίνιο, το ξύλο, οι καθαρές γεωμετρίες και οι αντισυμβατικοί μηχανισμοί χειρισμού έγιναν στοιχεία της ταυτότητάς της, ενώ αρκετές δημιουργίες της πέρασαν από τα καταστήματα ηλεκτρονικών στις συλλογές μουσείων design.
Το Beosystem 3000c ανήκει στο πρόγραμμα Recreated Classics, μέσω του οποίου η Bang & Olufsen αποκαθιστά ιστορικά προϊόντα της και τα προσαρμόζει στη σύγχρονη τεχνολογία. Η εταιρεία είχε ακολουθήσει την ίδια λογική με το Beogram 4000c και το Beosystem 9000c, μετατρέποντας το αρχείο της σε ενεργό κομμάτι της σημερινής παραγωγής της.
Η πολυτέλεια της δεύτερης ζωής
Η επιστροφή του Beogram 3000 συμπίπτει με μια περίοδο κατά την οποία η αγορά του βινυλίου έχει ανακτήσει το κοινό της, ενώ τα μεγάλα brands επενδύουν όλο και περισσότερο στα αρχεία τους. Στην περίπτωση του ηχοσυστήματος που προτείνει σήμερα η B&O, αυτό που αγοράζει κανείς είναι ένας συνδυασμός αυθεντικότητας, εξειδικευμένης χειροτεχνίας και σύγχρονης τεχνολογίας.
Το Beosystem 3000c δεν προσπαθεί να κρύψει την ηλικία του. Τη χρησιμοποιεί ως βασικό μέρος της αξίας του. Και κάπως έτσι επιστρέφουμε στην αρχική αγωνία: όχι μόνο αν το σύστημα μπορεί να αποδώσει μια σπουδαία ηχογράφηση, αλλά και ποια ηχογράφηση είναι αρκετά σπουδαία για να φτάσει πρώτη στη βελόνα του.
Φωτογραφίες: www.bang-olufsen.com
