Τι συμβαίνει όταν τα ρούχα μοιάζουν να γλιστρούν από το σώμα; Όταν οι ραφές δείχνουν έτοιμες να λυθούν, τα φερμουάρ μένουν μισάνοιχτα και οι σιλουέτες εγκαταλείπουν κάθε αυστηρή δομή;
Οι συλλογές της ανοιξιάτικης σεζόν έδειξαν καθαρά προς μια κατεύθυνση: τη χαλάρωση της σιλουέτας. Στο ντεφιλέ του οίκου Prada, λόγου χάρη, τα βλέμματα στράφηκαν σε κομμάτια που έμοιαζαν σχεδόν ακαθόριστα: τοπ που θυμίζουν σουτιέν, αλλά δεν έχουν εμφανή στήριξη, αέρινες φούστες με τιράντες, τουνίκ φορεμένες πάνω από φουσκωτές σιλουέτες, ελαφριά πουλόβερ με σούπερ βαθύ ντεκολτέ, γάντια όπερας τόσο «τσαλακωμένα» που έδιναν την αίσθηση ότι θα πέσουν από στιγμή σε στιγμή.
Η εποχή της αποσυμπίεσης
Η πρόθεση της Miuccia Prada και του Raf Simons ήταν σαφής: η αποδόμηση λειτουργεί ως σχόλιο πάνω στην εποχή. Στις σημειώσεις της συλλογής, ο οίκος έκανε λόγο για ρούχα που «αντιδρούν στην αβεβαιότητα, μετακινούνται, αλλάζουν, προσαρμόζονται». Στον συνδυασμό ετερόκλητων στοιχείων ενυπάρχει, όπως υποστηρίζει, επιλογή, ελευθερία και αυτενέργεια για τη γυναίκα που τα φορά. Σχεδόν κάθε εμφάνιση έμοιαζε να βρίσκεται σε διαδικασία διάλυσης και όσο εξελισσόταν η σεζόν, το «μη ολοκληρωμένο» έπαψε να είναι εξαίρεση και έγινε κανόνας.
Τα τελευταία χρόνια η μόδα φαινόταν να υιοθετεί μια λογική πληθωρικότητας: στρώσεις επί στρώσεων, υπερμεγέθεις τσάντες, επένδυση στην ένταση της σιλουέτας. Η νέα κατεύθυνση, ωστόσο, δεν αφορά ούτε την προσθήκη ούτε την αφαίρεση, αλλά την αποφόρτιση. Είναι μια στροφή προς τη χαλαρότητα, μια αποδοχή του χάους της καθημερινότητας. Σε έναν κόσμο που μοιάζει απορρυθμισμένος, το να μην είσαι «κουμπωμένος» μέχρι επάνω αποκτά άλλη δυναμική.
Στο ντεμπούτο της στη Bottega Veneta, η Louise Trotter έδειξε φορέματα στο εσωτερικό των οποίων υπήρχε ένα σταθερό υπόστρωμα, ώστε το εξωτερικό ύφασμα να γλιστρά και να μοιάζει σαν να πέφτει από το σώμα. Στον οίκο Versace, ο Dario Vitale προσέγγισε την έννοια της ελευθερίας με πιο αισθησιακό πρόσημο: τζιν μισάνοιχτα, ζώνες αφημένες και λυτές, ως έναν φόρο τιμής στα αχαλίνωτα ’80s του Gianni Versace.
Για την πρώτη τους συλλογή στον οίκο Loewe, οι Jack McCollough και Lazaro Hernandez παρουσίασαν ρούχα που μετέδιδαν μια αίσθηση φυσικής κίνησης και απελευθέρωσης. Στον οίκο Schiaparelli, ο Daniel Roseberry έφερε στο προσκήνιο φορέματα κομμένα λοξά που γλιστρούσαν στο σώμα, παραπέμποντας στο ιστορικό «Tear Dress» που σχεδίασε η Elsa Schiaparelli με τον Salvador Dalí το 1938. Ο Seán McGirr επανέφερε το περιβόητο «bumster» παντελόνι, ακραία χαμηλοκάβαλο, που είχε παρουσιάσει ο Alexander McQueen το 1993. Τότε θεωρήθηκε προκλητικό, σήμερα διαβάζεται ως μελέτη της γραμμής και της αναλογίας.
Η αποδόμηση έχει προηγούμενο
Η ιδέα της αποδόμησης δεν είναι καινούργια. Δημιουργοί όπως οι Martin Margiela, Ann Demeulemeester, Rei Kawakubo και Yohji Yamamoto, είχαν ήδη αντιδράσει στην υπερβολή των δεκαετιών του 1980 και του 1990 με ρούχα αποδομημένα, «τραβηγμένα» και διαλυμένα, ως πράξη αντίστασης. Βεβαίως και ο John Galliano, στην περίοδό του στον Dior, εξερεύνησε την έννοια της αποκάλυψης και της μερικής απογύμνωσης, μια αισθητική που επανέρχεται σήμερα με νέα ένταση. Ο Hussein Chalayan είχε φτάσει το 2016 στο σημείο να παρουσιάσει πανωφόρια από υδατοδιαλυτό ύφασμα που διαλύονταν επί πασαρέλας, αποκαλύπτοντας από κάτω κεντημένα φορέματα.
Στη Νέα Υόρκη, στο Ινστιτούτο Μόδας της Τεχνολογίας, πραγματοποιήθηκε η έκθεση Dress, Dreams, and Desire: Fashion and Psychoanalysis, μια εκτενής ερευνητική ματιά στη σχέση μόδας και ψυχολογίας. Ανάμεσα στις θεματικές της και εξερυνώντας τη σχέση ανάμεσα στην αποκάλυψη και την απόκρυψη του σώματος, ξεχώρισε η αναφορά στη θεωρία του «skin ego» του Γάλλου ψυχαναλυτή Didier Anzieu.
Σύμφωνα με τον Anzieu, το ένδυμα λειτουργεί ως μια «δεύτερη επιδερμίδα»: ένα συμβολικό περίβλημα που επιτρέπει στο άτομο να ορίζει, να ενισχύει ή να χαλαρώνει τα όρια της ταυτότητάς του. Υπό αυτό το πρίσμα, η μόδα παύει να είναι απλώς αισθητική επιλογή και μετατρέπεται σε έναν ευέλικτο τρόπο έκφρασης του εαυτού. Έτσι, η μόδα, είναι τόσο μεταβλητή και προσαρμόσιμη όσο θέλουμε να είναι. Ακόμη και τα αξεσουάρ ενσωμάτωσαν αυτή τη λογική. Τσάντες από τους οίκους Fendi και Dior έμοιαζαν επίτηδες ανοιχτές, ενώ η νέα Cigale και η ανανεωμένη 2.55 των οίκων Dior και Chanel αντίστοιχα, παίζουν με την ιδέα της ανοιχτής φόρμας χωρίς να χάνουν τη λειτουργικότητά τους.
Το να βγεις από το σπίτι φορώντας κάτι που μοιάζει να διαλύεται μπορεί να προκαλέσει τα βλέμματα. Ούτως ή άλλως τα ρούχα παύουν να επιβάλλουν σχήματα και αρχίζουν να συνομιλούν με το σώμα. Σε μια περίοδο όπου όλα μοιάζουν υπό διαπραγμάτευση η χαλαρή ραφή, το μισάνοιχτο φερμουάρ, η χαμηλωμένη μέση λειτουργούν σαν ήπιες, διακριτικές εκφράσεις αυτονομίας. Και ίσως αυτή η ρευστότητα, η δυνατότητα να αλλάζεις χωρίς να απολογείσαι, να είναι η πιο καθαρή ένδειξη σύγχρονης αυτονομίας.
Εξωτερική φωτογραφία: Prada, Versace, Dior, Chanel, Schiaparelli, Bottega Veneta, Alexander McQueen.
