Δικαστήριο έδειξε την πόρτα της εξόδου από το πατρικό του σε 31χρονο που αρνήθηκε να συνεισφέρει στα οικογενειακά έξοδα.
Σε ηλικία 31 ετών εξακολουθούσε να ζει με τη μητέρα του. Εργαζόταν, με καθαρό μισθό 1.400 ευρώ, όμως, η συνεισφορά του στα έξοδα του σπιτιού ήταν μηδενική. Όταν η μητέρα του τον έφερε ενώπιον των υποχρεώσεών του, εκείνος προτίμησε να παραιτηθεί από την εργασία του, παρότι είχε συμβόλαιο αορίστου χρόνου, ώστε να συνεχίσει να συντηρείται από εκείνη. Το κλίμα που ήταν ήδη τεταμένο, έφτασε στο απροχώρητο, με τη γυναίκα να ασκεί αγωγή εναντίον του ζητώντας του να φύγει από την κατοικία ιδιοκτησίας της. Το δικαστήριο δικαίωσε τη μητέρα και έδωσε εντολή στο γιο όχι μόνο να εγκαταλείψει την εστία, αλλά και να καταβάλει το ποσό των 3.500 ευρώ για τα δικαστικά έξοδα.
Η υπόθεση εκτυλίχθηκε στην Ιταλία κι έγινε πρωτοσέλιδο στον ιταλικό Τύπο, με το συντριπτικό ποσοστό του αναγνωστικού κοινού να τάσσεται υπέρ της γυναίκας. Όπως αναφέρουν δημοσιεύματα, οι λόγοι που ώθησαν τη μητέρα να κινηθεί δικαστικά δεν ήταν μόνο οικονομικοί. Η κατάσταση είχε γίνει αφόρητη: ο γιος της δε συμμετείχε στις ανάγκες του σπιτιού, δεν κάλυπτε λογαριασμούς, δε συνέβαλε στην αγορά τροφίμων, ενώ δε φρόντιζε ούτε για την καθαριότητα.
Η δικαστής Αντριάνα Φοραστιέρε του Δικαστηρίου της Ραβέννας, αφού αξιολόγησε προσεκτικά την υπόθεση, αποφάνθηκε πλήρως υπέρ της γυναίκας. Σύμφωνα με αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου, η διατροφή των παιδιών δε συνεχίζεται επ’ αόριστον, αλλά παύει όταν το τέκνο αποκτήσει οικονομική ανεξαρτησία ή μπορεί να θεωρηθεί υπαίτιο που δεν την απέκτησε.
Ειδικότερα, ο 31χρονος «έχει φτάσει σε ηλικία στην οποία πρέπει να τεκμαίρεται ότι έχει επιτύχει μια ανεξάρτητη ζωή, με πλήρη ικανότητα εργασίας». Καλείται, επομένως, να βρει άμεσα εργασία και σε περίπτωση δυσκολίας μπορεί να θεωρηθεί άξιος κηδεμονίας, αλλά όχι πλέον άξιος διατροφής, στην οποία η μητέρα δεν κρίνεται πλέον νομικά υπόχρεη. Όσο για τη συμβίωση, αποκλείεται η διαμονή του στην κατοικία της μητέρας του, επομένως επιβάλλεται να αναζητήσει αλλού εστία έως τις 30 Ιουνίου 2026.
Βamboccioni, τα «μεγάλα μωρά
Στην Ιταλία, δεν υπάρχει συγκεκριμένη ηλικία πέραν της οποίας η υποχρέωση των γονέων να υποστηρίζουν τα παιδιά τους παύει αυτόματα, εξήγησε μιλώντας στο περιοδικό Donna Moderna, η ειδικός στο οικογενειακό δίκαιο, Κλάουντια Ραμπελίνο Μπέτσε. Όπως είπε, κλειδί δεν είναι η ηλικία, αλλά η οικονομική ανεξαρτησία τους. Η οικονομική στήριξη μπορεί να συνεχιστεί ακόμα και μετά τα 18 έτη κατά τη διάρκεια των σπουδών τους, ωστόσο δεν πρόκειται για αυτόματο και απεριόριστο δικαίωμα, καθώς τα τέκνα πρέπει να προσπαθήσουν να ανεξαρτητοποιηθούν. Αν δεν το πράξουν ή αρνηθούν ευκαιρίες εργασίας χωρίς λόγο, τότε η οικονομική βοήθεια των γονιών νομίμως μπορεί να πάψει. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο 31χρονος είχε αρνηθεί να συνεχίσει τις σπουδές του μετά την αποφοίτησή του από το λύκειο και παραιτήθηκε από την εργασία του παρά τη μόνιμη σύμβασή του. Όπως επισημαίνει η Μπέτσε, τα ενήλικα τέκνα μπορούν να συμβάλλουν οικονομικά και εφόσον έχουν εισόδημα είναι υποχρεωμένα να συνεισφέρουν στα οικογενειακά έξοδα. Εάν δεν έχουν, πρέπει να συνεισφέρουν ανάλογα με τις ικανότητές του, συμπεριλαμβανομένων των οικιακών εργασιών.
Η υπόθεση, επανέφερε τον όρο bamboccioni, δηλαδή «μεγάλα μωρά», τον οποίο επινόησε ο Τομάζο Πάντοα-Σκιόπα, οικονομολόγος και πρώην υπουργός Οικονομίας επί κυβερνήσεως Ρομάνο Πρόντι, ασκώντας κριτική στους νεαρούς ενήλικες που ζούσαν ακόμα με τους γονείς τους. Σύμφωνα με τον ίδιο, ήταν μια προσπάθεια να τους παρακινήσει να ανεξαρτητοποιηθούν, ωστόσο η δήλωση προκάλεσε έντονες αντιδράσεις. Η απόφαση δικαστηρίου στη Ραβένα δεν αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό για την Ιταλία. Ήδη από το 2022, το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο της χώρας είχε κρίνει ότι η υποχρέωση των γονέων να συντηρούν ενήλικα παιδιά παύει όταν αυτά δεν επιδεικνύουν πραγματική προσπάθεια οικονομικής αυτονόμησης.
Οι νέοι στην Ελλάδα
Η παραμονή των νέων στο πατρικό δεν αποτελεί αποκλειστικό φαινόμενο της Ιταλίας, καθώς και στην Ελλάδα οι νέοι εγκαταλείπουν την κατοικία των γονιών τους γύρω στα 30 έτη, περίπου τέσσερα χρόνια αργότερα από τον μέσο όρο των υπόλοιπων ευρωπαϊκών χωρών (26,3 έτη). Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat του 2024, τα ποσοστά συγκατοίκησης με τους γονείς παραμένουν από τα υψηλότερα στην Ευρώπη, ξεπερνώντας το 60% στην Ελλάδα και φτάνοντας έως και το 80% στις ηλικίες 20-29 στην Ιταλία.
Αναλυτικότερα, περίπου το 78% των νέων ηλικίας 20-29 ετών στην Ελλάδα και το 80% στη γειτονική Ιταλία εξακολουθούν να ζουν με τους γονείς τους. Στην Ευρώπη, περίπου το 42% των νέων 25-29 ετών και μόλις το 20% ηλικίας 30-34 ετών παραμένουν στο πατρικό σπίτι. Η καθυστερημένη αποχώρηση συνδέεται με το υψηλό κόστος στέγασης, τους χαμηλούς μισθούς, αλλά και τους ισχυρούς οικογενειακούς δεσμούς.
Στην Ελλάδα, όπως στην Ιταλία, η υποχρέωση των γονέων να συντηρούν το παιδί τους δεν σταματά αυτόματα με την ενηλικίωσή του. Εφόσον δεν είναι σε θέση να καλύψει τις ανάγκες του ούτε από την περιουσία του, ούτε από εργασία που να ανταποκρίνεται στην ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και τις λοιπές συνθήκες διαβίωσής του, τότε οι γονείς οφείλουν να συνεχίσουν τη διατροφή.
Οι σκανδιναβικές χώρες από την άλλη, όπως η Νορβηγία, η Φινλανδία, η Σουηδία και η Δανία συγκεντρώνουν τα χαμηλότερα ποσοστά παραμονής στο πατρικό: Στη Δανία μόνο το 10% ζει με τους γονείς του, στη Σουηδία το 12% και στη Φινλανδία το 13%. Τα παιδιά στις σκανδιναβικές χώρες τείνουν να μετακομίζουν από το πατρικό τους πολύ νωρίτερα από ό,τι σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, καθώς η κουλτούρα δίνει έμφαση στην αυτονομία.
Ταυτόχρονα, οι νέοι δεν περιμένουν τακτική οικονομική βοήθεια μετά την ενηλικίωση, καθώς το κράτος παρέχει επιδόματα σπουδών και χαμηλότοκα δάνεια. Αν ωστόσο, ένα παιδί παραμείνει στο σπίτι των γονιών του μετά τα 18-19 έτη, συνηθίζεται να δίνει ένα συμβολικό ενοίκιο ή συμμετέχει στα έξοδα. Συχνά, οι γονείς βοηθούν οικονομικά τα παιδιά σε μεγάλες αγορές, όπως η προκαταβολή για την απόκτηση κατοικίας.
Eισαγωγική φωτογραφία: Getty Images / Ideal Image
