Καθώς το προσδόκιμο ζωής αυξάνεται η ηλικία παύει να λειτουργεί ως όριο, με τα 80 να μοιάζουν πλέον περισσότερο με τα 60.
Στα 80 τους, πολλοί άνθρωποι πλέον ξεκινάνε επιχειρήσεις, υποβάλλουν υποψηφιότητα για δημόσια αξιώματα, μαθαίνουν νέες γλώσσες ή απλά αρνούνται να περάσουν αθόρυβα στο παρασκήνιο. Αυτό θα φαινόταν απίθανο πριν από μια γενιά, όταν τα 60 σηματοδοτούσαν την αρχή της αποχώρησης -από την εργασία, τις φιλοδοξίες και τη δημόσια ζωή. Σήμερα ωστόσο, η ηλικία χάνει τη σταθερή της έννοια. Καθώς το προσδόκιμο ζωής αυξάνεται και, κυρίως, η διάρκεια της υγείας ακολουθεί, τα όρια τού ποιον θεωρούμε «ηλικιωμένο» επαναπροσδιορίζονται.
«Όχι μόνο έχει αυξηθεί κατά μέσο όρο η διάρκεια ζωής, αλλά έχει αυξηθεί και η διάρκεια της υγείας», λέει η Olivia I. Okereke, M.D., αναπληρώτρια καθηγήτρια ψυχιατρικής στη Ιατρική Σχολή του Χάρβαρντ και αναπληρώτρια καθηγήτρια επιδημιολογίας στη Σχολή Δημόσιας Υγείας T.H. Chan του Χάρβαρντ. «Ως αποτέλεσμα, περισσότεροι ηλικιωμένοι από ποτέ φαίνεται να ζουν υγιεινή ζωή, ασχολούμενοι με ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων, της επιστήμης, της πολιτικής και της πολιτιστικής και κοινωνικής ζωής». Αυτή η διπλή επέκταση -των ετών που ζούμε και των ετών που ζούμε με καλή υγεία- αναδιαμορφώνει ουσιαστικά τις κοινωνίες. Σε πολλές λοιπόν ανεπτυγμένες χώρες, οι άνθρωποι στα τέλη της δεκαετίας των 60, των 70 και ακόμη και των 80 είναι πιο υγιείς, πιο μορφωμένοι και πιο κοινωνικά ενεργοί από οποιαδήποτε προηγούμενη γενιά στην ίδια ηλικία. Τα γνωστά σημάδια της γήρανσης -αδυναμία, παραίτηση, προβλήματα υγείας- αναβάλλονται, θολώνονται ή εγκαταλείπονται εντελώς.
Από το προσδόκιμο ζωής στο προσδόκιμο υγείας
Το προσδόκιμο ζωής αυξάνεται σταθερά εδώ και δεκαετίες, χάρη στις προόδους στην ιατρική, την υγιεινή, τη διατροφή και τη δημόσια υγεία. Ωστόσο, η μακροζωία από μόνη της δεν λέει όλη την ιστορία. Αυτό που έχει αλλάξει πιο δραματικά τα τελευταία χρόνια είναι η διάρκεια της υγείας -η περίοδος, δηλαδή, της ζωής που περνάει κανείς χωρίς σοβαρές χρόνιες ασθένειες ή αναπηρίες.
Η καλύτερη διαχείριση των καρδιαγγειακών παθήσεων, του διαβήτη και του καρκίνου, σε συνδυασμό με την έγκαιρη διάγνωση και την προληπτική φροντίδα, σημαίνει ότι πολλοί άνθρωποι φτάνουν πλέον σε προχωρημένη ηλικία με τις σωματικές και γνωστικές τους ικανότητες σε μεγάλο βαθμό ανέπαφες. Αυτό έχει μεταμορφώσει την εμπειρία της γήρανσης. Τα 70 δεν συνδέονται πλέον αυτόματα με την αδυναμία, ενώ τα 80 δεν συνεπάγονται απαραίτητα την εξάρτηση από έναν άλλον άνθρωπο για να βοηθάει στις καθημερινές μας συνήθειες και λειτουργείες.
Το αποτέλεσμα είναι μια αυξανόμενη ομάδα ηλικιωμένων που δεν επιβιώνουν απλώς περισσότερο, αλλά παραμένουν παραγωγικοί και εξωστρεφείς. Ξεκινούν νέες επιχειρήσεις, αποκτούν μεταπτυχιακούς τίτλους, συνάπτουν νέες σχέσεις, τρέχουν μαραθώνιους, γράφουν βιβλία και κατέχουν πολιτικά αξιώματα. Σε αυτό το πλαίσιο, η φράση «τα 80 είναι τα νέα 60» είναι λιγότερο ένα σύνθημα και περισσότερο μια αντανάκλαση μιας μεγάλης κοινωνικής αλλαγής.
Μια νέα εποχή συμμετοχής
Ίσως η πιο ορατή επίδραση αυτής της αλλαγής είναι στον δημόσιο τομέα. Οι ηλικιωμένοι είναι όλο και πιο παρόντες -και επιδραστικοί- στην επαγγελματική, πολιτιστική και κοινωνική ζωή. Στον επιχειρηματικό τομέα, οι ιδρυτές και τα στελέχη επεκτείνουν την καριέρα τους πολύ πέρα από την παραδοσιακή ηλικία συνταξιοδότησης. Στον επιστημονικό και ακαδημαϊκό τομέα, οι ερευνητές παραμένουν ενεργοί μέχρι τα εβδομήντα και πέρα. Στην πολιτική, ηγέτες στα τέλη των εβδομήντα και ογδόντα διαμορφώνουν την εθνική και παγκόσμια ατζέντα.
Δεν πρόκειται όμως απλώς για άτομα που αρνούνται να συνταξιοδοτηθούν. Το γεγονός αυτό αντικατοπτρίζει βαθύτερες δομικές αλλαγές: μακρύτερες περιόδους εκπαίδευσης, λιγότερο απαιτητική σωματικά εργασία και μια οικονομία της γνώσης που ανταμείβει την εμπειρία και τη στρατηγική σκέψη όσο και την ταχύτητα ή την αντοχή. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η ηλικία μπορεί να γίνει πλεονέκτημα και όχι μειονέκτημα. Και από πολιτιστική άποψη, η παρουσία των φωνών των ηλικιωμένων επεκτείνεται. Καλλιτέχνες, συγγραφείς και κινηματογραφιστές δημιουργούν μερικά από τα πιο φιλόδοξα έργα τους σε προχωρημένη ηλικία, αντλώντας από δεκαετίες εμπειρίας. Η συμμετοχή στα κοινά -από τον εθελοντισμό έως τον ακτιβισμό- τείνει επίσης να κορυφώνεται στις μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες, καθώς οι άνθρωποι που διαθέτουν χρόνο, πόρους και αίσθηση σκοπού αναζητούν ουσιαστικούς τρόπους να συνεισφέρουν.
Επανεξέταση της συνταξιοδότησης
Σχεδιασμένη για μια εποχή που το προσδόκιμο ζωής ήταν μικρότερο και οι ασθένειες στην τρίτη ηλικία πιο συχνές, η συνταξιοδότηση σε μια καθορισμένη ηλικία φαίνεται πλέον όλο και πιο ξεπερασμένη. Πολλοί ηλικιωμένοι δεν θέλουν -ή δεν μπορούν- να σταματήσουν εντελώς να εργάζονται, αλλά θέλουν ευελιξία: λιγότερες ώρες, διαφορετικούς ρόλους, νέες προκλήσεις. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση το σημαντικό ποσοστό του 13% των ηλικιωμένων συνεχίζει να εργάζεται ακόμη και μετά την επίσημη συνταξιοδότησή του. Αυτό έχει επιπτώσεις στις αγορές εργασίας, τα συνταξιοδοτικά συστήματα και τη δυναμική μεταξύ των γενεών, καθώς ένας γηράσκων αλλά ενεργός πληθυσμός μπορεί να ανακουφίσει την έλλειψη εργατικού δυναμικού και να στηρίξει την οικονομική ανάπτυξη. Επιπλέον, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ο μέσος πολίτης ζει σήμερα περίπου 20 χρόνια μετά τα 65. Από αυτά, τα 9 έως 10 υπολογίζονται ως χρόνια καλής υγείας, σύμφωνα με τη Eurostat -αριθμός που αυξάνεται σταθερά τις τελευταίες δεκαετίες. Αυτό σημαίνει ότι ένα μεγάλο μέρος της τρίτης ηλικίας δεν χαρακτηρίζεται πλέον από ασθένεια, αλλά από λειτουργικότητα.
Η ψυχολογική αλλαγή
Πέρα από την οικονομία και την πολιτική, ο επαναπροσδιορισμός της ηλικίας είναι και ψυχολογικός. Όταν η κοινωνία αναμένει παρακμή, τα άτομα την εσωτερικεύουν. Αντίθετα, όταν η τρίτη ηλικία παρουσιάζεται ως μια περίοδος δυνατοτήτων και όχι περιορισμών, οι άνθρωποι συμπεριφέρονται διαφορετικά -επενδύουν στην υγεία τους, μαθαίνουν νέες δεξιότητες και διατηρούν κοινωνικούς δεσμούς. Οι έρευνες δείχνουν ότι η στάση απέναντι στη γήρανση μπορεί να έχει απτά αποτελέσματα στην ψυχική και σωματική υγεία. Όσοι βλέπουν τη γήρανση θετικά είναι πιο πιθανό να παραμείνουν ενεργοί και λειτουργικοί, ενισχύοντας την υγεία τους. Σύμφωνα με έρευνες μάλιστα, άτομα άνω των 65 που δηλώνουν ότι έχουν λόγο να σηκώνονται το πρωί εμφανίζουν χαμηλότερα ποσοστά κατάθλιψης και μειωμένο κίνδυνο γνωστικής έκπτωσης.
Ωστόσο, η μακροζωία φέρνει στο προσκήνιο και έναν λιγότερο ορατό αλλά ιδιαίτερα κρίσιμο ψυχολογικό κίνδυνο: τη μοναξιά. Καθώς οι κοινωνικοί κύκλοι συρρικνώνονται και οι ρυθμοί ζωής αλλάζουν, πολλοί ηλικιωμένοι βιώνουν κοινωνική απομόνωση, η οποία έχει αποδειχθεί ότι επηρεάζει την ψυχική υγεία όσο γνωστοί παράγοντες κινδύνου όπως το κάπνισμα ή η παχυσαρκία. Σε αυτό το πλαίσιο, η ποιότητα των κοινωνικών σχέσεων γίνεται εξίσου σημαντική με τη διάρκεια της ζωής.
Η «νέα ηλικία», λοιπόν, δεν καθορίζεται μόνο από τα χρόνια που προστίθενται στο ημερολόγιο, αλλά από το αν αυτά τα χρόνια παραμένουν ψυχικά γεμάτα, κοινωνικά ενεργά και νοηματικά φορτισμένα. Αν τα 80 μοιάζουν σήμερα με τα 60, αυτό οφείλεται όχι μόνο στην ιατρική πρόοδο, αλλά και στη μετατόπιση της ψυχολογικής ηλικίας -στο γεγονός ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι αρνούνται να αποδεχθούν την “απόσυρση” ως φυσική συνέχεια της ζωής.
Φωτογραφίες: 123RF
