Ένα ζευγάρι Maison Margiela Tabi πωλήθηκε στο Παρίσι έναντι 364.000 ευρώ, γράφοντας ιστορία στις δημοπρασίες μόδας. Πώς όμως ένα παπούτσι που για δεκαετίες προκαλούσε αμηχανία κατέληξε να αποελεί σύγχρονο design;
Στο Παρίσι, ένα ζευγάρι graffiti Tabi boots του 1991 χρειάστηκε μόλις λίγα λεπτά για να φτάσει τις 364.000 ευρώ. Η τιμή ξεπέρασε κάθε προηγούμενο ρεκόρ για δημιουργία του Martin Margiela και έδωσε στη βραδιά το μοναδικό φινάλε που της ταίριαζε: ο σχεδιαστής που απέφευγε συστηματικά τη δημοσιότητα βρέθηκε ξανά στο κέντρο της συζήτησης, αυτή τη φορά μέσα από τα αντικείμενα που είχε κρατήσει μακριά από το κοινό επί δεκαετίες.
Η δημοπρασία οργανώθηκε από τον Maurice Auction σε συνεργασία με τον Kerry Taylor Auctions και περιλάμβανε 195 αντικείμενα από το προσωπικό αρχείο του σχεδιαστή. Πρωτότυπα, σχέδια, μάσκες που κάλυπταν τα πρόσωπα των μοντέλων, κούκλες Barbie που χρησιμοποιούσε ως μικροσκοπικά μανεκέν και σπάνια κομμάτια από την περίοδο που βρισκόταν στον οίκο Hermès, σχημάτιζαν ένα σπάνιο πορτρέτο ενός δημιουργού που έχτισε ολόκληρη την καριέρα του αποφεύγοντας να γίνει ο ίδιος πρωταγωνιστής. Κι όμως, από όλα τα αντικείμενα, εκείνο που συγκέντρωσε τα περισσότερα βλέμματα ήταν ένα ζευγάρι παπούτσια.
Δεν είναι η πρώτη φορά που τα Tabi απασχολούν τον κόσμο της μόδας. Εδώ και σχεδόν τέσσερις δεκαετίες παραμένουν ίσως το πιο αναγνωρίσιμο σχέδιο του οίκου Maison Margiela. Είναι από εκείνα τα αντικείμενα που δύσκολα αφήνουν κάποιον αδιάφορο. Ή τα λατρεύεις ή δεν μπορείς καν να τα κοιτάξεις. Για πολλούς μοιάζουν με οπλές. Για άλλους αποτελούν το απόλυτο σύμβολο δημιουργικής ελευθερίας. Αυτό ακριβώς είναι που τα έκανε τόσο σημαντικά. Δεν σχεδιάστηκαν ποτέ για να είναι αρεστά.
Πριν από τον Margiela υπήρχε η Ιαπωνία
Παρότι το όνομά τους έχει ταυτιστεί με τον βελγικό οίκο, η ιστορία των Tabi ξεκινά περίπου πέντε αιώνες νωρίτερα και χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από το Παρίσι. Τον 15ο αιώνα, στην Ιαπωνία, εμφανίστηκαν οι πρώτες κάλτσες tabi. Ο διαχωρισμός του μεγάλου δαχτύλου δεν ήταν αισθητική ιδιοτροπία αλλά πρακτική λύση, καθώς επέτρεπε να φοριούνται άνετα με τα παραδοσιακά σανδάλια geta και zori. Σταδιακά έγιναν αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινής ζωής. Οι λευκές κάλτσες φοριούνταν στις επίσημες περιστάσεις, οι σκούρες στις καθημερινές μετακινήσεις, ενώ το ιδιαίτερο σχήμα τους θεωρούνταν ότι προσέφερε καλύτερη ισορροπία στο σώμα.
Η μεγάλη αλλαγή ήρθε το 1922, όταν οι αδελφοί Τόκουτζιρο και Σοτζίρο Ισιμπάσι πρόσθεσαν λαστιχένια σόλα στις κάλτσες και δημιούργησαν τα jika-tabi. Ξαφνικά, το παραδοσιακό ένδυμα μετατράπηκε σε παπούτσι εργασίας. Το φορούσαν εργάτες οικοδομών, αγρότες, ταχυδρόμοι, ακόμη και στρατιώτες. Ο ένας από τους δύο αδελφούς θα ίδρυε λίγα χρόνια αργότερα τη Bridgestone, ενώ η split-toe κατασκευή πέρασε μέχρι και στον αθλητισμό. Το 1951 ο Σιγκέκι Τανάκα κέρδισε τον Μαραθώνιο της Βοστώνης φορώντας tabi, ενώ δύο χρόνια αργότερα η Onitsuka παρουσίασε τα Marathon Tabi, ένα από τα πρώτα split-toe αθλητικά παπούτσια.
Το απόλυτο σύμβολο της avant-garde μόδας
Το 1988, ο Martin Margiela το είδε με διαφορετικό μάτι. Δεν προσπάθησε να αντιγράψει το ιαπωνικό σχέδιο αλλά να το μεταφέρει σε ένα εντελώς διαφορετικό πλαίσιο. Το παρουσίασε στην πρώτη του συλλογή στο Παρίσι, μετατρέποντάς το σε ψηλοτάκουνο δερμάτινο μποτάκι. Έναν χρόνο αργότερα, στην πρώτη του πασαρέλα, τα μοντέλα περπάτησαν με τις σόλες βαμμένες κόκκινες, αφήνοντας αποτυπώματα πάνω στο λευκό πάτωμα σαν αφηρημένη καλλιγραφία. Τα πρόσωπά τους ήταν καλυμμένα. Το ενδιαφέρον στράφηκε αποκλειστικά στα ρούχα και στα παπούτσια. Η εικόνα πέρασε αμέσως στην ιστορία της μόδας.
Το κοινό δεν ήξερε πώς να αντιδράσει. Άλλοι τα θεωρούσαν αποκρουστικά, άλλοι ιδιοφυή. Για πολλούς έμοιαζαν περισσότερο με οπλές παρά με παπούτσια. Ο ίδιος ο Margiela είχε εξηγήσει αργότερα ότι αρχικά επέλεξε να συνεχίσει να εξελίσσει το ίδιο σχέδιο επειδή δεν υπήρχε το οικονομικό περιθώριο να σχεδιάζει νέα παπούτσια κάθε σεζόν. Η έλλειψη προϋπολογισμού εξελίχθηκε τελικά σε μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της σύγχρονης μόδας.
Από cult αντικείμενο στο απόλυτο fashion statement
Για πολλά χρόνια τα Tabi δεν ήταν δημοφιλή. Ήταν το παπούτσι που αναγνώριζαν μόνο όσοι γνώριζαν την ιστορία του Margiela. Τα φορούσαν στυλίστες, επιμελητές εκθέσεων, fashion editors και άνθρωποι που αντιμετώπιζαν τη μόδα περισσότερο ως πολιτισμό παρά ως τάση. Ήταν ένας διακριτικός κώδικας μεταξύ ανθρώπων που μοιράζονταν την ίδια αισθητική γλώσσα. Αυτό άλλαξε σταδιακά μέσα στη δεκαετία του 2020. Οι μπαλαρίνες, τα loafers, οι γόβες και τα μποτάκια Tabi βγήκαν από τον στενό κύκλο των insiders και πέρασαν στην ποπ κουλτούρα. Η Zendaya, η Dua Lipa, η Kylie Jenner, η Cardi B, ο Jacob Elordi, η Lily-Rose Depp και η Margot Robbie άρχισαν να εμφανίζονται συστηματικά φορώντας τα, ενώ στα social media μετατράπηκαν σε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα αντικείμενα μόδας της δεκαετίας. Παράλληλα, δεκάδες brands παρουσίασαν τις δικές τους εκδοχές του split-toe παπουτσιού, αποδεικνύοντας ότι το Tabi είχε πλέον ξεφύγει από τα όρια ενός μόνο οίκου.
Παρ’ όλα αυτά, το σχέδιο δεν έχασε ποτέ τον διχαστικό χαρακτήρα του. Ελάχιστα αντικείμενα στη μόδα εξακολουθούν να προκαλούν τόσο έντονες αντιδράσεις. Κάποιοι τα βρίσκουν άσχημα, άλλοι σχεδόν γλυπτικά. Και ίσως αυτό να εξηγεί γιατί επιβίωσαν. Σε αντίθεση με πολλά «it shoes» που εξαντλούνται μέσα σε δύο ή τρεις σεζόν, τα Tabi δεν βασίστηκαν ποτέ στην ομοφωνία. Η αξία τους προέκυψε ακριβώς επειδή δεν προσπάθησαν να την κερδίσουν.
Εξωτερική φωτογραφία: @ AFP Forum
