Τα στοιχεία της Eurostat δείχνουν την Ελλάδα σταθερά στην κορυφή των χαμηλόμισθων της Ευρώπης κι οι διεθνείς έρευνες μια γενιά που απαντά στην ανασφάλεια με δεύτερες και τρίτες απασχολήσεις.
Ρωτήστε έναν τριαντάρη τι δουλειά κάνει και ετοιμαστείτε για απάντηση με κόμματα. Γραφίστας, αλλά και διαχειριστής λογαριασμών στα κοινωνικά δίκτυα δύο καφετεριών, αλλά και μεταφράσεις το σαββατοκύριακο. Σερβιτόρα, αλλά και προπονήτρια γιόγκα, αλλά και ένα μαγαζάκι με χειροποίητα κοσμήματα στο Etsy. Η ερώτηση «τι δουλειά κάνεις» προϋπέθετε έναν κόσμο όπου η απάντηση ήταν μία. Αυτός ο κόσμος, για τους κάτω των σαράντα, τελειώνει.
Οι αριθμοί πίσω από το φαινόμενο
Σύμφωνα με τη Eurostat, το 21,7% των μισθωτών στην Ελλάδα είναι χαμηλόμισθοι, αμείβονται δηλαδή με τα δύο τρίτα ή λιγότερο του μέσου ωρομισθίου της χώρας. Είναι η τέταρτη υψηλότερη επίδοση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, πίσω μόνο από τη Βουλγαρία (26,8%), τη Ρουμανία (23,9%) και τη Λετονία (23,3%), όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 14,7%. Κι επειδή τα ποσοστά κρύβουν πρόσωπα, να θυμίσουμε ποιους αφορούν περισσότερο: τους νέους (ένας στους τέσσερις εργαζόμενους κάτω των 30 στην ΕΕ είναι χαμηλόμισθος), τις γυναίκες, όσους δουλεύουν σε εστίαση και τουρισμό (35,1% χαμηλόμισθοι, το υψηλότερο ποσοστό όλων των κλάδων) κι όσους έχουν σύμβαση ορισμένου χρόνου. Δηλαδή, με δυο λόγια, το προφίλ του μέσου νέου εργαζόμενου στην ελληνική αγορά, σε μια χώρα όπου ο κατώτατος μισθός φτάνει πλέον τα 1.027 ευρώ μεικτά.
Τι κάνει λοιπόν κάποιος όταν η μία δουλειά δεν βγάζει τον μήνα; Βρίσκει δεύτερη. Στην ΕΕ, το ποσοστό των εργαζομένων με περισσότερες από μία απασχολήσεις κινείται γύρω στο 4%, κάπου 9 εκατ. άνθρωποι σύμφωνα με το Eurofound, με σταθερά ανοδική τάση. Το επίσημο ποσοστό όμως μετράει μόνο ό,τι δηλώνεται. Οι έρευνες που ρωτούν τους ίδιους τους νέους δίνουν άλλη εικόνα: στην ετήσια παγκόσμια έρευνα της Deloitte, το 45% της γενιάς Ζ δήλωσε πως έχει τουλάχιστον μία πρόσθετη δουλειά δίπλα στην κύρια. Στις ΗΠΑ, έρευνα της Monster βρήκε σχεδόν έναν στους δύο εργαζόμενους να ασκεί αυτό που εκεί βαφτίστηκε ήδη «πολυεργασία» (polyworking), ενώ στην αντίστοιχη της Fiverr το 64% των νεότερων απάντησε πως οι πολλαπλές πηγές εισοδήματος είναι όρος οικονομικής ασφάλειας. Και το πιο αποκαλυπτικό εύρημα όλων: πάνω από τους μισούς πιστεύουν ότι η παραδοσιακή μισθωτή εργασία θα καταστεί ξεπερασμένη μέσα στη ζωή τους.
Ελευθερία ή ωραιοποιημένη ανάγκη;
Εδώ χρειάζεται ειλικρίνεια, γιατί το φαινόμενο έχει δύο αναγνώσεις. Η πρώτη είναι η αισιόδοξη, αυτή που πουλάνε οι πλατφόρμες και τα σεμινάρια αυτοβελτίωσης: ο νέος εργαζόμενος δεν θέλει αφεντικό, θέλει χαρτοφυλάκιο. Χτίζει δεξιότητες, δοκιμάζει πεδία, μετατρέπει τα χόμπι του σε εισόδημα, δεν βάζει όλα τα αυγά σε ένα καλάθι που λέγεται εργοδότης. Υπάρχουν πράγματι άνθρωποι που το ζουν έτσι και μάλιστα το Eurofound βρήκε πως ένα σημαντικό κομμάτι των πολυαπασχολούμενων προέρχεται από υψηλής ειδίκευσης επαγγέλματα. Δεν είναι όλοι ντελιβεράδες της ανάγκης.
Η δεύτερη ανάγνωση όμως είναι αυτή που δείχνουν τα νούμερα. Όταν στην έρευνα της Monster το 51% απαντά πως χωρίς το πρόσθετο εισόδημα δεν καλύπτει βασικά έξοδα και το 68% δηλώνει πως δουλεύει παραπάνω για να βγει το νοίκι και οι λογαριασμοί, τότε η «ελευθερία» αρχίζει να μοιάζει με ωραιοποιημένη λέξη για κάτι παλιό και γνώριμο: το μεροκάματο που δεν φτάνει. Οι παππούδες μας το έλεγαν «κάνω και μεροκάματα» και δεν το ανέβαζαν πουθενά. Το ίδιο πράγμα είναι, με καλύτερο μάρκετινγκ. Ο μπαρμπα-Γιώργης που έραβε παπούτσια το πρωί και πότιζε ξένα περιβόλια το απόγευμα δεν θα αναγνώριζε τη λέξη polyworking, θα αναγνώριζε όμως αμέσως την ανάγκη από πίσω της.
Το κράτος που ψάχνει σταθερότητα σε ρευστό κόσμο
Κι εδώ έρχεται η αντίφαση που κάνει το θέμα πραγματικά ενδιαφέρον, πέρα από τη διαπίστωση. Ο εργαζόμενος της νέας γενιάς κινείται προς τη ρευστότητα: πολλά εισοδήματα, πολλά καθεστώτα, μπλοκάκι και μισθός και πλατφόρμα μαζί, ωράρια που δεν χωράνε σε κάρτα εργασίας. Το κράτος, από την άλλη, χτίστηκε πάνω στο ακριβώς αντίθετο: στον έναν εργοδότη, στη μία σύμβαση, στην παρακράτηση στην πηγή, στην προβλέψιμη εισφορά που χρηματοδοτεί τη σύνταξη του διπλανού. Τα ασφαλιστικά συστήματα όλης της Ευρώπης, όχι μόνο το δικό μας, σχεδιάστηκαν για βίους εργασιακούς με αρχή, μέση και τέλος στον ίδιο εργοδότη. Πόσο έτοιμα είναι για βίους-ψηφιδωτά; Πόσο εύκολα ασφαλίζεται, φορολογείται, δανειοδοτείται και κυρίως, συνταξιοδοτείται ένας άνθρωπος με τέσσερις πηγές εισοδήματος, καμία από τις οποίες δεν είναι «κανονική δουλειά» με την παλιά έννοια; Ε, η απάντηση προς το παρόν είναι: με δυσκολία και με κενά.
Στην Ελλάδα το ζήτημα έχει και μια πρόσθετη διάσταση. Σε μια οικονομία όπου η αδήλωτη και η υποδηλωμένη εργασία παραμένουν παλιά γνώριμη πληγή, η πολυαπασχόληση κινείται συχνά σε γκρίζες ζώνες, όχι από δόλο, αλλά επειδή το σύστημα δεν έχει προβλέψει κουτάκι για να τη δηλώσεις. Ο νέος που δουλεύει το πρωί με μισθό και το βράδυ με μπλοκάκι πληρώνει συχνά διπλές εισφορές για μία ζωή. Δεν χρειάζεται πολεμικός τόνος για να το πει κανείς αυτό. Αρκούν οι αριθμοί.
Το πραγματικό ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν οι νέοι θα δουλεύουν σε πολλά μέτωπα. Ήδη το κάνουν κι όσο οι μισθοί μένουν εκεί που δείχνει η Eurostat, θα το κάνουν όλο και περισσότερο. Το ερώτημα είναι αν οι θεσμοί, το ασφαλιστικό, το φορολογικό, η ίδια η γλώσσα με την οποία μιλάμε για τη δουλειά, θα προσαρμοστούν σε αυτό που συμβαίνει ή θα συνεχίσουν να νομοθετούν για έναν εργαζόμενο που υπάρχει όλο και λιγότερο. Γιατί η γενιά των πολλών μετώπων δεν διάλεξε τα μέτωπα. Της τα άνοιξαν.
Εξωτερική φωτογραφία: @ Humphrey / Unsplash
