Η υπόγεια πολεοδομία του Ελσίνκι αποτελεί ένα παγκόσμιο πρότυπο αρχιτεκτονικής και μηχανικής.
Στο Itäkeskus, μια μεσοαστική συνοικία του ανατολικού Ελσίνκι, οι κάτοικοι κατεβαίνουν κάπου στα 15 μέτρα κάτω από τη γη για να κολυμπήσουν. Δεν είναι ένα σοφιστικέ ιδιωτικό σπα, είναι μόνο το δημοτικό αθλητικό κέντρο της περιοχής. Πίσω από την είσοδό υπάρχουν σκάλες και ανελκυστήρες που οδηγούν σε μια μεγάλη λαξευμένη γρανιτένια κοιλότητα. Εκεί βρίσκονται πισίνες, βατήρες, νεροτσουλήθρες, σάουνες. Το συγκρότημα μπορεί να δεχθεί έως 1.000 επισκέπτες ταυτόχρονα ενώ προσελκύει περίπου 400.000 ανθρώπους τον χρόνο. Έξω μπορεί να χιονίζει, κάτω από τη γη όμως τα παιδιά παίζουν ανέμελα στο νερό της πισίνας, ηλικιωμένοι κολυμπούν σε χαλαρό τέμπο και οι σάουνες λειτουργούν όπως σε οποιοδήποτε φινλανδικό αθλητικό κέντρο. Το στιγμιότυπο εντυπωσιακής ανεμελιάς διακόπτουν οι βαριές πόρτες που διαχωρίζουν τους χώρους των δραστηριοτήτων. Είναι εκείνες που προδίδουν την αρχική ιδέα γύρω από τη χρήση αυτού του επικού χώρου. Σε περίπτωση ανάγκης, το κολυμβητήριο μπορεί να μετατραπεί σε καταφύγιο πολιτικής προστασίας για 3.800 ανθρώπους.
Mια υπόγεια πολεοδομία
Το Itäkeskus άνοιξε το 1993. Είναι η πιο εύγλωττη εικόνα μιας κεντρικής επιλογής που το Ελσίνκι άρχισε να εφαρμόζει συστηματικά από τη δεκαετία του 1960: να μη σχεδιάζει μόνο όσα φαίνονται πάνω από τη γη, αλλά και όσα μπορούν να λειτουργήσουν κάτω από αυτή. Η ριζοσπαστική απόφαση εξέλιξης της πόλης προς τα «κάτω» δεν ανήκε σε έναν αρχιτέκτονα ούτε προέκυψε από ένα μοναδικό μεγαλεπήβολο έργο. Διαμορφώθηκε σταδιακά από τη δημοτική διοίκηση, τις πολεοδομικές και γεωτεχνικές υπηρεσίες, τους οργανισμούς ενέργειας και ύδρευσης και την πολιτική προστασία. Αρχικά ήρθαν τα καταφύγια και οι τεχνικές σήραγγες. Ακολούθησαν το μετρό, χώροι στάθμευσης, αθλητικές εγκαταστάσεις, αποθήκες, εμπορικές συνδέσεις και ενεργειακά δίκτυα. Το 2010 το Δημοτικό Συμβούλιο του Ελσίνκι ένωσε αυτή τη μακρά πορεία σε ένα υπόγειο γενικό σχέδιο, το οποίο τέθηκε σε ισχύ το 2011 και ανανεώθηκε μία δεκαετία αργότερα. Η δεύτερη πόλη είχε πλέον αποκτήσει όχι μόνο σήραγγες, αλλά και πολεοδομικό χάρτη.
Το δημοτικό αθλητικό κέντρο του Itäkeskus -η φινλανδική ονομασία προφέρεται κατά προσέγγιση «Ιτέκεσκους»- δεν είναι ένα μοναχικό παράδειγμα. Στο Ελσίνκι, μια πόλη με 694.392 κατοίκους, έχουν καταγραφεί περισσότερες από 400 υπόγειες εγκαταστάσεις, περίπου 10 εκατομμύρια κυβικά μέτρα υπόγειων χώρων και περισσότερα από 220 χιλιόμετρα τεχνικών σηράγγων. Κάτω από δρόμους, πάρκα και κτίρια κινούνται άνθρωποι, αυτοκίνητα, νερό, ηλεκτρική ενέργεια, θερμότητα και δεδομένα. Δεν πρόκειται ακριβώς για μια κρυφή εκδοχή της πόλης με κατοικίες και πλατείες. Είναι το δεύτερο πρόσωπό της, που λειτουργεί υποστηρικτικά σε μια σειρά επίγειων δραστηριοτήτων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι υπόγειες σήραγγες εξυπηρέτησης στο κέντρο, μέσα από τις οποίες πραγματοποιούνται ανεφοδιασμοί και μετακινήσεις οχημάτων προς εμπορικά κτίρια και χώρους στάθμευσης, χωρίς να επιβαρύνονται οι δρόμοι της επιφάνειας. Αυτή είναι, με απλά λόγια, η υπόγεια πολεοδομία: η οργανωμένη αξιοποίηση του χώρου κάτω από την πόλη, όχι η τυχαία διάνοιξη μερικών σηράγγων.
Τα πλούσια κοιτάσματα γρανίτη στο υπέδαφος της φινλανδικής πρωτεύουσας έδωσαν στην πόλη ένα σημαντικό πλεονέκτημα. Το σταθερό πέτρωμα βρίσκεται σχετικά κοντά στην επιφάνεια και επιτρέπει τη δημιουργία μεγάλων κοιλοτήτων χωρίς να απαιτείται ένα δάσος από υποστηρικτικές κολόνες. Η γεωλογία, όμως, εξηγεί μόνο πώς κατασκευάστηκε η υπόγεια πόλη. Δεν εξηγεί γιατί. Για να απαντήσει κανείς σε αυτό, πρέπει να κοιτάξει ταυτόχρονα τον χειμώνα, την αξία της γης, τη φινλανδική παράδοση δημόσιου σχεδιασμού και έναν χάρτη: το Ελσίνκι βρίσκεται απέναντι από τον Κόλπο της Φινλανδίας, σε μια χώρα που μοιράζεται σύνορα μήκους άνω των 1.300 χιλιομέτρων με τη Ρωσία. Το κρύο έκανε τους προστατευμένους χώρους πρακτικούς. Η πίεση της αστικής ανάπτυξης αύξησε την αξία της επιφάνειας. Η γεωπολιτική μνήμη επέβαλε να παραμένει η πόλη λειτουργική ακόμη και όταν την απειλεί ο νεκρός χρόνος μιας εμπόλεμης σκηνής.
Η πολιτική προστασία επέβαλε την ύπαρξη καταφυγίων. Το Ελσίνκι φέρθηκε έξυπνα. Συνέδεσε την ανάγκη προστασίας του πληθυσμού με τις καθημερινές ανάγκες του. Τα κέρδη ήταν πολλαπλά. Ένα καταφύγιο που παραμένει κλειστό επί δεκαετίες αποτελεί μια ακριβή εφεδρεία. Ένα καταφύγιο που λειτουργεί καθημερινά ως πισίνα, γήπεδο, αποθήκη ή χώρος στάθμευσης γίνεται ενεργό τμήμα της οικονομίας της πόλης. Το κόστος της εκσκαφής δεν εξαφανίζεται, αλλά μοιράζεται ανάμεσα σε περισσότερες χρήσεις. Στη Merihaka, μια πυκνοδομημένη παραθαλάσσια οικιστική περιοχή κοντά στο κέντρο του Ελσίνκι, υπόγειοι χώροι άθλησης συνυπάρχουν με εγκαταστάσεις πολιτικής προστασίας. Σε κανονικές ημέρες, οι κάτοικοι παίζουν χόκεϊ, κάνουν προπόνηση ή χρησιμοποιούν τις αίθουσες. Σε συνθήκες κρίσης, η καθημερινή τους λειτουργία παύει και οι ίδιοι χώροι αναλαμβάνουν τον δεύτερο ρόλο τους.
Διπλή χρήση στην καθημερινότητα
Σε όλο το Ελσίνκι υπάρχουν περίπου 5.500 καταφύγια με συνολική χωρητικότητα περίπου 900.000 ανθρώπων -αρκετή όχι μόνο για τους μόνιμους κατοίκους, αλλά και για όσους εργάζονται, επισκέπτονται ή απλώς διέρχονται από την πόλη. Τα περισσότερα βρίσκονται σε πολυκατοικίες και δημόσια κτίρια, ενώ στα μεγάλα κοινόχρηστα καταφύγια περιλαμβάνονται χώροι μέσα στον βράχο και κεντρικοί σταθμοί του μετρό. Η σύγκριση είναι αποκαλυπτική: σε συνθήκες εμπόλεμου επεισοδίου, πέρα από τις ανάγκες των κατοίκων, υπάρχει εφεδρεία περίπου 200.000 καταφυγιακών θέσεων. Στο Ελσίνκι η πολεοδομία συναντά τη γεωπολιτική χωρίς να μετατρέπει την πόλη σε στρατόπεδο. Οι κάτοικοι δεν περνούν την ημέρα τους σκεπτόμενοι ότι κολυμπούν ή παρκάρουν μέσα σε καταφύγια. Η προετοιμασία βρίσκεται ενσωματωμένη στην κανονικότητα, αλλά είναι σχεδόν αόρατη.
Το υπέδαφος έχει γίνει και ενεργειακό εργαλείο. Κάτω από το πάρκο Esplanadie, ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα σημεία του κέντρου, λειτουργεί σταθμός θέρμανσης και ψύξης, για να παράγει τηλεθέρμανση και τηλεψύξη, ανακτώντας την πλεονάζουσα θερμότητα των κτιρίων και περιορίζοντας τη χρήση ορυκτών καυσίμων. Στη Mustikkamaa, ένα νησί και μια δημοφιλής υπαίθρια περιοχή αναψυχής ανατολικά από το κέντρο του Ελσίνκι, δύο παλιές υπόγειες δεξαμενές πετρελαίου μετατράπηκαν σε αποθήκη θερμικής ενέργειας, ώστε να αποθηκεύουν θερμότητα όταν η ζήτηση είναι χαμηλότερη και να την επιστρέφουν στο δίκτυο τηλεθέρμανσης στις περιόδους αιχμής, μειώνοντας τη χρήση ορυκτών καυσίμων.
Η υπόγεια αστικοποίηση της φινλανδικής πρωτεύουσας κοστίζει ακριβά: απαιτεί εκσκαφές, εξαερισμό, στεγανοποίηση, φωτισμό, εξόδους κινδύνου, αυστηρή πυρασφάλεια. Το όφελος δεν μετριέται όμως μόνο στα έσοδα ενός πάρκινγκ ή στα εισιτήρια μιας πισίνας. Μετριέται στη γη που δεν χρειάστηκε να καλυφθεί, στις υποδομές που προστατεύθηκαν, στις λειτουργίες που συνδυάστηκαν. Το Ελσίνκι δεν αντιμετωπίζει το υπέδαφος ως δωρεάν χώρο. Το αντιμετωπίζει ως κεφάλαιο που δεν πρέπει να σπαταληθεί.
Το Ελσίνκι δεν προσφέρει μια συνταγή έτοιμη να αναπαραχθεί από κάθε πρωτεύουσα. Δεν διαθέτουν όλες οι πόλεις τον ίδιο βράχο, την ίδια δυνατότητα διάνοιξης και αξιοποίησης μεγάλων υπόγειων χώρων μέσα στον γρανίτη, το ίδιο δημόσιο χρήμα ή τη διοικητική συνέχεια που απαιτεί ένας σχεδιασμός δεκαετιών. Προσφέρει όμως κάτι πιο χρήσιμο: έναν διαφορετικό τρόπο να υπολογίζεται η αξία μιας υποδομής. Μια πισίνα μπορεί να είναι ταυτόχρονα αθλητικό κέντρο και καταφύγιο. Μια παλιά δεξαμενή πετρελαίου μπορεί να αποθηκεύει θερμότητα. Μια τεχνική σήραγγα μπορεί να κρατά σε λειτουργία την πόλη και συγχρόνως να επιστρέφει τον δρόμο στους πεζούς. Κάτω από το Ελσίνκι δεν βρίσκεται ένα σκοτεινό remix, μια αναπαράσταση της πόλης που ζει στην επιφάνεια. Στο Itäkeskus, οι άνθρωποι συνεχίζουν να κατεβαίνουν για να κολυμπήσουν. Αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη επιτυχία του σχεδίου: μέχρι να συμβεί το χειρότερο -αν συμβεί ποτέ-, από τις εγκαταστάσεις του θα ακούγονται τα γέλια των παιδιών που διασκεδάζουν στο νερό.
Eισαγωγική φωτογραφία: Getty Images/Ideal Image
