Η αύξηση του πλούτου συνοδεύεται από ακρίβεια, ανισότητα και ανασφάλεια, μετατρέποντας το ένα εκατομμύριο δολάρια σε έναν στόχο που δεν σημαίνει πια όσα σήμαινε στο παρελθόν.
Ρεκόρ εκατομμυριούχων στις ΗΠΑ καταγράφεται σήμερα, σύμφωνα με στοιχεία της Ομοσπονδιακής Τράπεζας που αναφέρουν ότι περίπου 1 στα 6 νοικοκυριά διαθέτει περιουσία άνω του ενός εκατομμυρίου δολαρίων. Κι όμως, παρά τον εντυπωσιακό αυτό αριθμό, πολλοί εξ αυτών δηλώνουν ότι δε νιώθουν πλούσιοι. Αντίθετα, τοποθετούν τον εαυτό τους στη μεσαία τάξη που απλώς έχει μια σχετική οικονομική ασφάλεια.
Αιτία η ακρίβεια. Το ποσό του ενός εκατομμυρίου σήμερα έχει πολύ μικρότερη αγοραστική δύναμη σε σχέση με το παρελθόν, καθώς αντιστοιχεί περίπου σε 480.000 δολάρια πριν από 30 χρόνια. Για να έχει την ίδια αξία σήμερα θα χρειάζονταν περίπου 2,1 εκατομμύρια, γεγονός που εξηγεί γιατί υπάρχουν περισσότεροι εκατομμυριούχοι από ό,τι πριν από μία ή δύο γενιές. Την ίδια στιγμή, όπως αναφέρει η Washington Post, σε περισσότερες από 200 περιοχές των ΗΠΑ, η τιμή για ένα απλό σπίτι ξεκινά από το ένα εκατομμύριο δολάρια, γεγονός που δείχνει πόσο έχει μετατοπιστεί το επίπεδο ζωής.
Πλούτος στα χαρτιά
Ένα ακόμη κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η περιουσία των περισσότερων εκατομμυριούχων δε σχετίζεται με την ρευστότητα. Μόλις 4% έως 6% βρίσκεται σε μετρητά, ενώ το μεγαλύτερο μέρος δεσμεύεται για ακίνητα και συνταξιοδοτικά ταμεία, σύμφωνα με στοιχεία της Έρευνας Οικονομικών Στοιχείων και Κατανάλωσης των Νοικοκυριών (SCF). Αυτό σημαίνει ότι, παρότι στα χαρτιά θεωρούνται πλούσιοι, στην καθημερινότητά τους δεν έχουν την άνεση για πολλές δαπάνες ή πολυτελή ζωή. Πολλοί συνεχίζουν να εργάζονται κανονικά και να ζουν σχετικά λιτά.
Η ανισότητα μεγαλώνει
Παρά την αύξηση των εκατομμυριούχων, ο πλούτος κατανέμεται άνισα. Σύμφωνα με στοιχεία της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ (Fed), η οικονομική ανισότητα στις ΗΠΑ παραμένει σε εντυπωσιακά επίπεδα. Το πλουσιότερο 10% των νοικοκυριών στις ΗΠΑ κατέχει πάνω από τα δύο τρίτα (68%) του συνολικού πλούτου της χώρας, ενώ το φτωχότερο 50% -δηλαδή οι μισοί Αμερικανοί- κατέχει μόλις το 2,5% της εθνικής περιουσίας. Με απλά λόγια, μια πολύ μικρή μερίδα πληθυσμού διαθέτει περισσότερους πόρους, ενώ ο μισός πληθυσμός της χώρας μοιράζεται ένα μόνο κλάσμα του συνολικού πλούτου. Όπως αναφέρει το δημοσίευμα, το χάσμα μεταξύ των πλουσιότερων Αμερικανών και όλων των άλλων έχει διευρυνθεί από την πανδημία, καθώς οι οικογένειες με υψηλό εισόδημα καρπώνονται τα οφέλη της αύξησης των τιμών των κατοικιών, της εκτόξευσης των τιμών των μετοχών και των υπερβολικών κερδών από τα εισοδήματα. Οι Αμερικανοί με χαμηλότερο και μεσαίο εισόδημα, από την άλλη, δυσκολεύονται υπό το βάρος του αυξανόμενου κόστους και δεν είναι απλό να καλύψουν λογαριασμούς, δάνεια αυτοκινήτων, αποπληρωμή πιστωτικών καρτών, ακόμη και να βάλουν βενζίνη.
Κανένας από τους 12 εκατομμυριούχους που μίλησαν στην αμερικανική εφημερίδα, δε νιώθει πλούσιος όπως έχει διαμορφωθεί η εικόνα της οικονομίας σήμερα. Οι περισσότεροι δήλωσαν ότι νιώθουν οικονομικά σταθεροί και έτοιμοι για έκτακτα ιατρικά έξοδα, αλλά σε κανέναν δεν έχει σχηματιστεί η ιδέα ότι με τα χρήματα που έχουν μπορούν να ζήσουν πλουσιοπάροχα ή να συνταξιοδοτηθούν πρόωρα. Όλα αυτά τη στιγμή που η μετάβαση από την παραδοσιακή φόρμουλα της σύνταξης στα ατομικά επενδυτικά προγράμματα έχει μεταφέρει την ευθύνη της οικονομικής ασφάλειας στους ίδιους τους πολίτες, ενισχύοντας την αβεβαιότητα για το μέλλον.
Τα ακίνητα δρόμος προς τον πλούτο
Ένας από τους πιο δημοφιλείς τρόπους με τους οποίους οι Αμερικανοί αποκτούν πλούτο είναι η αγορά ακινήτων. Τα ακίνητα αποτελούν περίπου το 30% της περιουσίας των εκατομμυριούχων, ποσοστό που παραμένει σχεδόν ίδιο εδώ και τρεις δεκαετίες. Ωστόσο, για πολλούς σήμερα αυτός ο δρόμος έχει εμπόδια. Οι τιμές των σπιτιών έχουν αυξηθεί σημαντικά, ενώ και τα επιτόκια των στεγαστικών δανείων -ιδίως μετά την πανδημία- έχουν εκτοξευθεί φτάνοντας ακόμα και στο 7%.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι κατοικία στο Λος Άντζελες που αγοράστηκε το 1994 έναντι 167.000 δολάρια, ενώ η σημερινή της αξία ξεπερνά το 1 εκατομμύριο δολάρια. Ο ιδιοκτήτης της αναφέρει ότι το σταθερό επιτόκιο του δανείου και οι χαμηλότεροι φόροι ακινήτων τον βοήθησαν να εξοικονομήσει περίπου 1,5 εκατομμύριο δολάρια για τη σύνταξή του ίδιου και της συζύγου του. Εντούτοις, αυτό δε σημαίνει ότι το ζευγάρι ζει μέσα στην πολυτέλεια, αλλά ότι απλώς διαθέτει ένα «μαξιλαράκι» ασφαλείας. Μπορεί να μην ζουν πολυτελώς, αλλά δεν έχουν άγχος για τα καθημερινά έξοδα, αφού γνωρίζουν ότι οι βασικές ανάγκες τους μπορούν να καλυφθούν.
Την ίδια ώρα, αυξάνεται κι η ηλικία που συνδέεται με την απόκτηση πρώτης κατοικίας. Η μέση ηλικία των αγοραστών έχει φτάσει πλέον τα 40 έτη, κάτι που επηρεάζει και το προφίλ των εκατομμυριούχων. Σήμερα, το 42% αυτών ξεπερνούν τα 65 έτη, σε σύγκριση με το 28% του 1989, σύμφωνα με στοιχεία της Ομοσπονδιακής Τράπεζας.
Eισαγωγική φωτογραφία: Getty Images/Ideal Image
