search icon

Journal

Θα θαμπώσουμε τον ήλιο; Η επιστήμη πίσω από την πιο αμφιλεγόμενη ιδέα για το κλίμα

Η ηλιακή γεωμηχανική φιλοδοξεί να μειώσει τη μέση θερμοκρασία της Γης με τη βοήθεια ενός τεχνητού πέπλου σωματιδίων σχεδιασμένο να αντανακλά μέρος της ακτινοβολίας.

Η ηλιακή γεωμηχανική φιλοδοξεί να μειώσει τη μέση θερμοκρασία της Γης με τη βοήθεια ενός τεχνητού πέπλου σωματιδίων σχεδιασμένο να αντανακλά μέρος της ακτινοβολίας.

Η ιδέα ότι ο άνθρωπος θα μπορούσε να επηρεάσει το κλίμα του πλανήτη περιορίζοντας ένα μικρό μέρος της ηλιακής ακτινοβολίας που φτάνει στη Γη μοιάζει περισσότερο με σενάριο επιστημονικής φαντασίας παρά με αντικείμενο πραγματικής έρευνας. Και όμως, η λεγόμενη ηλιακή γεωμηχανική αποτελεί εδώ και χρόνια πεδίο επιστημονικής μελέτης, παρά το γεγονός ότι οι πιθανές συνέπειες μιας τέτοιας παρέμβασης δεν έχουν αποσαφηνιστεί πλήρως, ενώ δεν υπάρχει καν διεθνές πλαίσιο που να ρυθμίζει ενδεχόμενες εφαρμογές της.

H έκρηξη του Πινατούμπο στις Φιλιππίνες το 1991 συνέβαλε σε προσωρινή μείωση της μέσης θερμοκρασίας του πλανήτη κατά περίπου 0,5 βαθμό Κελσίου για 2 χρόνια. Photo: commons.wikimedia.org

Η συζήτηση γίνεται ακόμη πιο σύνθετη καθώς, πριν ακόμα οι ειδικοί αποκτήσουν ολοκληρωμένη εικόνα, έχουν εμφανιστεί εταιρείες που επιχειρούν να περάσουν από τη θεωρία στην πράξη. Η μεγαλύτερη από αυτές είναι η Stardust Solutions, η οποία αναπτύσσει και κατοχυρώνει υλικά και τεχνολογίες που θα μπορούσαν θεωρητικά να χρησιμοποιηθούν σε μελλοντικά συστήματα έγχυσης αερολυμάτων στη στρατόσφαιρα. Μέχρι στιγμής, έχει συγκεντρώσει δεκάδες εκατομμύρια δολάρια χρηματοδότησης βασίζοντας τη δραστηριότητά της σε μια ιδέα που γεννήθηκε από την παρατήρηση ενός απολύτως φυσικού φαινομένου.

Από το ηφαίστειο στο εργαστήριο
Η βασική αρχή πίσω από την ηλιακή γεωμηχανική προέρχεται από τα επακόλουθα μεγάλων ηφαιστειακών εκρήξεων. Όταν τεράστιες ποσότητες σωματιδίων και αερίων φτάνουν στη στρατόσφαιρα, ένα μέρος της ακτινοβολίας του ήλιου αντανακλάται πίσω στο διάστημα, με αποτέλεσμα την προσωρινή πτώση της μέσης θερμοκρασίας του πλανήτη.Το πιο γνωστό παράδειγμα είναι η έκρηξη του Πινατούμπο στις Φιλιππίνες το 1991. Εκατομμύρια τόνοι διοξειδίου του θείου εκτοξεύθηκαν στη στρατόσφαιρα, δημιουργώντας ένα παγκόσμιο στρώμα αερολυμάτων που συνέβαλε σε προσωρινή μείωση της μέσης θερμοκρασίας του πλανήτη κατά περίπου 0,5 βαθμό Κελσίου για σχεδόν δύο χρόνια.

Για τους επιστήμονες, η έκρηξη λειτούργησε ως ένα φυσικό πείραμα πλανητικής κλίμακας και παραμένει μέχρι σήμερα σημείο αναφοράς. Αυτές οι παρατηρήσεις γέννησαν την ιδέα ότι ένα παρόμοιο αποτέλεσμα θα μπορούσε θεωρητικά να επιτευχθεί και με τεχνητά μέσα, χρησιμοποιώντας ειδικά σωματίδια που θα παραμένουν στην ανώτερη ατμόσφαιρα αντανακλώντας ένα μικρό ποσοστό της εισερχόμενης ηλιακής ακτινοβολίας.

H μείωση της θερμοκρασίας δεν συνεπάγεται απαραίτητα συνολικό όφελος καθώς ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά τις αποδόσεις βασικών καλλιεργειών.

Ωστόσο το πρόβλημα είναι ότι κανείς δεν γνωρίζει με βεβαιότητα ποιες θα μπορούσαν να είναι οι επιπτώσεις, καθώς περισσότερες εκτιμήσεις βασίζονται σε κλιματικά μοντέλα, εργαστηριακές προσομοιώσεις και αναλύσεις φυσικών αναλόγων (natural analogues). Ορισμένες μελέτες δείχνουν ότι η μείωση της ακτινοβολίας θα μπορούσε να περιορίσει την άνοδο της θερμοκρασίας. Άλλες προειδοποιούν ότι ενδέχεται να επηρεαστούν τα πρότυπα βροχοπτώσεων σε διαφορετικές περιοχές του πλανήτη, με αποτέλεσμα τα οφέλη και οι επιβαρύνσεις να μην κατανέμονται ομοιόμορφα μεταξύ χωρών και γεωγραφικών ζωνών. Παράλληλα, σύμφωνα με έρευνα που εξέτασε τις επιπτώσεις των εκρήξεων του Πινατούμπο και του El Chichón στη γεωργική παραγωγή, η μείωση της θερμοκρασίας δεν συνεπάγεται απαραίτητα συνολικό όφελος. Αν και μπορεί να περιορίσει ορισμένες ζημιές από ακραία ζέστη, η ταυτόχρονη μείωση της ηλιακής ακτινοβολίας ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά τις αποδόσεις βασικών καλλιεργειών (nature, 2018)

Τι (προ)βλέπουν οι επενδυτές;
Παρά τη δημοσιότητα που έχει λάβει το θέμα τα τελευταία χρόνια, η ηλιακή γεωμηχανική δεν είναι ένας οργανωμένος επιχειρηματικός κλάδος με σημαντική οικονομική δραστηριότητα. Αντιθέτως, πρόκειται για έναν μικρό κύκλο ερευνητών, startups και συμβούλων που κινούνται γύρω από μια τεχνολογία η οποία δεν έχει ακόμη εγκριθεί, δοκιμαστεί ή υιοθετηθεί από καμία κυβέρνηση. Αυτό καθιστά ακόμη πιο αξιοσημείωτη τη χρηματοδότηση που έχει εξασφαλίσει η Stardust. Η εταιρεία έχει συγκεντρώσει περίπου 60 εκατομμύρια δολάρια σε έναν μόνο γύρο χρηματοδότησης, ενώ σύμφωνα με μεγάλα διεθνή ΜΜΕ τα συνολικά κεφάλαια που έχει αντλήσει προσεγγίζουν τα 75 εκατομμύρια δολάρια.

Οι επενδύσεις αυτές αποκτούν μεγαλύτερη σημασία αν συγκριθούν με την υπόλοιπη αγορά κλιματικής τεχνολογίας. Τα περισσότερα κεφάλαια διεθνώς κατευθύνονται σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, μπαταρίες, ηλεκτροκίνηση, δίκτυα ηλεκτρισμού, τεχνολογίες υδρογόνου ή συστήματα δέσμευσης διοξειδίου του άνθρακα. Η ηλιακή γεωμηχανική βρίσκεται πολύ χαμηλότερα στις επενδυτικές προτεραιότητες και εξακολουθεί να θεωρείται εξαιρετικά υψηλού ρίσκου. Για ορισμένους επενδυτές, ωστόσο, η αξία δεν βρίσκεται απαραίτητα στην άμεση εφαρμογή της τεχνολογίας. Αν στο μέλλον οι κυβερνήσεις αποφασίσουν να εξετάσουν σοβαρά τέτοιες παρεμβάσεις, οι εταιρείες που διαθέτουν ήδη κατοχυρωμένες τεχνολογίες, εξειδικευμένα υλικά και τεχνολογικές υποδομές θα μπορούσαν να βρεθούν σε πλεονεκτική θέση.

Τα περισσότερα κεφάλαια κατευθύνονται σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, ηλεκτροκίνηση, τεχνολογίες υδρογόνου ή συστήματα δέσμευσης διοξειδίου του άνθρακα με την ηλιακή γεωμηχανική να βρίσκεται πολύ χαμηλότερα στις επενδυτικές προτεραιότητες.

Κατοχύρωση τεχνολογιών και ρυθμιστικό κενό
Σε αντίθεση με πολλούς κλάδους της κλιματικής έρευνας, όπου η γνώση παράγεται κυρίως από πανεπιστήμια και δημόσια ερευνητικά ιδρύματα, η είσοδος ιδιωτών εισάγει μια διαφορετική λογική, με αρκετές αντιδράσεις σε σημαντικό μέρος της ακαδημαϊκής κοινότητας. Αρκετοί ερευνητές θεωρούν ότι η ανάπτυξη εμπορικών συμφερόντων σε έναν τομέα τόσο κρίσιμο μπορεί να δημιουργήσει πιέσεις για ταχύτερη εφαρμογή τεχνολογιών πριν ωριμάσουν οι συνθήκες (Annual Review of Environment and Resources, 2024). Παράλληλα, επιστημονικοί οργανισμοί, διεθνείς ερευνητικές ομάδες και σύμβουλοι πολιτικής έχουν ζητήσει είτε αυστηρή διεθνή εποπτεία είτε ακόμη και προσωρινό μορατόριουμ σε πιθανές εφαρμογές μέχρι να υπάρξει καλύτερη κατανόηση των κινδύνων (Nature Reviews Earth & Environment, 2020).

Οι ανησυχίες ενισχύονται από το γεγονός ότι δεν υπάρχει σήμερα μια ολοκληρωμένη διεθνής στρατηγική: δεν έχουν συμφωνηθεί κοινά πρωτόκολλα για πειράματα μεγάλης κλίμακας, δεν υπάρχουν σαφείς διαδικασίες αδειοδότησης και παραμένει ασαφές ποιος θα φέρει την ευθύνη σε περίπτωση απρόβλεπτων ή ανεπιθύμητων συνεπειών. Επιπλέον, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι πιθανές επιπτώσεις μιας τέτοιας παρέμβασης δεν θα περιορίζονταν σε συγκεκριμένα σύνορα. Μια τεχνολογία που θα εφαρμοζόταν θεωρητικά από ένα κράτος θα μπορούσε να επηρεάσει βροχοπτώσεις, θερμοκρασίες ή ατμοσφαιρικές συνθήκες σε πολλές άλλες περιοχές του πλανήτη, μετατρέποντας την ηλιακή γεωμηχανική σε τεράστιο γεωπολιτικό ζήτημα.

Σε αυτό το σύνθετο περιβάλλον, εταιρείες όπως η Stardust επιχειρούν να διαμορφώσουν από σήμερα μια αγορά η οποία πιθανόν να βρεθεί στο επίκεντρο των συζητήσεων για το κλίμα τις επόμενες δεκαετίες. Και ανεξάρτητα από το αν οι τεχνολογίες αυτές θα εφαρμοστούν ποτέ στην πράξη, η συζήτηση γύρω από την ηλιακή γεωμηχανική έχει ήδη μεταφερθεί πέρα από τα όρια της ακαδημαϊκής έρευνας, αποτελώντας μια σημαντική εξέλιξη που αρκετοί επιστήμονες παρακολουθούν με ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Φωτογραφίες: Getty Images/Ideal Image

Exit mobile version