Τρεις γενιές κάτω από την ίδια στέγη, παππούδες, γονείς, εγγόνια. Αυτή είναι μια μεγάλη διεθνής τουριστική τάση του 2026 και η Ελλάδα βρίσκεται ακριβώς στο επίκεντρό της.
Η Skyscanner, της έδωσε όνομα: Family Miles. Το 31% των ταξιδιωτών παγκοσμίως σχεδιάζει φέτος να ταξιδέψει με την ευρύτερη οικογένειά του. Δεν είναι μια απλή στατιστική. Είναι η απάντηση μιας κοινωνίας που βγαίνει από χρόνια ψηφιακής απομόνωσης, burnout και αποστάσεων και θέλει να ξαναβρεθεί γύρω από ένα τραπέζι. Το περασμένο καλοκαίρι, μια οικογένεια από τη Γερμανία έκλεισε για τρεις εβδομάδες μια βίλα κοντά στο Ναύπλιο: ογδόντα τετραγωνικά σαλόνι, πέντε υπνοδωμάτια, πισίνα με θέα στον Αργολικό. Μαζί τους ταξίδεψαν οι παππούδες, τα δύο παιδιά τους και τρία εγγόνια. «Δεν θέλαμε άλλο ένα ξενοδοχείο», λένε. «Θέλαμε ένα σπίτι».
Inheritourism & Grandcations: δυο αναδυόμενες ταξιδιωτικές τάσεις
Ο συνδυασμός που ορίζει την εποχή είναι ασύμμετρος, αλλά λειτουργεί. Από τη μια, η Gen Z και οι Millennials: το 52% των ενηλίκων της πρώτης κατηγορίας έχει ταξιδέψει με τους γονείς του τα τελευταία δύο χρόνια. Δεν το κάνουν από ανάγκη. Το επιλέγουν. Το ταξίδι γίνεται επέκταση της ταυτότητάς τους και η οικογένεια δίνει βάθος. Από την άλλη, οι παππούδες. Έχουν χρόνο και, συχνά, χρήματα. Και τα επενδύουν αλλιώς από ό,τι οι γονείς τους: όχι σε ακίνητα ή αποταμιεύσεις, αλλά σε κοινές εμπειρίες. Το φαινόμενο έχει πάρει δικό του όνομα και αυτό είναι το Inheritourism: η «ζωντανή κληρονομιά» που την ζουν όλοι μαζί και την απολαμβάνουν.
Ακόμα πιο ακραία εκδοχή είναι τα Grandcations: ταξίδια παππού-εγγονού, χωρίς τους γονείς -ένας συνδυασμός των λέξεων grandparent και vacation. Η Hilton αναφέρει ότι το 29% των οικογενειών με παιδιά έχει ήδη κάνει κάτι τέτοιο. Οι γονείς κερδίζουν λίγες μέρες ανάσας. Τα εγγόνια, ένα ταξίδι που δεν θα ξεχάσουν. Και ο παππούς; Το 89% αυτών των ταξιδιωτών δηλώνει ότι τέτοια ταξίδια βελτιώνουν την υγεία τους.
Γιατί βίλα και γιατί Ελλάδα
Τα ξενοδοχεία δεν φτάνουν. Τρεις γενιές δεν χωρούν σε παρακείμενα δωμάτια διαδρόμου. Θέλουν σαλόνι, θέλουν κουζίνα, θέλουν αυλή. Και θέλουν να μην τους ακούει και κανείς. Η βίλα λύνει το πρόβλημα. Προσφέρει ό,τι αδυνατεί ένα ξενοδοχείο: ανεξάρτητες γωνιές για κάθε γενιά, κοινούς χώρους που ενώνουν χωρίς να πνίγουν, και μια λογική που μοιάζει περισσότερο με σπίτι παρά με υπηρεσία.
Η Ελλάδα είναι ο ιδανικός… παραλήπτης αυτής της στροφής. Ασφάλεια, ήλιος, ιστορία που «ζωντανεύει» στα αρχαιολογικά μονοπάτια, θάλασσα που αγαπά όλες τις ηλικίες. Η Κρήτη προσφέρει την ποικιλία που θέλει μια μεγάλη ομάδα. Η Κέρκυρα την ηρεμία. Η Μύκονος το lifestyle για αυτούς που δεν θέλουν να αποκοπούν εντελώς από τον κόσμο. Η Πελοπόννησος, το βάθος, για οικογένειες που θέλουν και ιστορία μαζί με την πισίνα.
Αγορά σε αναταραχή
Η ζήτηση έχει αλλάξει τους κανόνες του παιχνιδιού. Οι βίλες που έχουν ζήτηση το 2026 δεν είναι απλώς μεγάλες, είναι σχεδιασμένες με ειδικό τρόπο. Πολλαπλά master bedrooms για να μην υπάρχει ιεραρχία κρεβατοκάμαρας. Ανεξάρτητοι ξενώνες για αυτούς που θέλουν τον δικό τους ρυθμό. Ιδιωτικός σεφ, η πιο ζητούμενη υπηρεσία της χρονιάς, γιατί δεν μπορείς να βγάλεις εννέα ανθρώπους για φαγητό κάθε βράδυ. Ασε που θες την ηρεμία σου.
Η αγορά ωριμάζει, αλλά έχει κενά. Η ζήτηση για ποιοτικές βίλες ξεπερνά την προσφορά κατά περίπου 5.000 μονάδες ετησίως. Κόστος κατασκευής, γραφειοκρατία, άδειες. Όσοι έχουν ήδη μπει, κερδίζουν.
Πίσω από τα νούμερα κρύβεται κάτι απλούστερο: άνθρωποι που θέλουν να καθίσουν ξανά μαζί στην ίδια βεράντα, γύρω από το ίδιο καθιστικό. Όχι σε εικόνες στο Instagram. Στο ίδιο τραπέζι, να μοιραστούν κοινό φαγητό, κάτω από τον ηλιόλουστο ουρανό. Η Ελλάδα ξέρει από αυτά εδώ και αιώνες. Το 2026 απλώς βρήκε τρόπο να το πουλάει.
Φωτογραφίες: Getty Images / Ideal Image
