Από τις μεγάλες It bags της δεκαετίας του 2000 στις μίνι εκδοχές τους, η μόδα αποδεικνύει ότι η αξία ενός αντικειμένου σπάνια μετριέται σε εκατοστά.
Πολύ πριν οι mini bags κατακλύσουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, οι τσάντες που καθόριζαν τη μόδα είχαν ακριβώς την αντίθετη φιλοσοφία. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, οι υπερμεγέθης δημιουργίες αποτελούσαν το απόλυτο σύμβολο κύρους. Ήταν μεγάλες, βαριές, με λογότυπα και μεταλλικές λεπτομέρειες και σχεδιασμένες έτσι ώστε να χωρούν σχεδόν ολόκληρη την καθημερινότητα ενός ανθρώπου.
Η Kate Moss σπάνια αποχωριζόταν τη Chloé Paddington με το χαρακτηριστικό λουκέτο. Η Victoria Beckham κρατούσε διαρκώς ογκώδεις τσάντες πολυτελών οίκων, κυρίως Hermès, ενώ η Nicole Richie καθιέρωσε τη Fendi Spy ως μία από τις πιο πολυφωτογραφημένες τσάντες των 00s. Υπήρχε ακόμη η YSL Mombasa του Tom Ford, με τη χαρακτηριστική λαβή από φυσικό κέρατο, μια δημιουργία που συνδύαζε αισθησιασμό, εξωτισμό και τη χαλαρή αισθητική των αρχών της νέας χιλιετίας. Η Mombasa είχε τόσο μεγάλη εμπορική επιτυχία, αντιπροσωπεύοντας το 26% των συνολικών κερδών του οίκου τον πρώτο χρόνο κυκλοφορίας της. Εκείνη ήταν η εποχή των περίφημων It bags. Αξεσουάρ που απέκτησαν σχεδόν μυθική υπόσταση, όχι μόνο χάρη στον σχεδιασμό τους, αλλά και επειδή συνδέθηκαν με μια ολόκληρη γενιά από celebrities, σε μια περίοδο όπου η μόδα γιόρταζε την υπερβολή χωρίς καμία διάθεση απολογίας.
Δύο δεκαετίες αργότερα, οι ίδιες αυτές τσάντες επέστρεψαν. Μόνο που αυτή τη φορά έχουν μικρύνει. Πολύ. Η αναβίωση των αρχών της δεκαετίας του 2000 αποτελεί μία από τις σημαντικότερες τάσεις της τελευταίας διετίας και οι οίκοι μόδας επαναφέρουν τα πιο εμβληματικά σχέδιά τους σε μια νέα, μικρότερη κλίμακα. Ο οίκος Fendi παρουσίασε ξανά τη Spy, με αφορμή τα εκατό χρόνια του οίκου, λανσάροντας ταυτόχρονα τη νέα Mini Spy. Η Chloé επανέφερε την Paddington, ενώ ο Saint Laurent αναβίωσε τη θρυλική Mombasa του Tom Ford, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στη μικρή εκδοχή της. Πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα μετατόπιση. Οι σχεδιαστές διατηρούν την ταυτότητα των ιστορικών μοντέλων, προσαρμόζοντάς τα όμως στις ανάγκες και στις αισθητικές προτιμήσεις μιας νέας εποχής.
Η ελευθερία του να μην κουβαλάς τίποτα
Η επιτυχία των mini bags δύσκολα εξηγείται με όρους πρακτικότητας. Μια mini bag χωρά συνήθως μόνο το κινητό, τα κλειδιά και ίσως ένα κραγιόν. Για όποιον έχει συνηθίσει να μεταφέρει μαζί του πολλά, η επιλογή μοιάζει σχεδόν παράλογη. Κι όμως, αυτή ακριβώς η απουσία χρηστικότητας αποτελεί μέρος της γοητείας της. Η mini bag λειτουργεί περισσότερο ως δήλωση αισθητικής παρά ως αποθηκευτικός χώρος. Υποδηλώνει μια ζωή χωρίς περιττά βάρη, όπου η καθημερινότητα περιορίζεται στα απολύτως απαραίτητα. Εκφράζει έναν διαφορετικό τρόπο κατανάλωσης, περισσότερο συνδεδεμένο με την εικόνα και λιγότερο με τη λειτουργικότητα. Οι mini bags δημιουργούν την αίσθηση μιας ανέμελης κομψότητας και δεν μονοπωλούν την προσοχή.
Ταυτόχρονα, αποτελούν ιδανικό πεδίο πειραματισμού. Ένα ιδιαίτερο χρώμα, μια εξωτική υφή, ένα έντονο animal print ή μια μεταλλική επιφάνεια ισορροπούν πιο εύκολα όταν εμφανίζονται σε μικρή κλίμακα. Εκεί όπου μια μεγάλη τσάντα θα μπορούσε να κυριαρχήσει στο σύνολο, μια mini bag λειτουργεί σχεδόν σαν κόσμημα.
Ατελείωτες δυνατότητες επανεφεύρεσης
Όταν ο οίκος Jacquemus παρουσίασε το Le Chiquito, η βιομηχανία της μόδας έμοιαζε να συμμετέχει σε έναν άτυπο διαγωνισμό για το ποιος θα δημιουργήσει τη μικρότερη δυνατή τσάντα. Εκείνες οι δημιουργίες λειτουργούσαν σχεδόν ως γλυπτά. Η χρηστικότητά τους ήταν ελάχιστη. Η αξία τους βρισκόταν κυρίως στην εικόνα που δημιουργούσαν και στη δυνατότητά τους να προκαλούν συζητήσεις.
Σήμερα, η φιλοσοφία έχει αλλάξει. Οι mini bags παραμένουν μικρές, όμως έχουν αποκτήσει ουσιαστικότερο ρόλο στην καθημερινή γκαρνταρόμπα. Οι νέες εκδοχές διατηρούν τα εμβληματικά χαρακτηριστικά των πρωτότυπων σχεδίων, προσθέτοντας στοιχεία που εξυπηρετούν τη σύγχρονη ζωή, όπως αποσπώμενα λουριά ώμου, πιο ελαφριά κατασκευή και μεγαλύτερη ευελιξία στη χρήση. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η μικρή τσάντα λειτουργεί σχεδόν ως η πιο συμπυκνωμένη εκδοχή της σύγχρονης πολυτέλειας.
Χαμηλότερη τιμή; Όχι πάντα
Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει αναπόφευκτο. Μπορεί μια τσάντα που χρησιμοποιεί λιγότερο δέρμα και λιγότερα υλικά να κοστίζει σχεδόν όσο μια μεγαλύτερη; Η απάντηση βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η αγορά της πολυτέλειας. Η αξία ενός αντικειμένου σπάνια καθορίζεται από την ποσότητα της πρώτης ύλης. Προκύπτει από τον σχεδιασμό, την τεχνική, τη δεξιοτεχνία των εργαστηρίων και τις ώρες κατασκευής, την ιστορία του οίκου και φυσικά, από την επιθυμία που κατορθώνει να δημιουργήσει. Όταν πρωτοεμφανίστηκαν, οι μικρές τσάντες αποτελούσαν τη σχετικά προσιτή είσοδο στον κόσμο των οίκων πολυτελείας. Σήμερα κάτι τέτοιο ισχύει ολοένα και λιγότερο. Οι mini bags διατίθενται σε τιμές που ανταγωνίζονται εκείνες πολύ μεγαλύτερων μοντέλων, αποδεικνύοντας ότι το μέγεθος έχει πάψει να αποτελεί παράγοντα τιμολόγησης. Στη Bottega Veneta, λόγου χάρη, η Mini Jodie κοστίζει 2.500 ευρώ, ενώ η μεσαία Jodie 5.100 ευρώ. Στη Louis Vuitton, η Nano Speedy διατίθεται προς 2.000 ευρώ, όταν η Speedy Bandoulière 25 κοστίζει 3.200 ευρώ.
Όπως κάποτε οι It bags εξέφραζαν την αισιοδοξία και την υπερβολή των αρχών του 21ου αιώνα, έτσι και οι μικρές εκδοχές τους αποτυπώνουν τη σημερινή επιθυμία για μια πολυτέλεια πιο εκλεπτυσμένη, λιγότερο κραυγαλέα και περισσότερο συνειδητή. Η μόδα άλλωστε σπάνια επιλέγει ανάμεσα στο μεγάλο και το μικρό. Προτιμά να αφηγείται, κάθε φορά, την ιστορία της εποχής της. Και σήμερα αυτή η ιστορία χωρά, κυριολεκτικά, στην παλάμη ενός χεριού.
Εξωτερική φωτογραφία: Από αριστερά: @ bottegaveneta.com, @ jacquemus.com, @ valentino.com
