search icon

Fine Living

Galerie Miranda: 50 χρόνια τέχνης μέσα σε ένα αρχοντικό της Yδρας

Πενήντα χρόνια μετά το πρώτο καλοκαίρι της, η γκαλερί Miranda επιστρέφει στην Ύδρα με την έκθεση «1976–2026». Ο Αντώνης Παρασκευάς μιλάει για το ξεκίνημα μέσα στο οικογενειακό αρχοντικό και για μια σχέση με την τέχνη που κληρονόμησε.

Πενήντα χρόνια μετά το πρώτο καλοκαίρι της, από τις 5-14 Σεπτεμβρίου, η γκαλερί Miranda επιστρέφει στην Ύδρα με την έκθεση «1976–2026». Ο Αντώνης Παρασκευάς μιλάει για το ξεκίνημα μέσα στο οικογενειακό αρχοντικό και για μια σχέση με την τέχνη που κληρονόμησε.

Το καλοκαίρι του 1976, η Μιράντα Σοφιανού Παρασκευά άνοιξε στην Ύδρα, μέσα στο οικογενειακό αρχοντικό, την Art Gallery Miranda. Στο νησί σύχναζαν ήδη πολλοί ζωγράφοι, συγγραφείς και άλλοι καλλιτέχνες από την Αθήνα και το εξωτερικό, κι εκείνη τους έδωσε έναν χώρο για να δείξουν τη δουλειά τους. Πενήντα χρόνια μετά, η γκαλερί Miranda επιστρέφει στην Ύδρα με την έκθεση «1976–2026». Την οργανώνει ο Αντώνης Παρασκευάς μαζί με τη μητέρα του Μιράντα και τα αδέρφια του, τον Νίκο και τη Φοίβη. Τα έργα της ιστορικής περιόδου της γκαλερί εκτίθενται και συνομιλούν με έργα μεταπολεμικής ευρωπαϊκής τέχνης που προστέθηκαν αργότερα στη συλλογή.

«Η γκαλερί Miranda ξεκίνησε το 1976 πολύ φυσικά, σχεδόν σαν προέκταση του ίδιου του σπιτιού και της ζωής μας στην Ύδρα», λέει ο Αντώνης Παρασκευάς. «Η μητέρα μου, η Μιράντα, αγαπά πολύ την τέχνη, αλλά αγαπά εξίσου και τους ανθρώπους της τέχνης. Είχε έναν ιδιαίτερο τρόπο να συγκεντρώνει γύρω της ζωγράφους, φίλους, ανθρώπους με διαφορετικές ιδέες και διαφορετικές διαδρομές». Δεν ξεκίνησε, όπως λέει, με ένα αυστηρό σχέδιο να δημιουργήσει μια γκαλερί με τη σημερινή έννοια: «Ήθελε περισσότερο να δημιουργήσει έναν χώρο όπου θα μπορούσαν να παρουσιάζονται πράγματα που την ενδιέφεραν και όπου οι άνθρωποι θα μπορούσαν να συναντιούνται», αναφέρει.

Αίσθηση οικεότητας
Η Ύδρα εκείνη την εποχή ήταν διαφορετική. «Υπήρχαν καλλιτέχνες, συγγραφείς, άνθρωποι που έρχονταν από την Αθήνα και από το εξωτερικό, και μια αίσθηση ελευθερίας και έμπνευσης διαφορετική από σήμερα», θυμάται. Η γκαλερί βρισκόταν μέσα στο οικογενειακό αρχοντικό, κι αυτό της έδινε μια ιδιαιτερότητα: «Δεν έμπαινες σε έναν κλασικό λευκό εκθεσιακό χώρο. Έμπαινες σε ένα σπίτι. Νομίζω ότι αυτή η αίσθηση οικειότητας καθόρισε και τον χαρακτήρα της γκαλερί». Η γκαλερί έμεινε πάντα μικρής κλίμακας και προσωπική, και δεν προσπάθησε ποτέ να γίνει μεγάλη. «Νομίζω ότι ακριβώς αυτό ήταν ένα από τα προτερήματά της. Οι σχέσεις με τους καλλιτέχνες ήταν προσωπικές και πολλές φορές προηγούνταν της ίδιας της έκθεσης», λέει. Από τον χώρο πέρασαν πολλοί από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της ελληνικής τέχνης, αυτό όμως που κρατάει περισσότερο είναι η ατμόσφαιρα: «Οι καλλιτέχνες δεν έρχονταν απλώς για να δείξουν τα έργα τους και να φύγουν. Έμεναν, συζητούσαν, τρώγαμε μαζί. Για εμάς, που ήμασταν παιδιά, όλο αυτό ήταν απολύτως φυσιολογικό. Μόνο πολύ αργότερα καταλάβαμε πόσο ιδιαίτερο ήταν».

Μια ιστορία που κρατάει από εκείνη την εποχή αφορά τον Δημήτρη Παπαϊωάννου. Είχε μόλις τελειώσει τη Σχολή Καλών Τεχνών και συμμετείχε σε μια ομαδική έκθεση μαζί με άλλους νέους καλλιτέχνες. «Είχε ζωγραφίσει ο ίδιος μια μεγάλη πινακίδα για την έκθεσή τους, όπου δέσποζε μια γυμνή γυναικεία φιγούρα. Η πινακίδα τοποθετήθηκε, όπως συνήθως, στο λιμάνι, για να ενημερωθεί ο κόσμος», αφηγείται. «Δεν πέρασε πολλή ώρα και εμφανίστηκε η αστυνομία. Ήταν Δεκαπενταύγουστος, θα περνούσε η λιτανεία της Παναγίας και, όπως μας είπαν, η εικόνα είχε προκαλέσει έντονη ενόχληση στην Εκκλησία. Μας ζήτησαν λοιπόν να τη μαζέψουμε άμεσα». Ο Παπαϊωάννου βρήκε την πιο απλή λύση. «Πήρε ένα πινέλο, κατέβηκε στο λιμάνι και ζωγράφισε πάνω στη γυμνή γυναίκα ένα λευκό φόρεμα, για να την ντύσει. Το πρόβλημα λύθηκε και η πινακίδα έμεινε στη θέση της». Είναι μια ιστορία που, με τον τρόπο της, περιγράφει και την εποχή και τη γκαλερί: «Υπήρχε αυθορμητισμός, χιούμορ, ελευθερία. Δεν υπήρχε μεγάλη απόσταση ανάμεσα στην τέχνη, στον καλλιτέχνη και στην καθημερινή ζωή. Όλα συνέβαιναν μαζί».

Παλιά και νέα έργα στον ίδιο χώρο
Την επετειακή έκθεση «1976–2026» ο Αντώνης Παρασκευάς την περιγράφει ως νέο διάλογο, όχι ως αναδρομή. Ο επισκέπτης θα συναντήσει έργα καλλιτεχνών που συνδέθηκαν με την ιστορία της Galerie Miranda, δίπλα σε έργα μεταπολεμικής ευρωπαϊκής τέχνης που μπήκαν στη συλλογή πολύ αργότερα. «Πρόκειται για διαφορετικές καλλιτεχνικές διαδρομές, από διάφορες εποχές και χώρες. Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι τι συμβαίνει όταν τα έργα αυτά βρεθούν σήμερα στον ίδιο χώρο», λέει. «Μπορεί ξαφνικά να ανακαλύψεις συγγένειες που δεν είναι απαραίτητα ιστορικές. Μπορεί να είναι το υλικό, η χειρονομία, η γεωμετρία, η χρήση του χρώματος ή απλώς ένας τρόπος να βλέπεις τα πράγματα».

Πίσω από την έκθεση υπάρχει η ιδέα ότι μια συλλογή δεν είναι κάτι στατικό. «Αλλάζει μαζί με τους ανθρώπους που τη δημιουργούν. Η μητέρα μου έκανε τις δικές της επιλογές τότε. Εμείς, πενήντα χρόνια αργότερα, έχουμε αναπόφευκτα τη δική μας ματιά. Δεν υπάρχει λόγος η μία να αντικαταστήσει την άλλη. Το ενδιαφέρον είναι να συναντηθούν και να συνομιλήσουν. Τα πενήντα χρόνια φάνηκαν μια καλή στιγμή όχι μόνο για να κοιτάξουν προς τα πίσω, αλλά και για να ανοίξουν ξανά αυτόν τον διάλογο, και, πάνω απ’ όλα, ένας τρόπος να πούμε ένα μεγάλο ευχαριστώ στη μητέρα μας για την έμπνευση και το πάθος που μας μετέδωσε», προσθέτει.

Η σχέση που κληρονόμησαν
Το ότι την έκθεση την οργανώνουν τα τρία αδέρφια μαζί, ο Αντώνης, ο Νίκος και η Φοίβη, έχει για τον ίδιο ιδιαίτερη σημασία. «Τελικά δεν αποκτήσαμε απλώς κάποια έργα. Κληρονομήσαμε μια σχέση με την τέχνη», λέει. «Ο καθένας μας την έχει ζήσει διαφορετικά και έχει τη δική του ματιά. Αυτό όμως που μας ενώνει είναι ότι η Galerie Miranda είναι κομμάτι της οικογενειακής μας ιστορίας, συνδεδεμένη με τη μητέρα μας, με την Ύδρα και με ένα μεγάλο μέρος της παιδικής μας ηλικίας» συμπληρώνει. Δεν θα ήθελε να αναπαραγάγουν πιστά αυτό που ήταν η γκαλερί τη δεκαετία του ’70 ή του ’80. «Εκείνη η εποχή ήταν μοναδική και δεν επαναλαμβάνεται. Θα ήθελα όμως να κρατήσουμε κάτι από το πνεύμα της: τη μικρή κλίμακα, την προσωπική επιλογή, την περιέργεια και κυρίως την ελευθερία».

Θα ήθελε η συλλογή να συνεχίσει να εξελίσσεται, να συνομιλεί με την ιστορία της χωρίς να εγκλωβίζεται σε αυτήν: «Να μπορούμε να ξαναβλέπουμε παλαιότερα έργα με καινούργιο μάτι, αλλά και να προσθέτουμε πράγματα που μας ενδιαφέρουν σήμερα. Αν καταφέρουμε να διατηρήσουμε αυτή την περιέργεια και αυτή την ελευθερία, νομίζω ότι θα έχουμε κρατήσει ζωντανό το σημαντικότερο κομμάτι της Galerie Miranda», καταλήγει.

*GALERIE MIRANDA HYDRA 1976–2026, Επετειακή Έκθεση 5–14 Σεπτεμβρίου 2026, Ύδρα

Exit mobile version