Δεν είναι μόνο γυμναστήριο, αλλά χώρος που συνδυάζει την αισθητική, την αποσύνδεση από τον ψηφιακό κόσμο με προνόμιο εισαγωγής σε μια exclusive κοινότητα.
Στις αρχές του 1900 ο Αμερικανός επιχειρηματίας Άμποτ Κίννεϊ, λάτρης της Ιταλίας, οραματίστηκε να δημιουργήσει ένα θέρετρο που θα θυμίζει την αγαπημένη του Βενετία. Απέκτησε μια έκταση στο σημερινό Λος Άντζελες και κατασκεύασε ένα δίκτυο με κανάλια. Στόχος ήταν η περιοχή να αποπνέει την ατμόσφαιρα της πόλης των δόγηδων. Το σχέδιο πήρε επίσημα μορφή το 1905 και 120 χρόνια μετά, παρότι έχει μετονομαστεί σε Venice Beach και τα περισσότερα κανάλια της έχουν καλυφθεί, εξακολουθεί να προσελκύει εκατομμύρια τουριστών.
Η Venice Beach είναι παράδεισος για σκέιτμπορντ, υπαίθριο γυμναστήριο για μελλοντικούς Σβαρτσενέγκερ -ο πρώην κυβερνήτης της Καλιφόρνια είχε προπονηθεί τη δεκαετία του 1970 στο Muscle Beach της περιοχής- και καταφύγιο για χορευτές, μουσικούς και ζωγράφους που αντλούν έμπνευση από την εκρηκτική, ελεύθερη και αντισυμβατική ενέργεια της περιοχής.
Παράλληλα, συνυπάρχουν πολλά ετερόκλητα στοιχεία. Ανάμεσα σε αυτά και η πιο ωμή πλευρά της πόλης, με δεκάδες αστέγους που αναγκάζονται να στήνουν καταυλισμούς στα ελεύθερα σημεία της παραλίας -συνέπεια ενός συστήματος που αδυνατεί να τους προστατεύσει. Ακόμα και αυτή η αντίθεση, όμως, αποτελεί μέρος της ταυτότητας της Venice Beach.
Tο lifestyle της ευεξίας
Πολύ κοντά στην ακτή, εκεί που σκάει το κύμα του Ειρηνικού, ένας νέος προορισμός wellness προσκαλεί τους ενδιαφερόμενους να απολαύσουν αποκλειστικά οφέλη έναντι συνδρομής που φτάνει τα 450 δολάρια το μήνα, με αρχικό κόστος εγγραφής τα 500 δολάρια. Το HUME, σε έκταση περίπου 13.500 τ. μ., υπόσχεται στα μέλη του στιγμές ηρεμίας, αυτοφροντίδας, αλλά και κοινωνικοποίησης. Οι ιδρυτές, Ρότζερ Μπριγκς και Σάντι Μπόουλ, επιδιώκουν τη δημιουργία ενός περιβάλλοντος όπου η ευεξία δεν είναι απλώς υπηρεσία, αλλά τρόπος ζωής. Ο Μπόουλ, με εμπειρία στην αρχιτεκτονική, σχεδίασε έναν χώρο που εμπνέεται από τα λουτρά της αρχαιότητας και τα μαροκινά χαμάμ, προσφέροντας μια εμπειρία που συνδυάζει αισθητική, άνεση και γαλήνη.
Αυστηρά κριτήρια
Για να καταφέρει να γίνει κανείς μέλος στο ιδιωτικό κέντρο ευεξίας -το όνομα του οποίου προκύπτει από τη γαλλική λέξη humer που σημαίνει οσφραίνομαι, αισθάνομαι- δεν αρκεί μόνο ο τραπεζικός λογαριασμός. Η διαδικασία αξιολόγησης περιλαμβάνει ένα ερωτηματολόγιο, ενώ η έγκριση εξαρτάται σύμφωνα με τις αξίες της κοινότητας του HUME. Οι θέσεις είναι περιορισμένες, ώστε να διατηρηθεί ένα οικείο περιβάλλον και η συνδρομή δεν απευθύνεται σε όλους, ενώ υπάρχει το ενδεχόμενο να απορριφθεί η αίτηση εγγραφής.
Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, υπάρχει λίστα αναμονής με εκατοντάδες υποψηφίους. Αυτό σημαίνει ότι πολύ πιθανόν να μην εγκριθεί κάποιος ή να περιμένει για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα πριν γίνει ενεργό μέλος. Εξάλλου, το HUME δε θέλει να λέγεται απλά γυμναστήριο, αλλά μια «καλλιεργημένη κοινότητα». Για αυτό το λόγο η επιλογή των μελών βασίζεται και σε πιο ποιοτικά χαρακτηριστικά και όχι μόνο σε οικονομικά.
Τώρα, αν τελικά κάποιος καταφέρει να περάσει τις πύλες του, μπορεί να απολαύσει πολλές από τις υπηρεσίες, όπως μαθήματα hot-yoga, Pilates, σάουνα, χαμάμ, εξειδικευμένα προγράμματα αποκατάστασης, μασάζ, προσωπική εκγύμναση, βελονισμός. Επιπλέον, διατίθενται υπερβαρικός θάλαμος, ενδοφλέβιες θεραπείες, ενέσεις βιταμινών, φυσικοθεραπεία, ηλεκτρονική μυϊκή διέγερση, αξιολόγηση υγείας και εργαστηριακές εξετάσεις. Στο τέλος της ημέρας, μπορεί να απολαύσει ένα υγιεινό ελαφρύ γεύμα στο καφέ που λειτουργεί στην οροφή και να συμμετέχει σε κοινωνικές εκδηλώσεις το Σάββατο. Οι ιδιοκτήτες πιστεύουν ότι οι ευκατάστατοι και οι λάτρεις της ευεξίας θα πληρώσουν περισσότερα για μια αναβαθμισμένη, κοινωνική εμπειρία.
Ο Μπόουλ εκτιμά ότι θα επιλέξουν το χώρο του HUME αντί το συμβατικό γυμναστήριο, γιατί θα βρουν ένα οικείο περιβάλλον, άνετο, φιλόξενο, σε συνδυασμό με όμορφη αισθητική. Αυτή η αίσθηση της ζεστασιάς τον οδήγησε να επιλέξει για τη διακόσμηση του κέντρου φυσικά υλικά, όπως ξύλο, φελλός, και ήπιο φωτισμό. Κάθε γωνιά είναι προσεκτικά μελετημένη, ώστε ο επισκέπτης να χαλαρώνει και να ξεφεύγει από την καθημερινότητα. Συνειδητή ήταν η επιλογή να μην υπάρχουν ρολόγια ή τηλεοράσεις, αφού σκοπός είναι η αποσύνδεση από τον ψηφιακό κόσμο και το χρόνο. Κάθε στοιχείο εξυπηρετεί έναν αισθητηριακό σκοπό και δεν είναι τυχαίο.
Με λίγα λόγια, το HUME δεν είναι απλά γυμναστήριο ή σπα, αλλά ένας προσεγμένος χώρος για έναν συγκεκριμένο κύκλο ανθρώπων που αναζητούν αυθεντική αυτοφροντίδα. Το HUME είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας σύγχρονης τάσης, όπου στα ιδιωτικά κέντρα ευεξίας η άσκηση και η κοινωνική επαφή συνδυάζονται με έναν πιο αργό τρόπο ζωής. Δεν απευθύνονται στο μαζικό κοινό, αλλά σε όσους είναι πρόθυμοι να επενδύσουν σε μια πιο στοχευμένη και ποιοτική εμπειρία ευεξίας, με μια αίσθηση θαλπωρής, για μια ανάπαυλα από τον ψηφιακό θόρυβο και την ταχύτητα.
