Ο 23χρονος Ζαν Μοντέρο έκλεισε στον Ολυμπιακό αλλά το μεγάλο του όνειρο, όχι τόσο τρελό όπως το φανταζόταν μικρός, είναι να φορέσει κάποια στιγμή τη χρυσή φανέλα των Λέικερς.
Ζωή σαν μυθιστόρημα. Ο 23χρονος Ζαν Μοντέρο, μεγαλωμένος σε μια σκληρή συνοικία του Άγιου Δομίνικου ονόματι Βίγια Χουάνα, αντιλαμβάνεται για πρώτη φορά την ύπαρξη του μπάσκετ σε ηλικία επτά ετών. Βρίσκεται έξω από ένα μικρό παντοπωλείο, όπου μια τηλεόραση έδειχνε έναν αγώνα μπάσκετ. Έμεινε καρφωμένος στην εικόνα για κάμποση ώρα. Η ομάδα που αγωνιζόταν φορούσε χρυσές φανέλες ή τουλάχιστον έτσι φαινόταν στον ίδιο. Στα παιδικά μάτια του έμοιαζε εξωπραγματική. Το θέαμα ήταν μοναδικό και υπήρχε ένας παίκτης του οποίου το όνομα ακουγόταν από τον σχολιαστή μετά από κάθε καλάθι. Κόμπι Μπράιαντ!
Εκείνο το βράδυ γύρισε σπίτι αλλά βρισκόταν ήδη σε έναν άλλο κόσμο. Φανταζόταν τον εαυτό του στο NBA. Και άρχισε να λέει στον ξάδερφό του και τους φίλους του ότι έπρεπε οπωσδήποτε να δουν αυτή τη φοβερή ομάδα που είχε ανακαλύψει στην τηλεόραση. Τους Λέικερς!
Αυτοσχέδιο γήπεδο
Από τότε ο Μοντέρο έπαψε να συστήνεται με το όνομά του. «Εγώ είμαι ο Κόμπι» έλεγε με περηφάνια και ας μην καταλάβαινε κανείς ποιος είναι αυτός ο Κόμπι. Μεγαλώνοντας στη Βίγια Χουάνα, όπου πολλές φορές η μία γειτονιά βρίσκεται σε διαρκή αντιπαλότητα με την άλλη, χρειάστηκε να φτιάξει μόνος του ένα αυτοσχέδιο γήπεδο για να μπορεί απλώς να σουτάρει. Βέβαια τίποτα από όσα ονειρευόταν δεν έμοιαζε πιθανό. Παιδιά από μέρη σαν το δικό του δεν ήταν εφικτό να φτάσουν μέχρι το Λος Άντζελες. Ο Ζαν όμως αποτελούσε εξαίρεση. Αρχικά ο στόχος ήταν να ξεχωρίσει στην περιοχή του. Έπειτα στην ομάδα που τον εμπιστεύθηκε και στη συνέχεια στη χώρα του. Κάπως έτσι φανταζόταν ότι μπορεί να φτάσει μέχρι το ΝΒΑ και να φορέσει τη χρυσοκίτρινη φανέλα που έκανε τα παιδικά μάτια του να αστράφτουν.
Το παράδειγμα του Χόρφορντ
Το κίνητρο μεγάλωσε όταν διαπίστωσε ότι υπάρχει ένας Δομινικανός που έχει πρωταγωνιστήσει στο ΝΒΑ και έχει καταφέρει να επιλεγεί στο Top 10 του NBA Draft. Ο Αλ Χόρφορντ, πρωταθλητής με τους Σέλτικς το 2024 και με πέντε συμμετοχές σε All Star Game, είναι ένα ζωντανό παράδειγμα για τον ίδιο. Έχει φτάσει τα 40 και συνεχίζει με τη φανέλα των Γουόριορς. Όποια ερώτηση και να υποβάλλει κανείς στον Μοντέρο για το πώς αγάπησε το μπάσκετ, πέρα από το ερέθισμα με τον Κόμπι και τους Λέικερς, η απάντηση είναι η εξής: «La Canchita». Το μικρό γηπεδάκι που δημιούργησε ο ίδιος με τα ξαδέλφια του και τους φίλους του στήθηκε από μερικές σανίδες, μία ρόδα ποδηλάτου για στεφάνη, τα συρματόσχοινα από τις ακτίνες και μερικά καρφιά. Η μπασκέτα ήταν έτοιμη. Ατέλειωτες ώρες έπαιζαν και όταν γκρεμιζόταν την έστηναν ξανά από την αρχή.
Στο πέρασμα των χρόνων ο μικρός Ζαν, ο ξάδερφος Λίλι και οι φίλοι του άλλαξαν γήπεδο όταν ένας ηλικιωμένος προπονητής πυγμαχίας έφτιαξε στο σπίτι του ένα πιο βελτιωμένο για τα παιδιά της γειτονιάς. «Εγώ έλεγα πάντα ότι ήμουν ο Κόμπι και ο ξάδερφός μου, ως αριστερόχειρας, αποφάσισε να γίνει ο Τζέιμς Χάρντεν. Με έναν σπάγκο μάλιστα έφτιαξε μια αυτοσχέδια γενειάδα για να του μοιάζει περισσότερο. Ο ανταγωνισμός ήταν μεγάλος».
Ο απρόσμενος θάνατος του Λίλι
Γρήγορα η ικανότητα του 9χρονου Μοντέρο με την μπάλα έγινε αντιληπτή. Ο κόουτς Μπάζιλ, επηρεασμένος από όσα έκανε το ξερακιανό αγόρι, τον πήρε στο Club Dosa και τον προπονούσε καθημερινά απέναντι σε παιδιά 13 και 14 ετών. Ο Ζαν δεν φοβόταν κανένα. Και το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να παίζει μπάσκετ και να κερδίζει τα ματς. Στα 12 βρέθηκε στην ομάδα Μαουρίτσιο Μπαέζ από την οποία περνούσε κάθε σπουδαίο ταλέντο της χώρας. Ξαφνικά, άνοιγε η μία πόρτα μετά την άλλη. Και ένας προπονητής με το παρατσούκλι «Μάγος» ανέλαβε την εξέλιξη του, υποσχόμενος στον μικρό Μοντέρο ότι σε δύο χρόνια θα παίζει στις μικρές εθνικές ομάδες. Η δολοφονία του ξάδερφου Λίλι, που ήταν ο μέντοράς του στην παιδική ηλικία, τον πλήγωσε αφάνταστα. «Δεν είναι εύκολο να μεγαλώνεις στη Βίγια Χουάνα. Όσοι δεν το έχουν ζήσει, δύσκολα μπορούν να το καταλάβουν.
Αν δεν ήταν ο Λίλι να με προσέχει, να με κρατάει μακριά από επικίνδυνες καταστάσεις και να με στηρίζει καθημερινά, σήμερα δεν θα βρισκόμουν εδώ» είχε παραδεχτεί κάποτε στο «Players Tribune». Και ήταν ο μόνος που ακολουθούσε πιστά το όνειρο του Ζαν. «Μια μέρα θα παίξεις στο ΝΒΑ» του είχε πει με εκείνη την αφέλεια που χαρακτηρίζει τα παιδιά όταν φαντασιώνονται τον εαυτό τους σε μεγαλύτερη ηλικία.
Οι εθνικές ομάδες
Πριν κλείσει τα 14 του χρόνια βρέθηκε στις μικρές εθνικές ομάδες και πριν πατήσει τα 16 ήταν στην εθνική ανδρών της Δομινικανής Δημοκρατίας. Κάθε φορά που ένιωθε ότι απέτυχε στην αποστολή του ή ότι δεν είχε την κατάλληλη απόδοση, το «φάρμακο» ήταν ένα βίντεο με τις καλύτερες στιγμές του Κόμπι Μπράιαντ, και οι μνήμες από την παιδική ηλικία με τον αγαπημένο ξάδερφο. Η στιγμή που έχαναν το παιχνίδι στη γειτονιά και φώναζαν «El Quinto» για να το γυρίσουν. Η περιοχή «Ελ Κουίντο» ήταν η πιο άγρια, κοντά στη δική τους γειτονιά. Για να την περάσεις έπρεπε να δείξεις γενναιότητα, θάρρος και μερικές φορές απίστευτο θράσος. Ήταν ο μόνος τρόπος για να επιβιώσεις. Η κραυγή «El Quinto» ακολουθεί τον Ζαν ακόμη και σήμερα που αγωνίζεται σε λαμπερές μπασκετικές επιφάνειες, όχι στο χώμα και στη λάσπη που μεγάλωσε.
Το μυστικό της επιτυχίας
Το 2021 έφτασε κοντά στο ΝΒΑ, έπαιξε στην Overtime Elite για έναν χρόνο, αλλά το 2022 δεν επιλέχθηκε στα ντραφτ. Το όνειρο ξεθώριασε για λίγο, όμως τέσσερα χρόνια αργότερα, ο Μοντέρο έχει επιστρέψει πιο δυνατός από ποτέ. Η τελευταία σεζόν, πριν υπογράψει στον Ολυμπιακό, ήταν με διαφορά η πιο σημαντική για τον ίδιο με τη φανέλα της Βαλένθια. Κορυφαίος νέος παίκτης στη Euroleague, MVP και πρωταθλητής στους τελικούς της ACB με αντίπαλο τη Ρεάλ, κομβικός και κορυφαίος στα πέντε παιχνίδια των πλέι οφ απέναντι στον Παναθηναϊκό πριν από το φάιναλ φορ της Αθήνας.
Η χρυσοκίτρινη φανέλα των Λέικερς ίσως να μην είναι τόσο μακριά όσο του φαινόταν στην ηλικία των επτά, όταν είδε τον Κόμπε για πρώτη φορά στην τηλεόραση. Ακόμη και τώρα να τον ρωτήσει κάποιος ποιο είναι το μυστικό για την επιτυχημένη πορεία του, έχει έτοιμη την απάντηση: «Εξακολουθώ να είμαι εκείνο το παιδί από τη Βίγια Χουάνα. Όσο κι αν αλλάξει η ζωή μου, όσο μακριά κι αν με οδηγήσει το μπάσκετ, δεν υπάρχει μεγαλύτερη υπερηφάνεια και πιο όμορφο συναίσθημα από αυτό».
Φωτογραφίες: Getty Images/Ideal Image
