Πώς μια γενιά υψηλόμισθων επαγγελματιών άλλαξε την οικονομία, τις πόλεις και την ίδια την έννοια της επιτυχίας.
Βρίσκονται παντού, ακόμη κι αν κανείς πια δεν τους αποκαλεί έτσι. Στα πεζοδρόμια των μεγάλων πόλεων, στα καφέ με τις περίπλοκες παραγγελίες, στα γυμναστήρια με τα εξαντλητικά προγράμματα, στα εστιατόρια όπου το φαγητό είναι εμπειρία και όχι απλώς ανάγκη. Οι σύγχρονοι γιάπις έγιναν πια κομμάτι των πόλεων που κατέλαβαν πριν από τέσσερις δεκαετίες και τις επηρέασαν τόσο, που τις άλλαξαν εντελώς -στην κυριολεξία.
Με επίκεντρο την καριέρα και την κατανάλωση
O όρος έχει εγκαταλειφθεί, επειδή άλλαξε κι αυτός. Ήταν στις αρχές της δεκαετίας του ’80, όταν μια σχετικά μικρή ομάδα νέων επαγγελματιών άρχισε να αποκτά δυσανάλογη επιρροή στην αμερικανική οικονομία. Το «yuppie» ήταν ένας όρος που προήλθε από μία συντομογραφία, από τα πρώτα γράμματα τριών αγγλικών λέξεων: young urban professional, νέος αστός επαγγελματίας. Μπήκαν μαζικά σε τράπεζες, νομικά γραφεία και εταιρείες συμβούλων την ώρα που η οικονομία μετατοπιζόταν από τη βιομηχανία στις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες. Ηλικία κάτω των 40, με τουλάχιστον πανεπιστημιακό τίτλο σπουδών και εισόδημα που ξεπερνούσε τα 40.000 δολάρια ετησίως.
Στα μέσα της δεκαετίας του ’80, οι γιάπις στις ΗΠΑ υπολογίζονταν σε περίπου 3 ως 4 εκατομμύρια ανθρώπους, σε μια χώρα άνω των 230 εκατομμυρίων. Ήταν μειοψηφία, αλλά βρίσκονταν στα σωστά σημεία: σε θέσεις που επηρέαζαν αποφάσεις, κεφάλαια και κατευθύνσεις ολόκληρων κλάδων. Η άνοδός τους συνδέθηκε με μια βαθύτερη αλλαγή: τη μετατροπή της εκπαίδευσης σε βασικό μηχανισμό κοινωνικής ανόδου. Τα κορυφαία πανεπιστήμια έγιναν πύλες εισόδου σε καριέρες με υψηλές απολαβές. Σχολές όπως η Wharton ή το Yale είδαν μέσα σε μία δεκαετία το ποσοστό των αποφοίτων που κατευθύνονταν προς τις κορυφαίες θέσεις των επιχειρήσεων να εκτοξεύεται, από μονοψήφια ποσοστά σε πάνω από 30%. Στην πράξη, όμως, το μοντέλο απαιτούσε εξαντλητική εργασία: Εβδομάδες με 10ωρη και 12ωρη εργασία ως και έξι ημέρες, πολύς ανταγωνισμός και απόλυτη προσήλωση στην καριέρα.
Αυτό που ξεκίνησε ως επαγγελματική κουλτούρα εξελίχθηκε γρήγορα σε τρόπο ζωής. Οι γιάπις κατανάλωναν πολύ, αλλά και συγκεκριμένα. Οι επιλογές τους σε φαγητό, σε κρασί, σε γυμναστική, ακόμη και στη διασκέδαση έγιναν δείκτες κοινωνικής θέσης. Η λογική της απόδοσης πέρασε από το γραφείο στο σώμα και την καθημερινότητα. Αυτό το πρότυπο εξαπλώθηκε πέρα από την Αμερική και, μέσα σε δύο δεκαετίες, υιοθετήθηκε σε κάθε μεγάλη μητρόπολη. Οι σύγχρονοι γιάπις αριθμούν δεκάδες εκατομμύρια παγκοσμίως, ενώ μόνο στις ΗΠΑ η ανώτερη μεσαία τάξη αντιστοιχεί σε πάνω από το 20% των νοικοκυριών και ελέγχει δυσανάλογο μερίδιο του εισοδήματος.
Η επίδρασή τους και το αποτύπωμά τους
Από τη Νέα Υόρκη μέχρι το Σαν Φρανσίσκο, η επιστροφή των υψηλόμισθων επαγγελματιών στα αστικά κέντρα οδήγησε σε ραγδαία αύξηση των τιμών των ακινήτων και σε μεταμόρφωση ολόκληρων γειτονιών. Περιοχές που άλλοτε φιλοξενούσαν χαμηλότερα εισοδήματα μετατράπηκαν σε ζώνες υψηλής κατανάλωσης και υπηρεσιών. Η διαδικασία αυτή, που έγινε γνωστή ως gentrification, αύξησε την αξία των πόλεων, αλλά ταυτόχρονα εκτόπισε χιλιάδες κατοίκους. Η οικονομική επιτυχία μιας ομάδας μεταφράστηκε σε κοινωνική πίεση για μια άλλη. Και όσο οι απολαβές σε τομείς όπως η τεχνολογία και τα χρηματοοικονομικά ξεπερνούν σήμερα συχνά τα 100.000 ή και 150.000 δολάρια ετησίως από τα πρώτα χρόνια καριέρας, τόσο η απόσταση από τα χαμηλότερα εισοδήματα μεγαλώνει.
Αυτό είναι και το βασικό παράδοξο της εποχής που διαμόρφωσαν οι γιάπις. Ανοιξαν τον δρόμο για μεγαλύτερη συμμετοχή: περισσότερες γυναίκες και άτομα από διαφορετικά κοινωνικά και εθνοτικά υπόβαθρα μπήκαν σε επαγγέλματα που κάποτε ήταν κλειστά και απευθύνονταν στον «λευκό προτεστάντη άνδρα». Από την άλλη, το σύστημα έγινε πιο απαιτητικό και λιγότερο προσβάσιμο για όσους δεν διαθέτουν τα απαραίτητα εφόδια από νωρίς. Η εκπαίδευση, οι γνωριμίες και το περιβάλλον παίζουν ρόλο σε έναν αγώνα που μοιάζει αδυσώπητος και ξεκινά πολύ πριν την αγορά εργασίας.
Σήμερα, αυτή η τάξη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πιο οργανωμένη πολιτική και ιδεολογική πίεση, που συνδέεται με την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στο προσκήνιο. Η ρητορική και οι πολιτικές που σχετίζονται με το περιβάλλον του στοχεύουν ευθέως βασικά στοιχεία του «γιάπι» μοντέλου: τη διαφορετικότητα στην πρόσληψη προσωπικού, τα προγράμματα DEI (diversity, equity, inclusion) και τη λογική της αξιοκρατίας μέσω πανεπιστημιακών τίτλων. Ούτως ή άλλως, η τάξη των γιάπις συνδέθηκε με το Δημοκρατικό Κόμμα ειδικά στις ΗΠΑ. Τα ποσοστά αποδοχής και στήριξης των Δημοκρατικών σ’ αυτή την τάξη υπερβαίνουν το 65% -ένα στοιχείο που δημιουργεί χτυπητή αντίθεση με το οικονομικό τους υπόβαθρο.
Με αυτούς τους περιορισμούς που προσπαθεί να επιβάλλει η διοίκηση Τραμπ ακόμα και στα «παραδοσιακά» κριτήρια επιλογής, η αγορά εργασίας κινδυνεύει να γίνει πιο κλειστή και λιγότερο διαφανής. Να ευνοήσει, δηλαδή, δίκτυα γνωριμιών και κοινωνικής προέλευσης, κάτι που υπήρχε μεν στις ΗΠΑ αλλά σε μικρότερο βαθμό, γι’ αυτό και η χώρα ολόκληρη διαφημίστηκε ότι πρόσφερε ευκαιρίες σε όλους. Η επίθεση στον αστικό τρόπο ζωής, την παγκοσμιοποίηση και τις μορφωμένες ελίτ μετατρέπει τους σύγχρονους γιάπις σε συμβολικό αντίπαλο.
Εισαγωγική φωτογραφία: Getty Images/Ideal Image
