search icon

Fine Living

Bespoke παπούτσια: Μήνες αναμονής για ένα ζευγάρι που φτάνει μέχρι τα 10.000 ευρώ

Στο κατά παραγγελία υπόδημα, εκείνο που φτιάχνεται αποκλειστικά στα μέτρα ενός πελάτη, το νούμερο παύει να είναι το ένα και μοναδικό τεχνικό κριτήριο επιλογής του. Από το Λονδίνο μέχρι τη Φλωρεντία, η πολυτέλεια νοηματοδοτείται μέσα από την προσήλωση στη μοναδικότητα. Τίποτα δεν είναι έτοιμο μέχρι να εμφανιστεί ο άνθρωπος που θα θελήσει όχι απλά χειροποίητο […]

Υπάρχουν τρεις οίκοι που μετατρέπουν το παπούτσι σε προσωπική κατασκευή, με καλαπόδια, μήνες αναμονής και πολύ υψηλές τιμές.

Στο κατά παραγγελία υπόδημα, εκείνο που φτιάχνεται αποκλειστικά στα μέτρα ενός πελάτη, το νούμερο παύει να είναι το ένα και μοναδικό τεχνικό κριτήριο επιλογής του. Από το Λονδίνο μέχρι τη Φλωρεντία, η πολυτέλεια νοηματοδοτείται μέσα από την προσήλωση στη μοναδικότητα. Τίποτα δεν είναι έτοιμο μέχρι να εμφανιστεί ο άνθρωπος που θα θελήσει όχι απλά χειροποίητο ζευγάρι παπούτσια αλλά εκείνο, το μοναδικό, που σχεδιάστηκε πάνω στην κάθε καμπύλη του ποδιού του. Στα bespoke παπούτσια τίποτα δεν τελειώνει στο νούμερο «43», ούτε στο «43,5». Το πέλμα έχει καμάρα και κλίση. Το πόδι έχει ύψος στο κουντεπιέ, διαφορετικό όγκο στο δεξί και στο αριστερό, σημεία που πιέζονται, δάχτυλα που ανοίγουν περισσότερο ή λιγότερο. Στο έτοιμο παπούτσι όλα τα παραπάνω είναι τεχνικά δεδομένα που συνήθως προσπερνάμε. Στο bespoke, το παπούτσι αποκτά προσωπικό πατρόν. Δεν φοράς απλά ένα ζευγάρι υποδήματα. Είναι λες και ντύνεις τα πόδια σου με αυτά.

O oίκος John Lobb δεν δημοσιεύει σταθερό τιμοκατάλογο για τις bespoke παραγγελίες, καθώς η τελική τιμή εξαρτάται από το σχέδιο, το δέρμα και τις προδιαγραφές του πελάτη. @ johnlobb.com
@ johnlobb.com
@ johnlobb.com

John Lobb
Στο ιστορικό κατάστημα John Lobb, στο 9 St James’s Street του Λονδίνου, ο John Lobb δεν λειτουργεί με τους όρους της εποχής. Η τεχνική του φαντάζει προκλητικά αργή. Είναι ο συνεχιστής μιας ιστορικής οικογενειακής επιχείρησης που ιδρύθηκε το 1849 και σήμερα βρίσκεται στην πέμπτη γενιά της. Κατασκευάζει bespoke παπούτσια και μπότες για έναν πελάτη κάθε φορά, με την έννοια ότι κάθε παραγγελία κατασκευάζεται πάνω στις μετρήσεις και στο προσωπικό του καλαπόδι. Για ένα πρώτο ζευγάρι ο John Lobb χρειάζεται συνήθως περίπου έξι έως επτά μήνες μέχρι την παράδοση. Για τα επόμενα ζευγάρια, όταν το προσωπικό καλαπόδι υπάρχει ήδη, θα απαιτηθούν περίπου τρεις έως τέσσερις μήνες.

Ο ίδιος ο οίκος δεν δημοσιεύει σταθερό τιμοκατάλογο για τις bespoke παραγγελίες, καθώς η τελική τιμή εξαρτάται από το σχέδιο, το δέρμα και τις προδιαγραφές του πελάτη. Σύγχρονες δημοσιευμένες εκτιμήσεις τοποθετούν ένα πρώτο bespoke ζευγάρι περίπου από 6.500 έως 9.400 ευρώ, πριν από ενδεχόμενες επιβαρύνσεις για εξωτικά δέρματα ή ιδιαίτερα σύνθετες κατασκευές. Με άλλα λόγια, ένα πρώτο ζευγάρι μπορεί να πλησιάσει τις 10.000 ευρώ. Στο bespoke παπούτσι δεν υπάρχει ένα κοινό καλούπι για όλους. Στις περιπτώσεις σαν του John Lobb το καλαπόδι κατασκευάζεται ειδικά πάνω στις μετρήσεις του πελάτη. Είναι, στην πράξη, ένα τρισδιάστατο αρχείο του ποδιού του που ο υποδηματοποιός αρχειοθετεί.

Στη Gaziano & Girling η κατασκευή γίνεται εξ ολοκλήρου στο χέρι, από το κόψιμο και το τέντωμα του δέρματος πάνω στο καλαπόδι μέχρι το ράψιμο της περιμέτρου και της σόλας. @ gazianogirling.com
@ gazianogirling.com
@ gazianogirling.com

Gaziano & Girling
Στον βρετανικό οίκο υποδηματοποιίας Gaziano & Girling, με κεντρικό κατάστημα στη Savile Row, τον ιστορικό δρόμο του Mayfair που έχει ταυτιστεί διεθνώς με την κατά παραγγελία ανδρική ραπτική, η διαδικασία ξεκινά με ακριβείς μετρήσεις. Στη συνέχεια σκαλίζεται από ξύλο οξιάς ένα καλαπόδι αποκλειστικά για το πόδι του πελάτη. Πάνω του δημιουργείται το πατρόν, κόβονται και ράβονται τα δερμάτινα τμήματα και στη συνέχεια το επάνω μέρος διαμορφώνεται πάνω στο καλαπόδι, πριν δημιουργηθεί το πρώτο δοκιμαστικό. 

Η εφαρμογή είναι το κρίσιμο σημείο. Μπορεί να χρειαστούν περισσότερες από μία δοκιμές, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις το δοκιμαστικό παπούτσι κόβεται και ανοίγεται, ώστε ο τεχνίτης να δει ακριβώς πού βρίσκονται τα δάχτυλα και η φτέρνα. Αφού επιτευχθεί η σωστή εφαρμογή, ξεκινά το τελικό ζευγάρι. Στη Gaziano & Girling η κατασκευή γίνεται εξ ολοκλήρου στο χέρι, από το κόψιμο και το τέντωμα του δέρματος πάνω στο καλαπόδι μέχρι το ράψιμο της περιμέτρου και της σόλας. Ο πελάτης δεν επιλέγει απλώς χρώμα ή δέρμα. Δεν προσαρμόζεται ένα υπάρχον αντικείμενο στις διαστάσεις του ποδιού του. Το παπούτσι κατασκευάζεται, εξ αρχής, πάνω στη μορφολογία του.

Η Sixpence Bespoke, η κορυφαία υπηρεσία κατά παραγγελία του οίκου Stefano Bemer, ξεκινά σήμερα από 4.190 ευρώ για ένα ζευγάρι παπούτσια. @ stefanobemer.com
@ stefanobemer.com
@ Stefano Bemer Instagram

Stefano Bemer 
Στη Φλωρεντία, ο οίκος χειροποίητης υποδηματοποιίας Stefano Bemer δίνει ακόμη πιο καθαρά το οικονομικό αποτύπωμα αυτής της εξατομίκευσης. Η Sixpence Bespoke, η κορυφαία υπηρεσία κατά παραγγελία του οίκου, ξεκινά σήμερα περίπου από 4.190 ευρώ για ένα ζευγάρι παπούτσια, ενώ η δημιουργία του προσωπικού καλαποδιού κοστίζει επιπλέον περίπου 625 ευρώ. Το συνολικό σημείο εκκίνησης βρίσκεται, επομένως, κοντά στα 4.800 ευρώ.

Το καλαπόδι, όμως, πληρώνεται μόνο μία φορά. Διατηρείται και μπορεί να τροποποιείται σε επόμενες παραγγελίες. Η πρώτη συνάντηση στον Bemer περιλαμβάνει περίγραμμα και μετρήσεις και των δύο ποδιών, αλλά και αξιολόγηση της φυσιογνωμίας και της στάσης του σώματος. Μετά ακολουθεί δεύτερη δοκιμή, συνήθως τρεις έως έξι μήνες αργότερα. Εκεί οριστικοποιούνται το σχέδιο, το δέρμα, το χρώμα και οι υπόλοιπες λεπτομέρειες. Η παράδοση έρχεται ακόμη αργότερα. Ο χρόνος, δηλαδή, είναι μέρος της τιμής. Δεν πληρώνεται μόνο το υλικό ή η δεξιοτεχνία. Πληρώνεται η δυνατότητα να σταματήσει η παραγωγή να απευθύνεται σε «αγοραστές» και να στραφεί σε έναν και μόνο άνθρωπο.

Bespoke, όχι made to order
Ας αποφύγουμε τις παρεξηγήσεις. Το made to order επιτρέπει επιλογές πάνω σε υπάρχον μοντέλο και υπάρχον καλαπόδι. Το bespoke ξεκινά πριν υπάρξει το παπούτσι. Η Gaziano & Girling έχει, για παράδειγμα, δημιουργήσει μια ενδιάμεση κατηγορία, το Optimum Made to Order. Το παπούτσι κατασκευάζεται πλήρως στο χέρι από την ομάδα του bespoke, αλλά χρησιμοποιείται ένα από τα υπάρχοντα καλαπόδια του οίκου. Είναι μια δόση πολυτέλειας ακριβώς πριν από το σημείο όπου αρχίζει η απόλυτη εξατομίκευση. Η τιμή του Optimum Made to Order ξεκινά περίπου από 4.820 ευρώ προ φόρων, ενώ ένα συμβατικό Made to Order του οίκου ξεκινά περίπου από 2.220 ευρώ προ φόρων.

Το made to order επιτρέπει επιλογές πάνω σε υπάρχον μοντέλο και υπάρχον καλαπόδι. Το bespoke ξεκινά πριν υπάρξει το παπούτσι. @ Stefano Bemer Instagram

Η διάκριση έχει σημασία και στο οικονομικό σκέλος. Ένα made-to-order παπούτσι μπορεί να προσφέρει εντυπωσιακό αριθμό επιλογών σε δέρματα, χρώματα, σόλες και γραμμές. Το bespoke, όμως, διαπραγματεύεται κάτι διαφορετικό: όχι περισσότερες επιλογές αλλά διαφορετική αφετηρία. Δεν ξεκινά από ένα προϊόν που υπάρχει ήδη. Ξεκινά από το πόδι του αγοραστή. Υπάρχει και κάτι ακόμη που δεν φαίνεται όταν το ζευγάρι βγαίνει από το κουτί: το bespoke παπούτσι δημιουργεί μνήμη. Το προσωπικό καλαπόδι δεν πετιέται μετά την παράδοση. Παραμένει στο εργαστήριο ως σημείο αναφοράς για την επόμενη παραγγελία. Και αυτό ώστε ο τεχνίτης να μπορεί να επαναλάβει, να διορθώσει ή να εξελίξει τη φόρμα. Αν το πόδι αλλάξει, αλλάζει και το καλαπόδι. Στην πράξη, η πολυτέλεια εδώ δεν μετριέται μόνο σε δέρμα και ραφές αλλά σε ώρες ανθρώπινης εργασίας πάνω σε ένα σώμα.

Ανατομική πολυτέλεια
Γιατί, όμως, να πληρώσει κάποιος τέσσερις, πέντε ή δέκα χιλιάδες ευρώ για ένα ζευγάρι παπούτσια; Η προφανής απάντηση είναι η χειροτεχνία. Η λιγότερο προφανής είναι ότι το bespoke πουλά κάτι που η βιομηχανία της μόδας έχει σχεδόν εξαφανίσει: τη μοναδικότητα κάθε σώματος. Το δεξί πόδι δεν είναι ίδιο με το αριστερό. Το σώμα αλλάζει με τον χρόνο. Η στάση, το βάδισμα και οι αναλογίες αφήνουν σημάδια. Στο μαζικό προϊόν όλα αυτά θεωρούνται αποκλίσεις από το πρότυπο. Στο bespoke είναι το ίδιο το πρότυπο. Το ξύλινο καλαπόδι έχει σχεδόν μεγαλύτερη συμβολική αξία από το τελικό παπούτσι. Δεν είναι απλώς εργαλείο παραγωγής. Είναι η απόδειξη ότι κάποιος μέτρησε το σώμα σου αρκετά προσεκτικά ώστε να του κατασκευάσει ένα αντικείμενο που δεν προορίζεται για κανέναν άλλον.

Στην εποχή μας η πολυτέλεια συχνά μοιάζει λες και έχει χάσει τον αρχικό της προορισμό. Η μαζική παραγωγή παραμορφώνει το ρόλο ύπαρξής της. Το bespoke παπούτσι παραμένει μια μικρή παραφωνία μέσα σε μια αγορά που έχει μάθει να τα παράγει όλα σε κλίμακα. Στην περίπτωσή του το «ποιο νούμερο φοράτε» φαντάζει σαν μια άνευ περιεχομένου ερώτηση. Ίσως το «πάμε να μετρήσουμε τα πόδια σας» είναι η ερώτηση που δίνει νόημα στη σχέση πελάτη-κατασκευαστή.

Εξωτερική φωτογραφία: @ johnlobb.com

Exit mobile version