Από το Μιλάνο στην Πάτμο και την Αθήνα, ο Σιμόνε Ντε Νάρντι μιλά για τον έρωτά του με το ελληνικό φως, τη μνήμη των χώρων και την αρχιτεκτονική ως απαραίτητο, ζωτικό στοιχείο.
Από την αυστηρή γεωμετρία του μοντερνισμού στο Μιλάνο έως το σχεδόν μυσταγωγικό φως της Πάτμου, κι από εκεί στις γοητευτικές αντιφάσεις της Αθήνας, η διαδρομή του Ιταλού αρχιτέκτονα Σιμόνε Ντε Νάρντι μοιάζει με ένα προσωπικό ταξίδι αναζήτησης και τελικά, έρωτα. Έρωτα για την αυθεντική προσωπικότητα της Ελλάδας, για την ανεπιτήδευτη ομορφιά της, για τον διάλογο ανάμεσα στο παλιό και το νέο. Μια σύνδεση τόσο βαθιά που τον οδήγησε να την επιλέξει ως έδρα του.
Με καθαρή, διεισδυτική ματιά και βαθιά γνώση της αρχιτεκτονικής γλώσσας, ο ταλαντούχος δημιουργός, μέσα από το γραφείο του, DDSarchitettura, προσεγγίζει κάθε έργο σαν να πρόκειται για πράξη… αποκάλυψης. Αγγίζει τα υλικά με ευαισθησία, αφουγκράζεται τη μνήμη των χώρων και κάτω από τη «σκόνη» του χρόνου ανακαλύπτει την ισχυρή, συχνά ξεχασμένη από πολλούς, ταυτότητά τους. Από κατοικίες έως εμπορικούς και ξενοδοχειακούς χώρους, τα έργα του ισορροπούν ανάμεσα στη λιτότητα και το σεβασμό στην ιστορικότητα.
Το έργο του έχει παρουσιαστεί σε διεθνή μέσα όπως Wallpaper*, Financial Times και Designboom, ενώ αυτή την περίοδο στρέφει το δημιουργικό του βλέμμα σε νέα έργα και συνεργασίες στην Αθήνα, σχεδιάζοντας έπιπλα limited-edition που φέρουν τη διακριτική του υπογραφή. Ο Ντε Νάρντι μιλάει στο Newmoney.gr για τις αρχές που ακολουθεί, την ερμηνεία των χώρων, ακόμα και για τον τρόπο που έχει καταφέρει να υπερκεράσει την ελληνική γραφειοκρατία.
–Τι σας οδήγησε να μείνετε στην Ελλάδα και να δραστηριοποιηθείτε επαγγελματικά; Ήταν προσωπική, πολιτιστική ή αρχιτεκτονική επιλογή; Η απόφασή μου να μετακομίσω στην Ελλάδα δεν ήταν στιγμιαία, αλλά αποτέλεσμα μιας μακράς διαδικασίας που ξεκίνησε πολύ πριν γίνει επαγγελματική επιλογή. Ήρθα για πρώτη φορά στη χώρα ως παιδί και για πάνω από 25 χρόνια πέρασα τα καλοκαίρια μου στην Πάτμο, όπου η αρχιτεκτονική δεν ήταν κάτι που μελέτησα αλλά κάτι που έζησα -στους δρόμους της Χώρας, στις σκάλες των σπιτιών, στον τρόπο που το φως και ο χρόνος διαμόρφωναν την καθημερινή ζωή. Αυτή η πρώιμη εξοικείωση εξελίχθηκε σιγά-σιγά σε μια βαθύτερη αίσθηση ότι ανήκω εδώ. Κατά τη διάρκεια των σπουδών μου στο Πολυτεχνείο του Μιλάνου, άρχισα να περνάω περισσότερο χρόνο στην Αθήνα, αφού με προσέλκυσε μια πόλη που φαινόταν ατελείωτη και, ως εκ τούτου, γεμάτη δυνατότητες. Το 2020, αφού καθιερώθηκα ως ανεξάρτητος αρχιτέκτονας στην Ιταλία, η μόνιμη μετεγκατάσταση μου φάνηκε ένα φυσικό βήμα.
Η Αθήνα με γοητεύει με τις αντιφάσεις της: μια πόλη όπου αρχαιολογικά μνημεία, νεοκλασικά και μοντέρνα κτίρια συνυπάρχουν, συνθέτοντας μια ελαφρώς φθαρμένη αλλά βαθιά αυθεντική εικόνα. Ακριβώς αυτή η εύθραυστη ισορροπία -μεταξύ μνήμης και μεταμόρφωσης- είναι που με έπεισε να εγκαταστήσω εδώ το εργαστήριό μου. Η εργασία μου στην Ελλάδα και τα έργα που έχω αναλάβει στην Ιταλία μου έχουν επιτρέψει να δραστηριοποιηθώ σε πολύ διαφορετικές κλίμακες -από ιδιωτικές κατοικίες και ανακαινίσεις έως εμπορικά και ξενοδοχειακά έργα- διατηρώντας παράλληλα μια συνεκτική αρχιτεκτονική γλώσσα.
–Το έργο σας ξεχωρίζει για τη γλώσσα που αποτελείται από καθαρές, στοιχειώδεις γραμμές, συχνά σε συνδυασμό με φινιρίσματα και υλικά παραδοσιακού χαρακτήρα. Πώς επιτυγχάνεται αυτή η ισορροπία; Αυτή η ισορροπία είναι το αποτέλεσμα δύο πολύ διαφορετικών, αλλά συμπληρωματικών φάσεων των σπουδών μου. Η ακαδημαϊκή μου εκπαίδευση στο Μιλάνο βασίστηκε στην αυστηρότητα του μοντερνισμού: σαφήνεια της δομής, «καθαρότητα» του χώρου και πεποίθηση ότι η μορφή πρέπει πάντα να ακολουθεί τη λειτουργία. Αυτές οι αρχές συνεχίζουν να κατευθύνουν τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζω. Ταυτόχρονα, η πρώιμη επαγγελματική μου εμπειρία στο Λονδίνο με έφερε σε επαφή με μια διαφορετική ευαισθησία, καθώς εργάστηκα σε έργα που διαμορφώθηκαν από τη γλώσσα του νεοκλασικισμού. Εκεί, ανέπτυξα μια βαθύτερη σχέση με τη δεξιοτεχνία, τα φινιρίσματα και τα υλικά -όχι ως διακοσμητικά στοιχεία, αλλά ως φορείς ατμόσφαιρας και βάθους. Αντί να επιλέξω τη μία προσέγγιση έναντι της άλλης, η δουλειά μου ανιχνεύεται στον διάλογο μεταξύ τους. Οι βασικές μορφές θέτουν τάξη, ενώ τα παραδοσιακά υλικά εισάγουν υφή και μνήμη -μια λογική που επεκτείνεται φυσικά από την αρχιτεκτονική στους εσωτερικούς χώρους και τα έπιπλα κατά παραγγελία, επιτρέποντας σε κάθε έργο να σχεδιαστεί ως ένα ενιαίο σύνολο.
–Στα έργα σας στην Ελλάδα, εντοπίζονται στοιχεία της ιταλικής αρχιτεκτονικής παράδοσης. Ποια στοιχεία της εκπαίδευσής σας και της ιταλικής αρχιτεκτονικής κουλτούρας θεωρείτε ότι αναδεικνύονται περισσότερο στη δουλειά σας εδώ; Η ιταλική αρχιτεκτονική κουλτούρα μου έμαθε ότι η κατανόηση του πλαισίου δεν είναι προαιρετική, είναι το θεμέλιο κάθε σημαντικού έργου. Η αρχιτεκτονική δεν πρέπει ποτέ να φαίνεται επιβεβλημένη. Πρέπει να μοιάζει αβίαστη, σαν να ανήκει από πάντα στον χώρο της. Βάσει αυτή της προσέγγισης προσανατολίζω το έργο μου σε διαφορετικά ελληνικά περιβάλλοντα: από μια ιδιωτική κατοικία στην Κεφαλλονιά με βενετσιάνικες επιρροές, έως νεοκλασικά και Art Deco κτίρια στην Αθήνα, και ακόμη και έναν μεσαιωνικό πύργο στη Μάνη. Κάθε έργο απαιτούσε μια συγκεκριμένη προσέγγιση, με βάση την ιστορία, τα υλικά και τη φύση της παρέμβασης, είτε επρόκειτο για νέα κατασκευή είτε για αναπαλαίωση. Αυτή η μέθοδος έχει αποδειχθεί εξίσου αποτελεσματική σε ιδιωτικά οικιστικά έργα και σε εμπορικούς χώρους, όπου η ταυτότητα, η ατμόσφαιρα και η μακροπρόθεσμη αξία είναι εξίσου σημαντικές με τη λειτουργικότητα. Αυτό που προκύπτει πιο έντονα από την εκπαίδευσή μου στην Ιταλία είναι μια πειθαρχημένη ισορροπία μεταξύ της ορθολογικής χωροταξικής οργάνωσης και της ευαισθησίας ως προς τα υλικά, τις υφές και τον ιστορικό διάλογο.
–Ποια στοιχεία του ελληνικού τοπίου σας εμπνέουν περισσότερο; Υπάρχουν τοπικά υλικά ή τεχνικές με τα οποία αισθάνεστε ιδιαίτερα συνδεδεμένος στη σχεδιαστική σας προσέγγιση; Με εμπνέουν ιδιαίτερα τα ανέγγιχτα τοπία της Ελλάδας -οι απόκρημνες ακτές και το άγονο έδαφος- που μεταδίδουν μια έντονη αίσθηση μονιμότητας. Υπάρχει μια σαφήνεια εδώ που αφήνει λίγο χώρο για υπερβολές. Εξίσου σημαντικά είναι και τα αρχαιολογικά μνημεία. Κολώνες και επιστύλια αποκαλύπτουν πώς η μνημειακότητα μπορεί να υφίσταται ακόμη και στην απουσία. Η εργασία με τοπικά υλικά, ιδιαίτερα το μάρμαρο, ενισχύει αυτή την αίσθηση. Το μάρμαρο επιβάλλει περιορισμούς -στο βάρος, τις διαστάσεις και τις λεπτομέρειες- που απαιτούν ακρίβεια και αυτοσυγκράτηση. Αυτή η συνεχής διαδικασία περιορισμού του υπερφίαλου -η επίτευξη του απολύτως απαραίτητου- έχει καταστεί κεντρική στο έργο μου. Οι ίδιες αρχές κατευθύνουν τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνω τους εσωτερικούς χώρους, πώς συνδιαλέγονται τα υλικά, πώς κινείται το φως και πώς βιώνουμε τους χώρους με την πάροδο του χρόνου.
–Στα έργα σας, εμφανίζονται αναφορές στον νεοκλασικισμό, μια γλώσσα που μοιράζεται η αρχιτεκτονική ιστορία της Ιταλίας και της Ελλάδας. Τι ρόλο παίζουν αυτά τα στοιχεία στη σχεδιαστική σας έρευνα; Ο νεοκλασικισμός αντιπροσωπεύει μια κοινή αρχιτεκτονική γλώσσα μεταξύ Ιταλίας και Ελλάδας, και τον προσεγγίζω ως δομικό πλαίσιο και όχι ως στυλιστική κίνηση. Σε έργα όπου το ιστορικό υλικό είναι κατακερματισμένο ή ατελές, αισθάνομαι την ευθύνη να παρέμβω προσεκτικά, αλλά με ακρίβεια. Σε ορισμένες περιπτώσεις, αυτό σημαίνει την εισαγωγή αντιθέσεων – όχι ως πρόκληση, αλλά ως τρόπο διάκρισης του αυθεντικού από το σύγχρονο. Αυτή η προσέγγιση βασίζεται στη θεωρία της αποκατάστασης, η οποία δίνει έμφαση στη σαφήνεια και τον σεβασμό μέσω της διαφοροποίησης. Τα νεοκλασικά στοιχεία γίνονται έτσι ένα εργαλείο έρευνας: ένας τρόπος εξερεύνησης της έντασης μεταξύ συνέχειας και ρήξης, παράδοσης και σύγχρονης έκφρασης.
–Ποια η σχέση σας με την ελληνική νομοθεσία, την πολεοδομία και τους κανονισμούς; Ποιοι είναι οι κύριοι περιορισμοί ή ευκαιρίες που προσφέρει αυτό το σύστημα σε έναν αρχιτέκτονα; Η ελληνική νομοθεσία μπορεί να είναι περίπλοκη, τόσο από τεχνική όσο και από γραφειοκρατική άποψη. Αντί να το βλέπω ως περιορισμό, το αντιμετωπίζω ως μια συνθήκη σχεδιασμού που απαιτεί προσεκτική ερμηνεία. Τα όρια συχνά οδηγούν σε πιο μελετημένες λύσεις, ιδιαίτερα σε πυκνοκατοικημένες αστικές περιοχές. Επιπλέον, οι πρόσφατες μεταρρυθμίσεις έχουν απλοποιήσει αρκετές διαδικασίες, επιτρέποντας μεγαλύτερη εστίαση στην αρχιτεκτονική ποιότητα. Η εργασία μέσα σε αυτό το πλαίσιο έχει οξύνει την ικανότητά μου να ισορροπώ μεταξύ ακρίβειας, δημιουργικότητας και ευθύνης.
-Αν και ασχολείστε με το παρόν, το έργο σας δεν φαίνεται να υποκύπτει πλήρως στη λογική των τρεχουσών τάσεων. Είναι αυτή μια συνειδητή επιλογή; Είναι σημαντικό για εσάς ένα κτίριο να διατηρεί ισχυρή ταυτότητα και σύνδεση με τον τόπο του; Ναι. Ενώ η αρχιτεκτονική σήμερα επηρεάζεται ολοένα περισσότερο από παγκοσμιοποιημένες εικόνες και τάσεις που κυκλοφορούν με την ταχύτητα του φωτός, πιστεύω ότι αυτό συχνά οδηγεί σε ομοιομορφία και απώλεια κριτικής σκέψης. Με ενδιαφέρει ο σύγχρονος διάλογος, αλλά προτιμώ να ασχολούμαι με αυτόν επιλεκτικά. Η αρχιτεκτονική πρέπει να διατηρεί μια ισχυρή σχέση με τον τόπο, το κλίμα και την ιστορία της. Οι τάσεις είναι παροδικές, τα κτίρια αντέχουν στο χρόνο. Προσεγγίζω κάθε έργο με την πρόθεση να δημιουργηθεί κάτι περισσότερο από απλές κατασκευές. Στόχος μου είναι να σχεδιάζω χώρους που να προκαλούν βαθύτερες, πιο συναισθηματικές αντιδράσεις σε εκείνους που ζουν σε αυτούς. Θέλω οι πελάτες να αισθάνονται ότι ο χώρος τους δεν είναι απλώς ένα σχέδιο, αλλά έχει προσεκτικά ερμηνευθεί και διαμορφωθεί από τον τόπο, τη χρήση και τον τρόπο με τον οποίο οι ίδιοι κατοικούν σε αυτόν.
Instagram: @ddsarchitettura
www.ddsarchitettura.com
