Podcasts, σειρές streaming, βιβλία: το έγκλημα είναι ένα μεγάλο αφηγηματικό είδος της σύγχρονης ψυχαγωγίας.
Υποβλητική μουσική, σκοτεινή ατμόσφαιρα, φράσεις που μένουν στον αέρα, αμείλικτα ερωτήματα είναι μερικά από τα υλικά που συνθέτουν την εξιστόρηση ενός εγκλήματος. Μια δολοφονία μπορεί να γίνει πρωτοσέλιδο, βιβλίο, εκπομπή, ντοκιμαντέρ, τηλεοπτική σειρά, podcast, ακόμη και τραγούδι. Πολλές φορές μάλιστα το έγκλημα αποκτά αξιοσημείωτη εμπορική αξία. Για πολλούς, η έλξη βρίσκεται στην προσπάθεια να μπουν στο μυαλό ενός πραγματικού δολοφόνου και να ανατριχιάσουν με όσα συμβαίνουν στον κόσμο. Ή, όπως έλεγε το τραγούδι του 1981 «Οδός Σανταρόζα» σε στίχους και μουσική του Βασίλη Νικολαΐδη: «Με συγκινούν οι συγγενείς που κλαίνε στους διαδρόμους / Κι η αδρεναλίνη μ’ ανεβάζει τους σφυγμούς / Σα βλέπω αυτόν τον άθλιο κοντά στους αστυνόμους / Να σπαρταράει σαν ψάρι απ’ τους λυγμούς»…
Το έγκλημα ως προϊόν
Το true crime, η αφήγηση δηλαδή πραγματικών εγκληματικών υποθέσεων, έχει εξελιχθεί σε ένα διακριτό κομμάτι της βιομηχανίας του θεάματος. Σύμφωνα με το Pew Research Center, το αληθινό έγκλημα ήταν το πιο συνηθισμένο θέμα μεταξύ των κορυφαίων podcast στις ΗΠΑ, σε μια περίοδο έξι μηνών το 2022. Σχεδόν το ένα τέταρτο (24%) αυτών των top podcast αφορούσαν το true crime. Γιατί όμως μας ελκύουν τόσο επίμονα ιστορίες βίας, εγκλήματος και θανάτου; Μια πρόσφατη μελέτη ψυχολόγων του Πανεπιστημίου του Graz, που δημοσιεύθηκε στο British Journal of Psychology, επιχειρεί να δώσει κάποιες απαντήσεις.
Οι ερευνητές αναλύοντας τις απαντήσεις εκατοντάδων συμμετεχόντων, εντόπισαν τρία βασικά κίνητρα: τη λεγόμενη «νοσηρή περιέργεια», δηλαδή την έλξη προς πληροφορίες που αφορούν απειλές, βία και επικίνδυνους ανθρώπους, την αναζήτηση έντασης και διέγερσης και την «αμυντική εγρήγορση», δηλαδή την προσπάθεια να κατανοήσουμε καλύτερα τους κινδύνους ώστε να αισθανθούμε περισσότερο προετοιμασμένοι απέναντι στις απειλές που μας τριγυρίζουν.
Από την πραγματική υπόθεση στο ψυχαγωγικό προϊόν
Η δημοφιλία του είδους στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στη δύναμη της αφήγησης. Το podcast Serial, που έκανε πρεμιέρα το 2014, εξέτασε σε διαδοχικά επεισόδια την καταδίκη του Adnan Syed για τη δολοφονία της Hae Min Lee. Η υπόθεση της δολοφονίας, που διαπράχθηκε στις 13 Ιανουαρίου 1999, τράβηξε την προσοχή του κοινού, καθώς το podcast εξέτασε εκ νέου τα στοιχεία της υπόθεσης, τις αντιφάσεις στις καταθέσεις και το χρονολόγιο των γεγονότων, ενώ η επεισοδιακή δομή διατηρούσε το ενδιαφέρον των ακροατών για την εξέλιξη της υπόθεσης.
Την ίδια λογική αφήγησης βρίσκουμε στην τηλεόραση και στις πλατφόρμες streaming. Το Making a Murderer (ελληνικός τίτλος: Φονικές αμφιβολίες) του Netflix μετέτρεψε τη δικαστική υπόθεση του Steven Avery σε ένα ντοκιμαντέρ πολλών επεισοδίων, ενώ το Dahmer – Monster: The Jeffrey Dahmer Story έβαλε στο επίκεντρο τον κατά συρροή δολοφόνο Jeffrey Dahmer, ο οποίος δολοφόνησε 17 νεαρούς άνδρες και αγόρια μεταξύ 1978 και 1991, και σε πολλές από τις περιπτώσεις διαμέλισε τα θύματά του.
Η εμπορική αξιοποίηση όμως δεν περιορίζεται στην οθόνη. Το βιβλίο In Cold Blood (ελληνικός τίτλος: Εν Ψυχρώ) του Truman Capote, που κυκλοφόρησε το 1966, αποτέλεσε χαρακτηριστικό παράδειγμα λογοτεχνικής αφήγησης πραγματικού εγκλήματος: Την υπόθεση της δολοφονίας της οικογένειας Clutter. Tο έγκλημα, βέβαια, δεν χρειάζεται να έχει συμβεί στην πραγματικότητα για να γίνει εμπορικό προϊόν. Η αστυνομική λογοτεχνία, τα κινηματογραφικά θρίλερ και οι τηλεοπτικές σειρές μυστηρίου αξιοποιούν την ίδια βασική συνθήκη: ένα έγκλημα, έναν δράστη που πρέπει να εντοπιστεί και μια αλήθεια που αποκαλύπτεται σταδιακά. Από τον Ηρακλή Πουαρό της Αγκάθα Κρίστι μέχρι τις σύγχρονες αστυνομικές σειρές, το κοινό καλείται να ακολουθήσει τα στοιχεία, να διατυπώσει υποθέσεις και να αναζητήσει τη λύση. Σε αντίθεση με το true crime όμως, εδώ ο δημιουργός ελέγχει πλήρως την υπόθεση και την έκβαση.
Στην Ελλάδα, το έγκλημα έχει τη δική του ιστορία
Η αξιοποίηση πραγματικών εγκλημάτων στην ελληνική ποπ κουλτούρα έχει επίσης μακρά ιστορία. Από το 1992 έως το 1995, η «Ανατομία ενός εγκλήματος» του ΑΝΤ1 παρουσίαζε αυτοτελείς τηλεοπτικές ιστορίες βασισμένες σε πραγματικές υποθέσεις. Η δημοσιογραφική έρευνα του Γιάννη Ράγκου μεταφερόταν στη μυθοπλασία μέσα από τα σενάρια του Πέτρου Μάρκαρη και άλλων δημιουργών. Πολύ νωρίτερα, η δολοφονία του Θανάση Αθανασόπουλου, το 1931, ενέπνευσε το γνωστό ρεμπέτικο «Καημένε Αθανασόπουλε», σε μουσική του Μάρκου Βαμβακάρη και στίχους του Ιάκωβου Μοντανάρη. Η υπόθεση πέρασε στη συλλογική μνήμη όχι μόνο μέσα από τον Τύπο, αλλά και μέσα από το τραγούδι.
Στη σύγχρονη εκδοτική παραγωγή, το βιβλίο του αστυνομικού ρεπόρτερ Πάνου Σόμπολου «Τα εγκλήματα που συγκλόνισαν την Ελλάδα. Όπως τα έζησα» (πρώτη έκδοση το 2014) συγκεντρώνει πραγματικές υποθέσεις από τη μακρά δημοσιογραφική του πορεία. Ταυτόχρονα, η τηλεοπτική κάλυψη εγκλημάτων μπορεί να μετατρέψει την αναζήτηση στοιχείων και υπόπτων σε ένα είδος ζωντανής αφήγησης, όπου η εξιχνίαση γίνεται μέρος του ίδιου του θεάματος.
Πίσω από μια πραγματική τραγωδία
Μια υπόθεση που έχει ήδη γίνει γνωστή μπορεί να επανέλθει με αφορμή μια νέα μαρτυρία, μια δικαστική εξέλιξη ή μια διαφορετική οπτική των γεγονότων. Ένα βιβλίο μπορεί να γίνει σειρά, ένα ντοκιμαντέρ να οδηγήσει σε νέα δημοσιεύματα και ένα podcast να αναζωπυρώσει το ενδιαφέρον για μια παλιά υπόθεση. Εδώ βρίσκεται και η δύναμη του crime story ως προϊόντος: η ίδια υπόθεση μπορεί να μετασχηματιστεί σε διαφορετικές μορφές περιεχομένου, καθεμία από τις οποίες απευθύνεται σε διαφορετικό κοινό. Τα παιδιά μέσα από τα παραμύθια νιώθουν πως μπορούν να νικήσουν τους δράκους και τα τέρατα. Ίσως οι ενήλικες μέσα από τα crime stories να προσπαθούμε να κάνουμε το ίδιο. Να ελέγξουμε το χάος που μας περιτριγυρίζει και να νιώσουμε ασφαλείς όταν αποδοθεί δικαιοσύνη.
Eισαγωγική φωτογραφία: Getty Images/Ideal Image
