Αγνοούν συνειδητά τις δημοφιλείς πλατφόρμες, δε δημοσιεύουν φωτογραφίες, αλλά έχουν καλύτερη εικόνα για τον εαυτό τους και δεν αναζητούν την επιβεβαίωση.
Η συνάδελφός σας μόλις επέστρεψε από το ταξίδι της στη Ρώμη. Δεν το γνωρίζατε, αλλά φρόντισε να το μάθετε εσείς και όλοι οι υπόλοιποι ακόλουθοί της στο Instagram. Κατά την τετραήμερη παραμονή της στην ιταλική πρωτεύουσα δημοσίευσε φωτογραφίες της ποζάροντας στα περίφημα σκαλιά της Piazza di Spagna -από τουλάχιστον τρεις διαφορετικές γωνίες-, απολαμβάνοντας ένα λαχταριστό gelato, πίνοντας έναν espresso στο Caffè Sant’Eustachio και τρώγοντας μια carbonara που αν κρίνει κανείς από τα stories μάλλον φωτογραφήθηκε περισσότερο από ό,τι φαγώθηκε.
Ο «βομβαρδισμός» αναρτήσεων με ιταλικό αέρα σας φέρνει στο νου έναν φίλο από το πανεπιστήμιο που είναι μισός Ιταλός. Αναρωτιέστε τι να κάνει και ανατρέχετε στο προφίλ του. Εκεί διαπιστώνετε ότι η σελίδα του παραπέμπει σε σκηνή γουέστερν, με τα ξερόχορτα να ανεμίζουν μόνα στην απόλυτη σιωπή. Μόνο μια ξεχασμένη φωτογραφία από ένα ηλιοβασίλεμα του 2015 και τίποτα άλλο. Είναι ο φίλος αυτός παραιτημένος από τη ζωή; Μονάζει; Έχει πετάξει το κινητό του; Τίποτα από όλα αυτά. Αντιθέτως, είναι πιθανότερο να ζει πιο γεμάτα τη ζωή του, σε σχέση με τη συνάδελφο που διατυμπανίζει με άκρατο ενθουσιασμό το ταξίδι της. Και όχι μόνο: σύμφωνα με ειδικούς, όποιος δεν πραγματοποιεί συχνά αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι συναισθηματικά ευφυής και έχει καλύτερη ψυχική υγεία.
Από τον αυτοσκοπό στη βελτιωμένη αντίληψη του εαυτού μας
Στον ψηφιακό κόσμο όπου η προβολή μοιάζει αυτοσκοπός, με εκατομμύρια χρηστών να θεωρούν απαραίτητο να αναρτούν κάθε λεπτομέρεια της ζωής τους σαν να πρόκειται για απόπειρα επιβεβαίωσης της ύπαρξής τους, όσοι επιλέγουν τον αντίθετο δρόμο της μη έκθεσης ξεχωρίζουν με την απουσία τους. Πολύ συχνά μπορεί η στάση τους να παρερμηνευθεί. Είναι ανασφαλείς; Κρατούν αποστάσεις; Διάγουν μια απλή έως και βαρετή ζωή; Μοιάζει σαν η έκθεση -συχνά η υπερέκθεση- να καθορίζει και να διαμορφώνει την ταυτότητα -ακόμα και αν αυτή απέχει σημαντικά από την πραγματικότητα. Η επιμέλεια της εικόνας ή ακόμα και η διαστρέβλωσή της με τη χρήση φίλτρων, η προσοχή στη λεπτομέρεια πριν τη δημοσίευση, ώστε να παρουσιαστεί μια εξιδανικευμένη εκδοχή της ζωής, συνδέονται με αυξημένα επίπεδα άγχους, κατάθλιψης, φόβου σύγκρισης. Από την άλλη, η μείωση ή η αποχή από την έκθεση μπορεί να ευνοήσει την ψυχική υγεία, αφού ελαττώνεται ο χρόνος παραμονής μπροστά στην οθόνη, ο οποίος αξιοποιείται σε δημιουργικές δραστηριότητες, και παράλληλα βελτιώνεται η αντίληψη για τον εαυτό μας αφού δε μπαίνουμε σε διαδικασία σύγκρισης.
Πρόσφατη μελέτη που διενεργήθηκε από το τμήμα Κλινικής Ψυχολογίας της Ιατρικής Σχολής Τσενγκντού στην Κίνα και δημοσιεύθηκε στο Frontiers in Psychiatry έδειξε ότι η υψηλή συναισθηματική νοημοσύνη (EI) μειώνει την προβληματική χρήση social media, καθώς τα άτομα αυτά διαχειρίζονται καλύτερα τα συναισθήματά τους και δε χρειάζεται να καταφύγουν σε ψηφιακή «αποτοξίνωση».
Αποστασιοποίηση από επιλογή
Οι άνθρωποι που επιλέγουν συνειδητά να μην αναρτούν τίποτα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, σύμφωνα με τη θεωρία της κοινωνικής σύγκρισης, δε μετρούν την αξία τους συγκρίνοντας τον εαυτό τους με τους άλλους. Δε χρειάζονται like ή καρδούλες για να επιβεβαιωθούν ή να νιώσουν καλύτερα με τον εαυτό τους. Δεν αναρωτιούνται αν πηγαίνουν καλύτερα από τους άλλους. Για αυτούς, οι εμπειρίες δεν είναι απαραίτητο να μοιραστούν για να έχουν νόημα. Παραμένουν αυθεντικές χωρίς να επιδεικνύονται. Οι άνθρωποι αυτοί συνήθως διατηρούν πιο βαθιές φιλίες και προτιμούν να πιούν έναν καφέ με κάποιον δικό τους -χωρίς να ανεβάσουν φωτογραφία με το φλιτζάνι, συνοδεία ανόητων hashtag όπως #coffewithbestie.
Μειωμένα ποσοστά κατάθλιψης και μοναξιάς
Μελέτες δείχνουν ότι η μείωση της ενεργού συμμετοχής στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μπορεί να περιορίσει το άγχος που προκαλείται από τη σύγκριση και να ενισχύσει την αυτοεκτίμηση και τη διάθεση. Πριν οκτώ χρόνια πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά από το Πανεπιστήμιο της Πενσιλβανία έρευνα αναφορικά με τη σχέση ανάμεσα στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και την κατάθλιψη αλλά και τη μοναξιά. Από τα ευρήματα προκύπτει ότι η λιγότερη χρήση στα social media μειώνει σημαντικά τα ποσοστά τόσο της κατάθλιψης όσο και της μοναξιάς μέσα σε μόλις τρεις εβδομάδες. Δεν είναι τυχαίο, ότι πλέον παρατηρείται η τάση ολοένα λιγότερων δημοσιεύσεων, σύμφωνα με έρευνα του BBC που διαπίστωσε ότι σχεδόν το ένα τρίτο όλων των χρηστών των μέσων κοινωνικής δικτύωσης δημοσιεύουν λιγότερο από ό,τι πριν από δύο χρόνια.
Εκείνοι που παραμένουν μέλη στις δημοφιλείς πλατφόρμες αλλά δεν «ανεβάζουν» ούτε μια φωτογραφία τους, δεν ενδιαφέρονται για το παιχνίδι της σύγκρισης. Δε μετρούν τα likes και δεν αναρωτιούνται γιατί η δική τους ανάρτηση έτυχε μεγαλύτερης αποδοχής από εκείνη του φίλου τους.
Η άλλη πλευρά
Βέβαια, παρότι οι συχνές αναρτήσεις -ιδίως selfies- συνδέονται με ανάγκη για επιβεβαίωση, κάποιες έρευνες αναφέρουν ότι τέτοιου είδους δημοσιεύσεις έστω και περιστασιακά μπορούν να ενισχύσουν την αυτοεκτίμηση ως μέσο θετικής ανατροφοδότησης. Ταυτόχρονα, διαπιστώθηκε ότι άνθρωποι με χαμηλή αυτοπεποίθηση μπορεί να χρησιμοποιούν τα social media για να μην νιώθουν μόνα, αλλά συχνά αποφεύγουν να αναρτούν selfies.
Παρατηρητές αλλά σκεπτόμενοι
Πάντως, πολλοί από όσους εξακολουθούν να βρίσκονται στο εσωτερικό του ψηφιακού αυτού σύμπαντος, διατηρώντας πιο υγιή σχέση με αυτό, παρατηρούν, επεξεργάζονται και σχηματίζουν τη δική τους άποψη χωρίς να έχουν την ανάγκη να σχολιάσουν ή να κοινοποιήσουν. Δεν είναι απλοί καταναλωτές που ασυνείδητα εκτίθενται σε περιεχόμενο. Σκέφτονται και θέτουν ερωτήματα σχετικά με τα βαθύτερα αίτια μιας ανάρτησης και της πραγματικότητας πίσω από ένα μονίμως χαμογελαστό πρόσωπο. Η προσέγγισή τους παραπέμπει σε αντιμετώπιση… ζεν. Δε χρειάζεται να είναι παρόντες, δε χρειάζεται να αφήσουν το ίχνος τους, δε χρειάζεται να μετατρέψουν τη ζωή τους σε περιεχόμενο. Αρνούνται να γίνουν ένα προϊόν και επιλέγουν να ζήσουν.
Eισαγωγική φωτογραφία: Getty Images/Ideal Image
