Πριν από είκοσι χρόνια ήταν απλά ένα ακόμα κομμάτι γης σκεπασμένο με άμμο, έξω από το Άμπου Ντάμπι. Σήμερα διεκδικεί θέση δίπλα στο Μονακό και το Μέιφερ.
Το 2006, όταν το Άμπου Ντάμπι ανακοίνωσε ότι θα έφερνε το Guggenheim σε ένα νησί είκοσι επτά τετραγωνικών χιλιομέτρων χωρίς σχεδόν καμία υποδομή, η ιδέα ακουγόταν σαν φιλόδοξη υπερβολή του πλούσιου κράτους, ένα από εκείνα τα σχέδια που μένουν στα χαρτιά. Ο Frank Gehry ανέλαβε το σχέδιο.
Οι εργασίες ξεκίνησαν το 2011 κι ανεστάλησαν σχεδόν αμέσως. Ακολούθησε σειρά καθυστερήσεων που έγινε παροιμιώδης στον κόσμο της αρχιτεκτονικής, με την ημερομηνία ολοκλήρωσης να μετατίθεται από το 2012 στο 2013, μετά στο 2015, μετά στο 2017, και ξανά και ξανά. Το 2019 ο διευθυντής του Guggenheim, Richard Armstrong, παραδεχόταν δημόσια πως είχε δώσει την ίδια υπόσχεση τόσες φορές που κανείς δεν τον πίστευε πια. Ε, δίκιο είχαν.
Κάθε φορά που ανακοινωνόταν νέα ημερομηνία, ο διεθνής Τύπος την υποδεχόταν με αυξανόμενη ειρωνεία. Το 2017 ο τότε επικεφαλής της ίδρυσης, Thomas Krens, είχε φτάσει στο σημείο να αναρωτηθεί δημόσια αν το έργο θα υλοποιούνταν ποτέ, δεδομένου του νέου οικονομικού τοπίου και των φόβων ότι ένα τέτοιο μουσείο θα μπορούσε να γίνει στόχος. Η πανδημία πρόσθεσε ακόμα μία καθυστέρηση, με τη διεθνή επισκεψιμότητα μουσείων να καταρρέει και το ίδιο το Guggenheim της Νέας Υόρκης να αναγκάζεται να περικόψει προσωπικό. Ένα σχέδιο που ξεκίνησε σαν «δήλωση φιλοδοξίας» είχε καταλήξει σε παράδειγμα προς αποφυγήν, τουλάχιστον για μια δεκαετία.
Είκοσι χρόνια μετά την πρώτη ανακοίνωση, το μουσείο πλησιάζει επιτέλους στην ολοκλήρωσή του, με άνοιγμα να αναμένεται μέσα στο 2026. Ο Gehry δεν πρόλαβε να το δει, καθώς πέθανε τον περασμένο Δεκέμβριο σε ηλικία ενενήντα έξι ετών. Το κτίριο όμως, με τα χαρακτηριστικά κωνικά στοιχεία που παραπέμπουν στους παραδοσιακούς πύργους αερισμού της Μέσης Ανατολής, στέκεται πια σχεδόν έτοιμο στην άκρη του νησιού, βλέποντας τον Περσικό Κόλπο σαν κάτι που περίμενε υπομονετικά είκοσι χρόνια να φτάσει σε αυτή τη στιγμή.
Από άδεια αμμουδιά σε πολιτιστικό οικοσύστημα
Αυτό που κάνει το Saadiyat ξεχωριστό δεν είναι ένα μεμονωμένο κτίριο, είναι η αθροιστική λογική του σχεδιασμού του. Το Louvre Abu Dhabi του Jean Nouvel άνοιξε πρώτο, το 2017, με τον χαρακτηριστικό ασημένιο θόλο του να φιλτράρει το φως σαν βροχή, μια εικόνα που έχει γίνει πια το σήμα κατατεθέν του νησιού. Ακολούθησε το Zayed National Museum των Foster + Partners, εμπνευσμένο από τα φτερά του γερακιού, αφιερωμένο στον ιδρυτή των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων.
Το Natural History Museum και το ψηφιακό TeamLab Phenomena προστέθηκαν στη συνέχεια. Σήμερα το νησί φιλοξενεί, όπως σημειώνουν αναλυτές ακινήτων, αρχιτεκτονικά έργα πέντε διαφορετικών βραβευμένων με Pritzker δημιουργών μέσα σε έναν τετραγωνικό χιλιόμετρο. Δεν υπάρχει αντίστοιχη συγκέντρωση πουθενά αλλού στην περιοχή, και μάλλον ούτε αλλού στον κόσμο, αν το ψάξει κανείς.
Η λογική πίσω από αυτή τη συγκέντρωση δεν είναι μόνο πολιτιστική. Είναι, πρωτίστως, οικονομική. Κάθε νέο μουσείο που ολοκληρώνεται λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής αξίας για όσα ήδη υπάρχουν γύρω του, κι για τη γη που τα περιβάλλει. Οι τιμές ακινήτων στο Saadiyat αυξήθηκαν είκοσι με τριάντα τοις εκατό μέσα στο 2025, με τους αναλυτές να το περιγράφουν πλέον ως αγορά κεφαλαιακής υπεραξίας κι όχι εισοδήματος, δηλαδή προορισμό όπου οι αγοραστές στοιχηματίζουν στην άνοδο της τιμής κι όχι στην απόδοση ενοικίασης. Η είσοδος στην αγορά ξεκινά περίπου στα δύο εκατομμύρια ντιράμ (475 χιλιάδες ευρώ), όριο που αντιστοιχεί κι στην επιλεξιμότητα για πενταετή χρυσή βίζα διαμονής, λεπτομέρεια που δεν είναι καθόλου τυχαία, μιας και το νησί χτίστηκε ρητά για να προσελκύσει ακριβώς αυτό το προφίλ αγοραστή.
Η στρατηγική δεν είναι πρωτότυπη σε παγκόσμιο επίπεδο, η κλίμακά της όμως είναι σπάνια. Πόλεις όπως το Μπιλμπάο έχτισαν φήμη γύρω από ένα κι μόνο εμβληματικό κτίριο. Το Saadiyat δοκιμάζει κάτι πιο ριζοσπαστικό, να χτίσει μια ολόκληρη περιοχή, από το μηδέν, με πέντε ή περισσότερα εμβληματικά κτίρια ταυτόχρονα, χρηματοδοτούμενα από κρατικό πλούτο κι όχι από σταδιακή οργανική ανάπτυξη. Το αποτέλεσμα είναι μια γειτονιά που δεν έζησε ποτέ φάση παρακμής ή αναζήτησης ταυτότητας. Γεννήθηκε κατευθείαν ως προορισμός γοήτρου, χωρίς τα ενδιάμεσα στάδια που περνούν συνήθως αυτές οι ιστορίες.
Το τίμημα της μετατροπής σε αξιοθέατο
Η άνοδος αυτή δεν είναι χωρίς κόστος, ούτε χωρίς ιστορία που πολλοί προτιμούν να μην θυμούνται. Οι πρώτες φάσεις κατασκευής στο νησί, ιδίως στο Louvre και στο πανεπιστημιακό συγκρότημα του NYU Abu Dhabi, βρέθηκαν στο επίκεντρο διεθνούς κριτικής για τις συνθήκες εργασίας των μεταναστών εργατών που έχτισαν τα κτίρια. Αναφορές της εποχής μιλούσαν για κατάσχεση διαβατηρίων και συνθήκες που περιεγράφηκαν ως σύγχρονη δουλεία. Ο ίδιος ο Gehry είχε δηλώσει τότε πως θεωρούσε ηθικό καθήκον του να πιέσει για βελτιώσεις, και το Guggenheim ενέταξε ανεξάρτητο έλεγχο των εργοταξίων στη διαδικασία κατασκευής.
Η ιστορία του νησιού δεν είναι μόνο ιστορία αρχιτεκτονικής φιλοδοξίας. Είναι και μια ιστορία για το ποιος πληρώνει, κυριολεκτικά, το κόστος μιας τέτοιας μετατροπής, κι αυτό δεν πρέπει να ξεχνιέται κάθε φορά που θαυμάζουμε έναν θόλο.
Σήμερα το Saadiyat περιγράφεται από αναλυτές ακινήτων με συγκρίσεις που θα φάνταζαν παράλογες πριν από δεκαπέντε χρόνια. Το τοποθετούν στην ίδια συζήτηση με το Μέιφερ του Λονδίνου, το Μονακό, το Palm Jumeirah του Ντουμπάι, το πιο ακριβό τμήμα του Upper East Side του Μανχάταν. Η σύγκριση δεν αφορά μόνο τις τιμές. Αφορά την ιδέα πως η γη αποκτά αξία όχι από τη θέα ή τη θάλασσα, αλλά από τη γειτνίαση με πολιτισμό συσκευασμένο σε αρχιτεκτονική μορφή.
Όσο το Guggenheim ολοκληρώνεται και το Dar al Funoon ξεκινά να χτίζεται δίπλα του, το στοίχημα που φάνταζε παράλογο το 2006 μοιάζει, είκοσι χρόνια μετά, σχεδόν αναπόφευκτο. Μένει ανοιχτό το ερώτημα αν ένα νησί χτισμένο γύρω από την ιδέα της πολιτιστικής υπεραξίας μπορεί ποτέ να γίνει κάτι παραπάνω από την επένδυση που το γέννησε. Ή αν, τελικά, δεν χρειάζεται.
Eισαγωγική φωτογραφία: Courtesy of Department of Culture & Tourism, Abu Dhabi/www.saadiyatisland.ae
