Το ομοσπονδιακό αφορολόγητο κληρονομιάς στις ΗΠΑ κλείδωσε μόνιμα στα 15 εκατομμύρια δολάρια ανά άτομο. Το ελληνικό αντίστοιχο είναι 150.000 ευρώ. Η απόσταση όμως λέει λιγότερα από τον τρόπο που η κάθε χώρα μεταβιβάζει στην πράξη.
Το 2024 οι Αμερικανοί φοροτεχνικοί έλεγαν στους πελάτες τους την ίδια φράση, ξανά και ξανά: χρησιμοποίησέ το τώρα ή χάσ’ το. Το αφορολόγητο όριο κληρονομιών και δωρεών, που ο νόμος του 2017 είχε ανεβάσει στα 13,61 εκατομμύρια δολάρια, θα έπεφτε στο μισό την 1η Ιανουαρίου 2026. Γύρω στα επτά εκατομμύρια. Οικογένειες έτρεξαν να δωρίσουν εν ζωή, να στήσουν καταπιστεύματα, να αδειάσουν περιουσίες πριν κλείσει το παράθυρο. Το παράθυρο δεν έκλεισε ποτέ. Στις 4 Ιουλίου 2025 υπογράφηκε ο One Big Beautiful Bill Act, ο οποίος απλώς έσβησε την ημερομηνία λήξης. Από την 1η Ιανουαρίου 2026 το όριο είναι 15 εκατομμύρια δολάρια ανά άτομο, 30 εκατομμύρια για ένα ζευγάρι, με ετήσια αναπροσαρμογή στον πληθωρισμό και χωρίς προθεσμία εκπνοής -το υψηλότερο σημείο στην ιστορία του αμερικανικού φόρου κληρονομιάς. Το 2017, πριν από όλα αυτά, το όριο ήταν 5,49 εκατομμύρια.
Κι όσοι πρόλαβαν να χαρίσουν επτά εκατομμύρια από φόβο, δεν τα παίρνουν πίσω. Πάνω από το όριο, ο συντελεστής μένει στο 40%. Το ίδιο ποσό, 15 εκατομμύρια, ισχύει και για τις μεταβιβάσεις που πηγαίνουν κατευθείαν σε εγγόνια και παρακάμπτουν μια ολόκληρη γενιά. Το ετήσιο αφορολόγητο δώρο ανά αποδέκτη είναι 19.000 δολάρια για το 2026 και λειτουργεί ξεχωριστά από όλα τα παραπάνω.
Το μέγεθος που κανείς δεν συμφωνεί πόσο είναι
Όλη αυτή η συζήτηση γίνεται πάνω από μια μεταβίβαση περιουσίας που δεν έχει προηγούμενο. Η Cerulli Associates υπολογίζει ότι μέχρι το 2048 θα αλλάξουν χέρια 124 τρισεκατομμύρια δολάρια στις ΗΠΑ, εκ των οποίων 105 τρισεκατομμύρια σε κληρονόμους και 18 τρισεκατομμύρια σε φιλανθρωπικούς σκοπούς. Τον Ιούλιο του 2026 η Visa Business and Economic Insights δημοσίευσε εντελώς διαφορετικό νούμερο. Αφού αφαίρεσε χρέη, έξοδα συνταξιοδότησης, φόρους και αμοιβές, κι αφού εξαίρεσε το πλουσιότερο 1% των νοικοκυριών ως ακραίες περιπτώσεις, κατέληξε ότι στους κληρονόμους θα φτάσουν 36 τρισεκατομμύρια. Περίπου 515.000 δολάρια ανά νοικοκυριό που θα κληρονομήσει κάτι.
Η διαφορά των εξήντα και πλέον τρισεκατομμυρίων ανάμεσα στις δύο εκτιμήσεις είναι από μόνη της η είδηση. Δεν πρόκειται για στατιστική λεπτομέρεια. Δείχνει πόσο λίγο ξέρουμε για το τι πραγματικά κατεβαίνει τη γενεαλογική σκάλα, και πόσο εύκολα ένα εντυπωσιακό νούμερο γίνεται εργαλείο πώλησης χρηματοοικονομικών υπηρεσιών. Υπάρχει και κάτι που χάνεται μέσα στα τρισεκατομμύρια. Η συντριπτική πλειονότητα της μεταβίβασης αφορά το πλουσιότερο 10% των νοικοκυριών. Οι περισσότεροι Αμερικανοί δεν θα κληρονομήσουν τίποτα. Και πάνω από το μισό ποσό δεν κατεβαίνει καν γενιά: περνάει πρώτα οριζόντια στον επιζώντα σύζυγο, κυρίως σε γυναίκες που ζουν περισσότερο από τους άντρες τους.
Το πραγματικό κέρδος του νέου αμερικανικού ορίου, πάντως, δεν είναι ο φόρος που γλιτώνεται. Είναι η εξαφάνιση της προθεσμίας. Όσο υπήρχε ημερομηνία λήξης, ο πλούτος έφευγε νωρίς και βεβιασμένα, συχνά προς παιδιά σαράντα ετών που είχαν ακόμη μπροστά τους καριέρα. Τώρα δεν βιάζεται κανείς. Οι περιουσίες μένουν εκεί που είναι, κι η μεταβίβαση θα συμβεί όποτε συμβεί. Δηλαδή αργότερα, προς κληρονόμους που θα πλησιάζουν κι οι ίδιοι τη σύνταξη. Ένα φορολογικό μέτρο μετακίνησε την ηλικία στην οποία μια οικογένεια αλλάζει χέρια. Το ίδιο ισχύει κι αντίστροφα. Όσο υπήρχε προθεσμία, ο σχεδιασμός γινόταν βιαστικά και συχνά λάθος. Καταπιστεύματα στήθηκαν για να προλάβουν μια ημερομηνία που δεν ήρθε, με όρους που σήμερα δεσμεύουν οικογένειες οι οποίες δεν είχαν καμία ανάγκη να δεσμευτούν. Η φορολογική αβεβαιότητα δεν κοστίζει μόνο σε φόρους. Κοστίζει και σε αποφάσεις που παίρνονται από άγχος. Το φαινόμενο έχει και δημογραφική διάσταση. Ο πρώτος πυρήνας των αμερικανών Baby Boomers έκλεισε τα ογδόντα τον Ιανουάριο του 2026, κι οι θάνατοι της γενιάς προβλέπεται να ανέβουν από περίπου 2,6 εκατομμύρια ετησίως σήμερα σε 4 εκατομμύρια γύρω στο 2037. Αν οι ήρωες των νιάτων μας σήμερα πεθαίνουν λίγοι-λίγοι, στα επόμενα είκοσι χρόνια θα έχουμε μόνο τις αναμνήσεις τους.
Το ελληνικό πλαίσιο είναι στενότερο και πιο περίεργο
Στην Ελλάδα ο κληρονόμος της Α’ κατηγορίας, δηλαδή σύζυγος, μέρος συμφώνου συμβίωσης, τέκνα, εγγόνια και γονείς, έχει αφορολόγητο 150.000 ευρώ ανά δικαιούχο. Πάνω από αυτό ο φόρος υπολογίζεται κλιμακωτά: 1% έως τις 300.000, 5% έως τις 600.000, 10% για ό,τι περισσεύει. Για τον επιζώντα σύζυγο με πενταετή έγγαμο βίο και για τα ανήλικα τέκνα το αφορολόγητο ανεβαίνει στις 400.000. Η γονική παροχή όμως, δηλαδή η μεταβίβαση εν ζωή, έχει από την 1η Οκτωβρίου 2021 αφορολόγητο 800.000 ευρώ. Εφάπαξ, ανά ζεύγος γονέα και τέκνου, με 10% για το υπερβάλλον και με ρητή υποχρέωση τα χρήματα να κινηθούν μέσω τραπεζικού λογαριασμού. Μετρητά στο χέρι φορολογούνται αυτοτελώς με 10%, χωρίς κανένα αφορολόγητο.
Υπάρχει κι η απαλλαγή πρώτης κατοικίας, που λειτουργεί παράλληλα κι έχει δικά της όρια ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση του δικαιούχου, καλύπτοντας μαζί με το ακίνητο μία θέση στάθμευσης κι έναν αποθηκευτικό χώρο. Στη γονική παροχή η απαλλαγή αφορά μόνο ενήλικα τέκνα. Το πλέγμα είναι, με άλλα λόγια, γενναιόδωρο για όποιον ξέρει να το διαβάσει. Εδώ κρύβεται η ελληνική εκδοχή του αόρατου πλεονεκτήματος. Το κράτος έχει ορίσει το όριο της εν ζωή μεταβίβασης πεντέμισι φορές ψηλότερα από το όριο της κληρονομιάς. Πρακτικά λέει στους πολίτες ότι είναι πολύ φθηνότερο να δώσεις όσο ζεις παρά να αφήσεις όταν πεθάνεις. Και το ξέρουν όσοι έχουν λογιστή, συμβολαιογράφο και ρευστότητα. Δεν το ξέρει, ή δεν μπορεί να το αξιοποιήσει, η οικογένεια που έχει ένα διαμέρισμα και καμία μετρητή περιουσία.
Το ζήτημα δεν είναι ακαδημαϊκό σε μια χώρα όπου η ιδιοκατοίκηση κινείται γύρω στο 69% κι όπου το μεγαλύτερο μέρος της οικογενειακής περιουσίας είναι ακίνητο, όχι χαρτοφυλάκιο. Ένα σπίτι δεν κόβεται σε κομμάτια για να χωρέσει σε αφορολόγητο όριο. Ή μεταβιβάζεται ολόκληρο, με ό,τι κοστίζει, ή μένει σε αδιαίρετο κι εξαργυρώνεται σε καβγάδες. Οι αντικειμενικές αξίες, στο μεταξύ, ανέβηκαν σημαντικά την τελευταία πενταετία, οπότε ο ίδιος τοίχος περνάει σήμερα ψηλότερα κλιμάκια απ’ ό,τι το 2018. Η αμερικανική συζήτηση μοιάζει από εδώ σαν πρόβλημα άλλου πλανήτη. Δεκαπέντε εκατομμύρια δολάρια αφορολόγητα αφορούν ελάχιστες οικογένειες. Κι όμως η λογική είναι η ίδια και στις δύο χώρες: το φορολογικό πλαίσιο δεν καθορίζει μόνο πόσα κρατάει το δημόσιο. Καθορίζει και πότε μια οικογένεια θεωρεί σωστό να παραδώσει.
Αυτό είναι που δεν μετριέται πουθενά. Πόσοι άνθρωποι στα σαράντα τους περιμένουν ακόμα, και πόσοι στα εβδομήντα κρατούν ακόμα, επειδή κάπου ένας νόμος τούς είπε ότι δεν πρέπει να βιάζονται.
Εισαγωγική φωτογραφία: Getty Images/Ideal Image
