Ίσως τα όρια της άνεσης γύρω από τη φιλοξενία, ακόμα και στην πιο εξωφρενική της μορφή, έχουν ήδη κατακτηθεί. Κάποια ξενοδοχεία λανσάρουν την ιστορικότητά τους ως premium υπηρεσία στους πελάτες τους.
Το παρισινό Ritz μας δίνει το ιδανικό παράδειγμα. Κάποιος μπορεί να κοιμηθεί στη σουίτα της πασίγνωστης, εκκεντρικής όσο και αμφιλεγόμενης σχεδιάστριας μόδας Κοκό Σανέλ. Μιλάμε για έναν χώρο 188 τετραγωνικών μέτρων, με δύο υπνοδωμάτια, δύο μπάνια, χαμάμ και θέα στην Place Vendôme. Η τιμή του δεν είναι σταθερή. Οι σουίτες του Ritz ξεκινούν από αρκετές χιλιάδες ευρώ τη βραδιά, ενώ η συγκεκριμένη, σύμφωνα με δημοσιευμένες εκτιμήσεις, μπορεί να πλησιάζει ή να ξεπερνά τις 30.000 ευρώ.
Στο ξενοδοχείο Raffles της Σιγκαπούρης μπορεί κάποιος να παραγγείλει ένα Singapore Sling κάτω από τους ξύλινους ανεμιστήρες του Long Bar θα του κοστήσει κάπου 26 ευρώ. Το κοκτέιλ δημιουργήθηκε εκεί το 1915 από τον Ngiam Tong Boon, μπάρμαν καταγωγής από τη Χαϊνάν, και εξελίχθηκε σε σύμβολο του ξενοδοχείου και της ίδιας της Σιγκαπούρης. Έναν αιώνα αργότερα, το Raffles εξακολουθεί να πουλά το ίδιο ποτό ως μια μικρή καταναλώσιμη μονάδα της ιστορίας του. Ιστορία σερβιρισμένη σε πάγο. Το Raffles ανακηρύχθηκε εθνικό μνημείο το 1987, ακριβώς εκατό χρόνια μετά το άνοιγμά του. Το όνομά του ταξίδεψε πολύ πέρα από τη Σιγκαπούρη και το ξενοδοχείο μετατράπηκε από προορισμό σε πρότυπο: κάθε νέα μονάδα της αλυσίδας δανείζεται λίγη από τη φήμη του αρχικού.
Η μνήμη απέκτησε δίκτυο διανομής
Στο Hotel Nacional της Αβάνας, ο επισκέπτης μπορεί να περπατήσει πάνω από τις υπόγειες στοές και τις στρατιωτικές εγκαταστάσεις που συνδέθηκαν με την κρίση των πυραύλων, στο απόγειο του Ψυχρού Πολέμου. Εδώ η Ιστορία δεν περιορίζεται σε διάσημους πελάτες, παλιά έπιπλα ή νοσταλγικές ασπρόμαυρες φωτογραφίες. Είναι ενσωματωμένη στο ίδιο το έδαφος του ξενοδοχείου. Το Nacional άνοιξε το 1930, έγινε το 1933 πεδίο αιματηρής σύγκρουσης, συνδέθηκε αργότερα με την παρουσία της αμερικανικής μαφίας και, μετά την επανάσταση, πέρασε στον έλεγχο του κράτους. Εδώ η Ιστορία δεν έχει καθαριστεί εντελώς. Διατηρεί υπόγειες στοές και πολιτικές μνήμες που δεν χωρούν εύκολα σε διαφημιστικό φυλλάδιο.
Κι όμως, στην Αβάνα η ενοικίαση του παρελθόντος είναι φθηνή. Ένα δωμάτιο μπορεί να βρεθεί ενδεικτικά από περίπου 170 ευρώ τη βραδιά σε πλατφόρμες κρατήσεων, αν και οι επίσημα αναρτημένες τιμές του ξενοδοχείου για ορισμένες κατηγορίες είναι χαμηλότερες. Το 2018, σύμφωνα με στοιχεία που παρουσίασε η διοίκησή του, το Nacional είχε έσοδα περίπου 22,8 εκατ. ευρώ και κέρδη περίπου 14,9 εκατ. ευρώ. Σε μια οικονομία που διψά για ξένο συνάλλαγμα, δεν είναι απλώς εθνικό μνημείο. Είναι παραγωγική μονάδα.
Τα μεγάλα ιστορικά ξενοδοχεία δεν πουλούν απλώς ένα κρεβάτι, ένα μπάνιο από μάρμαρο και έναν τσίφτη θυρωρό που θυμάται τα ονόματα των πελατών. Πουλούν την αίσθηση ότι, για μία ή περισσότερες νύχτες, ο πελάτης αποκτά θέση μέσα σε έναν κόσμο που προϋπήρχε του ίδιου. Ποιος είπε πως η Ιστορία δεν μπορεί να γίνει υπηρεσία; Και ποιος είπε ότι δεν μπορεί να χωρέσει σε λογαριασμό; Αν το πρώτο γίνεται, γίνεται και το δεύτερο. Ένα καινούργιο ξενοδοχείο μπορεί να αγοράσει μάρμαρα, πολυελαίους, τέχνη και την υπογραφή ενός διάσημου αρχιτέκτονα. Μπορεί να προσφέρει ιδιωτικό μπάτλερ, πισίνα στον τελευταίο όροφο ή ακριβώς έξω από το μπαλκόνι και μαξιλάρια από φρέσκο πούπουλο. Ένα παράθυρο στην πολυτέλεια ανοίγει εύκολα. Ένα παράθυρο στο παρελθόν, όμως; Αυτό είναι το πραγματικό οικονομικό πλεονέκτημα των ξενοδοχείων που απέκτησαν θέση στην Ιστορία. Κατέχουν ένα περιουσιακό στοιχείο που δεν κατασκευάζεται, δεν αντιγράφεται και δεν εμφανίζεται στον ισολογισμό με την πραγματική του αξία. Η μνήμη πια τιμολογείται.
Στην Place Vendôme, το Ritz Paris άνοιξε το 1898 και έγινε γρήγορα σαλόνι της ευρωπαϊκής αριστοκρατίας, των καλλιτεχνών και των μεγάλων περιουσιών. Η Κοκό Σανέλ έζησε εκεί για περισσότερα από είκοσι χρόνια. Το σημερινό Bar Hemingway πήρε το όνομά του από τον Αμερικανό συγγραφέα, τακτικό πελάτη του ξενοδοχείου. Το Ritz μετέτρεψε τη σχέση του με τον χώρο σε μέρος της ταυτότητάς του. Όταν το ξενοδοχείο έκλεισε το 2012 για ανακαίνιση, το πρόβλημα δεν ήταν πώς θα γινόταν πιο σύγχρονο. Ήταν πώς θα άλλαζαν σχεδόν τα πάντα χωρίς να φαίνεται ότι άλλαξε τίποτα.
Η τετραετής επέμβαση εκτιμήθηκε αρχικά μεταξύ 140 και 175 εκατ. ευρώ, ενώ μεταγενέστερα δημοσιεύματα ανέβασαν το συνολικό κόστος περίπου στα 395 εκατ. ευρώ. Τα ποσά αποτελούν κατά προσέγγιση μετατροπές των αρχικών εκτιμήσεων. Τα δωμάτια μειώθηκαν από 159 σε 142, ανανεώθηκαν τα μηχανολογικά συστήματα και προστέθηκαν υπόγεια αίθουσα χορού και spa της Chanel. Περίπου 800 άνθρωποι εργάστηκαν για να δημιουργήσουν ένα αποτέλεσμα που έπρεπε να κρύβει την εργασία τους. Εκατοντάδες εκατομμύρια για να μείνει ο χρόνος ακίνητος. Αυτό αγοράζει ο πελάτης: μια ενεργή μνήμη από την οποία έχουν αφαιρεθεί η υγρασία, οι θόρυβοι, οι τριγμοί των πατωμάτων και οι απαρχαιωμένες σωληνώσεις.
Στο Λονδίνο, το ξενοδοχείο Savoy κατάλαβε από νωρίς ότι η πολυτέλεια θα γινόταν η καθημερινότητα του μέλλοντος. Εννοείται ότι έγινε διαθέσιμη πρώτα σε εκείνους που μπορούσαν να την αγοράσουν. Όταν άνοιξε το 1889, το ηλεκτρικό φως, οι ανελκυστήρες και το ζεστό νερό δεν ήταν απλές ανέσεις. Ήταν επίδειξη τεχνολογικής ισχύος. Σήμερα, ένα δωμάτιο μπορεί να ξεκινά ενδεικτικά από περίπου 830 έως 950 ευρώ τη βραδιά, ενώ οι ιστορικές σουίτες ανεβάζουν τον λογαριασμό σε αρκετές χιλιάδες ευρώ. Οι τιμές αλλάζουν ανά ημερομηνία και όρους κράτησης. Το ξενοδοχείο έκλεισε για σχεδόν τρία χρόνια και επέστρεψε το 2010, έπειτα από ανακαίνιση περίπου 255 εκατ. ευρώ. Το Savoy έπρεπε να γίνει αρκετά καινούργιο ώστε να δικαιολογεί την τιμή του και αρκετά παλιό ώστε να δικαιολογεί το όνομά του.
H δύσκολη ισορροπία
Αν ένα ιστορικό ξενοδοχείο παραμείνει πραγματικά παλιό, γίνεται κουρασμένο. Αν γίνει υπερβολικά καινούργιο, γίνεται κοινό. Ακόμη ένας τίτλος στο Booking.com. Η επένδυση πρέπει να εξαφανίσει τη φθορά χωρίς να σβήσει τα ίχνη. Αυτά απογειώνουν την υπεραξία του. Στη Βενετία, το ξενοδοχείο Danieli δείχνει μια άλλη λειτουργία της ιστορικής φιλοξενίας: τη δυνατότητα ενός ξενοδοχείου να οικειοποιείται ένα κομμάτι της πόλης.
Το συγκρότημα αποτελείται από τρία ενωμένα ιστορικά μέγαρα διαφορετικών εποχών, με παλαιότερο το Palazzo Dandolo. Το κτίριο μετατράπηκε σε ξενοδοχείο το 1822 και, μετά την εκτεταμένη ανακαίνιση, πέρασε στη διαχείριση της Four Seasons. Δέχεται κρατήσεις για αφίξεις από τις 26 Αυγούστου 2026. Οι ενδεικτικές τιμές κινούνται περίπου από 980 έως 1.140 ευρώ τη βραδιά, ανάλογα με την ημερομηνία. Ο πελάτης δεν αγοράζει μόνο ένα δωμάτιο στη Βενετία. Αγοράζει το σωστό μπαλκόνι από το οποίο θα τη δει. Η θέα, η άφιξη με το σκάφος και η απόσταση από την Piazza San Marco μετατρέπουν μέρος της δημόσιας εικόνας της πόλης σε ιδιωτική εμπειρία.
Στο Βερολίνο, το Adlon κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Δεν δείχνει πώς διατηρείται ένα αυθεντικό κτίριο, αλλά πώς επιβιώνει ένα όνομα όταν το κτίριο έχει χαθεί. Το αρχικό ξενοδοχείο άνοιξε απέναντι από την Πύλη του Βρανδεμβούργου το 1907 και καταστράφηκε σε μεγάλο βαθμό στο τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Το σημερινό Adlon, νέα κατασκευή εμπνευσμένη από το χαμένο ξενοδοχείο, άνοιξε στο ίδιο σημείο στις 23 Αυγούστου 1997. Ένα δωμάτιο ξεκινά ενδεικτικά από μερικές εκατοντάδες ευρώ τη βραδιά. Δεν αποκαταστάθηκε ένα κτίριο. Ανακατασκευάστηκε μια ανάμνηση.
Αυτό ενώνει τελικά το Ritz, το Savoy, το Raffles, το Danieli, το Adlon και το Nacional. Καθένα δείχνει διαφορετικό τρόπο με τον οποίο το παρελθόν μετατρέπεται σε οικονομικό πλεονέκτημα. Στο Ritz συντηρείται. Στο Savoy εκσυγχρονίζεται. Στο Raffles πολλαπλασιάζεται. Στο Danieli ιδιωτικοποιεί την εικόνα μιας πόλης. Στο Adlon ανακατασκευάζεται. Στο Nacional παράγει συνάλλαγμα. Οι διάσημοι πελάτες γίνονται ονόματα σουιτών. Τα μπαρ γίνονται προορισμοί. Οι πόλεμοι γίνονται ξεναγήσεις. Η καταστροφή γίνεται αφήγηση. Και κάθε μεγάλη ανακαίνιση δεν προστατεύει μόνο το κτίριο. Προστατεύει το δικαίωμά του να χρεώνει περισσότερο από το καινούργιο ξενοδοχείο της διπλανής οδού. Στην αγορά της πολυτέλειας, το παρελθόν δεν είναι βάρος. Είναι asset φιλοξενίας. Ποιος μπορεί να το αρνηθεί αυτό;
Eισαγωγική φωτογραφία: Ritz Paris / www.ritzparis.com
