Το μυστικό στη διάρκεια του ύπνου που συνδέεται με πιο αργή βιολογική φθορά και καλύτερη υγεία.
Μαύροι κύκλοι, κουρασμένη όψη, αφηρημάδα, έξτρα δόση καφεΐνης. «Δεν κοιμήθηκες καλά εχθές; Φαίνεσαι κουρασμένη», ρωτά με γνήσιο ενδιαφέρον η συνάδελφος. Η έλλειψη ύπνου δεν κρύβεται από κανέναν, αφού προδίδεται αμέσως τόσο από το πρόσωπο όσο τη διάθεση. Είναι γνωστό ότι η ποιότητα ύπνου είναι σημαντική για τη συνολική καλή υγεία, ψυχική και σωματική. Και παρότι για πολλά χρόνια έχει γίνει συζήτηση σχετικά με τις ώρες που χρειαζόμαστε για να ξεκουραστούμε -με κάποιους να είναι γεμάτοι ενέργεια με μόλις πέντε ώρες ύπνου και κάποιους να νιώθουν κουρασμένοι ακόμη και έπειτα από εννέα- μια νέα έρευνα έρχεται να προσθέσει ένα ακόμα κομμάτι στο παζλ.
Υπάρχει ένα «μυστικό» στη διάρκεια του ύπνου που συνδέεται όχι μόνο με καλύτερη υγεία, αλλά και πιο αργή γήρανση του οργανισμού. Η διεθνής μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nature, ανέλυσε στοιχεία από περίπου μισό εκατομμύριο ανθρώπους ηλικίας 37-84 ετών. Οι ερευνητές εξέτασαν πώς η διάρκεια του ύπνου συνδέεται με τη λεγόμενη βιολογική ηλικία, δηλαδή πόσο γερασμένο δείχνει το σώμα μας βιολογικά, ανεξάρτητα από την πραγματική ηλικία μας. Για να το υπολογίσουν, χρησιμοποίησαν 23 διαφορετικούς βιολογικούς δείκτες, τα «ρολόγια γήρανσης», που σχετίζονται με τον εγκέφαλο, τα όργανα, το αίμα και τον μεταβολισμό. Αυτό που προέκυψε είναι ότι σε εννέα από αυτά τα ρολόγια επαναλήφθηκε ένα μοτίβο: τόσο ο σύντομος (κάτω από 6 ώρες) όσο και ο ύπνος με μεγαλύτερη διάρκεια (πάνω από 8 ώρες) συνδέθηκαν με μεγαλύτερο χάσμα ανάμεσα στη βιολογία και την πραγματική ηλικία.
Αντιθέτως, όσοι κοιμήθηκαν μεταξύ 6,4 και 7,8 ώρες κάθε νύχτα, εμφάνισαν καλύτερους δείκτες υγείας και πιο αργούς ρυθμούς βιολογικής γήρανσης. Η διακύμανση σε αυτή τη διάρκεια, είτε περισσότερη είτε λιγότερη, συσχετίστηκε πέρα από αυξημένο βιολογικό δείκτη γήρανσης, και με υψηλότερο κίνδυνο ασθένειας και μεγαλύτερο κίνδυνο πρόωρου θανάτου.
Ούτε λίγο, ούτε πολύ
Πιο συγκεκριμένα, ο συντομότερος ύπνος δηλαδή λιγότερο από 6 ώρες, συνδέθηκε με καρδιαγγειακές παθήσεις, διαβήτη τύπου 2, πόνο στη μέση, οστεοαρθρίτιδα, καθώς κατάθλιψη και άγχος. Επιπλέον, οι ερευνητές συσχέτισαν τον σύντομο ύπνο με μεγαλύτερο κίνδυνο για υψηλή αρτηριακή πίεση, ακανόνιστο καρδιακό ρυθμό, άσθμα, παχυσαρκία και νεφρική νόσο. Από την άλλη, ο πολύς ύπνος δηλαδή για περισσότερες από 8 ώρες, συνδέθηκε με παθήσεις του εγκεφάλου, όπως κατάθλιψη, σχιζοφρένεια, διπολική διαταραχή και ΔΕΠΥ. Εξάλλου, συχνά ο πολύς ύπνος μπορεί να σηματοδοτεί ότι κάτι πάει δεν λειτουργεί σωστά στο σώμα ή το μυαλό. Σχετικά με τις πιθανότητες θανάτου από οποιαδήποτε αιτία, και στις δύο περιπτώσεις παρατηρήθηκε αυξημένος κίνδυνος: όσοι κοιμόντουσαν λίγο είχαν 50% υψηλότερο κίνδυνο θανάτου, ενώ όσοι κοιμόντουσαν πολύ είχαν 40% υψηλότερο κίνδυνο.
Βέβαια, οι ειδικοί τονίζουν πως δεν υπάρχει ένας απόλυτος «μαγικός αριθμός» που να ισχύει για όλους. Οι ανάγκες διαφέρουν σύμφωνα με την ηλικία, το φύλο, την υγεία και τον τρόπο ζωής κάθε ανθρώπου. Ωστόσο, επισημαίνουν πως παρότι δεν είναι απαραίτητο όλοι να κοιμούνται τις ίδιες ώρες, παίζει σημαντικό ρόλο η ισορροπία. Με λίγα λόγια, δεν πρέπει να κοιμόμαστε ελάχιστα και να υποστηρίζουμε ότι αντέχουμε, ούτε να ξεχνάμε να ξυπνάμε. Ούτε η μία επιλογή, ούτε η άλλη βοηθά τελικά. Η επιστήμη επιβεβαιώνει για μία ακόμα φορά, πως ο ποιοτικός και σχετικά σταθερός ύπνος, κοντά στις 7 ώρες, ίσως είναι ένας από τους πιο απλούς τρόπους να φροντίσουμε καλύτερα την υγεία μας όσο μεγαλώνουμε.
Βιολογική και χρονολογική ηλικία
Η ηλικία που αναγράφει η ταυτότητά μας δεν λέει πάντα την αλήθεια. Οι ειδικοί κάνουν διάκριση ανάμεσα στη χρονολογική ηλικία, δηλαδή τα χρόνια που έχουμε ζήσει, και στη βιολογική ηλικία που δείχνει σε τι κατάσταση βρίσκεται πραγματικά ο οργανισμός μας. Όπως αναφέρει η Mayo Clinic, παλαιότερα οι ειδικοί πίστευαν ότι η διάρκεια ζωής καθορίζεται κυρίως από τα γονίδια, ωστόσο σύμφωνα με νεότερες έρευνες προκύπτει ότι ο παράγοντας αυτός ευθύνεται μόνο για το 15-25% της γήρανσης. Όπως αποδεικνύεται, η ομαλή γήρανση συνδέεται πολύ περισσότερο με τον τρόπο ζωής, παρά με τα γονίδια.
Δύο άνθρωποι 50 ετών παρότι έχουν την ίδια χρονολογική ηλικία, είναι πιθανό να έχουν διαφορετική βιολογική ηλικία. Ο ένας να έχει ενέργεια, καλή φυσική και ψυχική κατάσταση και ο δεύτερος να μην είναι δραστήριος και να βλέπει επιδείνωση της υγείας του. Όπως επισημαίνει η Mayo Clinic, παράγοντες όπως η γενετική, η βλάβη του DNA, το οξειδωτικό στρες κι η χρόνια φλεγμονή παίζουν ρόλο στον τρόπο με τον οποίο το σώμα γερνάει σε κυτταρικό επίπεδο, αλλά και το κάπνισμα, η κατανάλωση αλκοόλ, η καθιστική ζωή, η κακή διατροφή μπορούν να εντείνουν τη πιθανότητα εκδήλωσης ασθενειών, γήρανσης και θανάτου. Για αυτό οι επιστήμονες θεωρούν ότι συνήθειες όπως ο ποιοτικός ύπνος μπορούν να επηρεάσουν πόσο γρήγορα γερνά το σώμα μας.
