Το «Τάγμα Μονακό» είναι το ειρωνικό προσωνύμιο που δόθηκε σε μια ομάδα εύπορων Ουκρανών επιχειρηματιών με ισχυρή παρουσία στη γαλλική Ριβιέρα, μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Ποιοι είναι και γιατί εξακολουθούν να βρίσκονται στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης;
Πώς γεννήθηκε το «Τάγμα Μονακό»
Έξι μήνες μετά τη ρωσική εισβολή, με τον στρατιωτικό νόμο και τη γενική επιστράτευση να βρίσκονται σε ισχύ στην Ουκρανία, δημοσιογράφοι της ειδησεογραφικής ιστοσελίδας Ukrainska Pravda αναζήτησαν τα ίχνη ορισμένων από τους ισχυρότερους επιχειρηματίες της χώρας. Η έρευνά τους τούς οδήγησε περίπου 2.500 χιλιόμετρα μακριά από το Κίεβο: στη Νίκαια, το Μονακό, το Beaulieu-sur-Mer, το Èze, το Villefranche-sur-Mer και κυρίως στο Saint-Jean-Cap-Ferrat, όπου πολυτελείς βίλες, γιοτ και αυτοκίνητα με ουκρανικές πινακίδες συνέθεταν μια εικόνα που απείχε πολύ από την πραγματικότητα του πολέμου. Σύμφωνα με τη Le Figaro, η περιοχή είχε αποκτήσει σκωπτικά το προσωνύμιο «Saint-Jean-Kiev-Ferrat».
Το 2022 η Ukrainska Pravda παρουσίασε το ντοκιμαντέρ με τίτλο «Τάγμα Μονακό», διάρκειας περίπου 30 λεπτών, καταγράφοντας τις μετακινήσεις και τον τρόπο ζωής δεκάδων γνωστών επιχειρηματιών που είχαν εγκατασταθεί στη Γαλλική Ριβιέρα. Έκτοτε, η ονομασία καθιερώθηκε ως συμβολικός χαρακτηρισμός μιας ομάδας 84 ιδιαίτερα εύπορων Ουκρανών, οι οποίοι κατηγορήθηκαν ότι εγκατέλειψαν τη χώρα χωρίς να συμμετάσχουν στην πολεμική προσπάθεια, κατηγορία που αρκετοί από τους ίδιους απορρίπτουν.
Η παρουσία των Ουκρανών επιχειρηματιών στη Νότια Γαλλία, πάντως, προϋπήρχε του πολέμου. Από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 πολλοί εύποροι Ουκρανοί και γενικότερα επιχειρηματίες του μετασοβιετικού χώρου άρχισαν να αγοράζουν κατοικίες στη Γαλλική Ριβιέρα. Όπως σημειώνει ο δημοσιογράφος Sébastien Gobert στο βιβλίο L’Ukraine, la République et les oligarques (Η Ουκρανία, η δημοκρατία και οι ολιγάρχες, 2024), η σχέση αυτή έχει ιστορικές ρίζες ήδη από την τσαρική περίοδο, ενώ το Μονακό εξακολούθησε να προσελκύει μεγάλες περιουσίες χάρη στο ευνοϊκό φορολογικό και χρηματοπιστωτικό του περιβάλλον.
Η έκρηξη που άνοιξε ξανά τη συζήτηση
Ο Βαντίμ Γερμολάεφ, 58 ετών, συγκαταλέγεται στις μεγαλύτερες περιουσίες της Ουκρανίας, είναι ιδρυτής του ομίλου Alef και δραστηριοποιείται στην αγορά ακινήτων και στη βιομηχανία αλκοολούχων ποτών. Στις 29 Ιουνίου 2026, ένας αυτοσχέδιος εκρηκτικός μηχανισμός, γεμάτος μεταλλικά σφαιρίδια και μπουλόνια, εξερράγη στην είσοδο της πολυκατοικίας στο Μονακό, όπου διέμενε. Ο ίδιος, η σύντροφός του και ο 13χρονος γιος τους τραυματίστηκαν σοβαρά, ενώ οι αρχές του Μονακό και της Γαλλίας αντιμετωπίζουν την υπόθεση ως απόπειρα δολοφονίας. Λίγες μέρες αργότερα η Ιντερπόλ ταυτοποίησε ως δράστιδα μια 39χρονη Ουκρανή η οποία στη συνέχεια βρέθηκε νεκρή κοντά στο Κίεβο, με έναν Ουκρανό αξιωματικό της στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών να ομολογεί τη δολοφονία της
Ο Γερμολάεφ, ο οποίος έχει απαρνηθεί την ουκρανική υπηκοότητα και διαθέτει κυπριακή, βρίσκεται από το 2023 στη λίστα προσωπικών κυρώσεων του Βολοντίμιρ Ζελένσκι, καθώς οι ουκρανικές αρχές υποστήριξαν ότι οι εταιρείες του συνέχισαν να καταβάλλουν φόρους στη Ρωσία μέσω δραστηριοτήτων στην κατεχόμενη Κριμαία. Το όνομά του είχε ήδη συνδεθεί με το λεγόμενο «Τάγμα Μονακό», τη λίστα εύπορων Ουκρανών που, σύμφωνα με ουκρανικά μέσα ενημέρωσης, εγκατέλειψαν τη χώρα μετά την έναρξη του πολέμου και εγκαταστάθηκαν στη Γαλλική Ριβιέρα.
Γιατί επέλεξαν το Μονακό
Για χρόνια, οι μεγαλύτερες αγορές ακινήτων στη Γαλλική Ριβιέρα πραγματοποιούνταν από Ρώσους επιχειρηματίες. Μετά την έναρξη του πολέμου, όμως, η παρουσία τους περιορίστηκε αισθητά και τη θέση τους κατέλαβαν σταδιακά εύποροι Ουκρανοί επιχειρηματίες, αρκετοί από τους οποίους διατηρούσαν επιχειρηματικούς δεσμούς με τη Ρωσία. Ένα από τα βασικά ερωτήματα αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι επιχειρηματίες αυτοί κατάφεραν να εγκατασταθούν μόνιμα στη Γαλλία και στο Μονακό. Σύμφωνα με τον Sébastien Gobert, αρκετοί απέκτησαν άδεια διαμονής ή υπηκοότητα κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ άλλοι διέθεταν ήδη κατοικίες στην περιοχή.
Πίσω από πολλές από αυτές τις περιουσίες βρίσκεται ένα σύνθετο δίκτυο υπεράκτιων εταιρειών, τραπεζικών λογαριασμών σε διάφορες δικαιοδοσίες και πρόσωπα-βιτρίνες, γεγονός που δυσχεραίνει τον εντοπισμό της πραγματικής προέλευσης των κεφαλαίων και της συνολικής έκτασης των περιουσιακών στοιχείων. Όπως σημειώνει ο Gobert, αρκετοί από τους επιχειρηματίες αυτούς αξιοποίησαν τόσο τη μετάβαση της μετασοβιετικής οικονομίας όσο και τις δυνατότητες που προσέφερε η παγκοσμιοποιημένη χρηματοπιστωτική αγορά, μεταφέροντας σημαντικό μέρος του πλούτου τους στο εξωτερικό.
Ορισμένοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με κυρώσεις του Κιέβου ή δικαστικές έρευνες, ενώ άλλοι υποστηρίζουν ότι η παρουσία τους στη Γαλλική Ριβιέρα συνδέεται αποκλειστικά με επιχειρηματικές δραστηριότητες και επενδύσεις. Ο Gobert απορρίπτει την ιδέα ότι οι άνθρωποι αυτοί συγκροτούν μια ενιαία πολιτική ομάδα. Κοινό χαρακτηριστικό τους, όπως επισημαίνει, υπήρξε κυρίως η επιδίωξη προστασίας των επιχειρηματικών τους συμφερόντων, καθώς οι συνθήκες στην Ουκρανία μεταβλήθηκαν ριζικά εξαιτίας του πολέμου.
Οι πρωταγωνιστές του «Τάγματος Μονακό»
Ανάμεσα στις πιο γνωστές προσωπικότητες που συνδέονται με τη Γαλλική Ριβιέρα βρίσκεται ο Ρινάτ Αχμέτοφ, επί χρόνια πλουσιότερος άνθρωπος της Ουκρανίας και επικεφαλής του ομίλου SCM, με δραστηριότητα στη μεταλλουργία, τα ορυχεία και την ενέργεια. Είναι επιπλέον ιδιοκτήτης της ποδοσφαιρικής ομάδας Σαχτάρ Ντόνετσκ και έχει πραγματοποιήσει μερικές από τις μεγαλύτερες αγορές ακινήτων στην περιοχή. Σύμφωνα με τη Le Figaro, απέκτησε τη θρυλική Villa des Cèdres, πρώην ιδιοκτησία του βασιλιά Λεοπόλδου Β΄ του Βελγίου, έναντι περίπου 200 εκατ. ευρώ, ενώ πρόσφατα φέρεται να κατέβαλε 471 εκατ. ευρώ για κατοικία στη νέα συνοικία Mareterra του Μονακό. Παράλληλα, έχει κινηθεί νομικά κατά της Ρωσίας, ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, για τις ζημιές που υπέστησαν οι επιχειρήσεις του από την εισβολή.
Διαφορετική είναι η περίπτωση του Κοστιαντίν Ζεβάγκο, μίας από τις μεγαλύτερες περιουσίες της Ουκρανίας, ο οποίος αντιμετωπίζει κατηγορίες για οικονομικά αδικήματα στη χώρα του. Οι ουκρανικές αρχές έχουν ζητήσει δύο φορές την έκδοσή του από τη Γαλλία, χωρίς επιτυχία, ενώ ο ίδιος φέρεται να κατοικεί στο Μονακό από το 2019 και διαθέτει γιοτ μήκους 65 μέτρων. Στο ντοκιμαντέρ της ουκρανικής ειδησεογραφικής ιστοσελίδας Ukrainska Pravda εμφανίζονται επίσης τα αδέλφια Ίχορ και Χριχόρι Σουρκίς, επί δεκαετίες από τις ισχυρότερες προσωπικότητες του ουκρανικού ποδοσφαίρου. Ο Ίχορ είναι ιδιοκτήτης και πρόεδρος της Ντιναμό Κιέβου, ενώ ο Χριχόρι διετέλεσε πρόεδρος του συλλόγου, της Ουκρανικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας και βουλευτής.
Σύμφωνα με την έρευνα της Ukrainska Pravda, οι αδελφοί Ίχορ και Χριχόρι Σουρκίς μίσθωναν κατοικίες στο συγκρότημα Monte-Carlo Bay, με το ετήσιο κόστος να εκτιμάται σε περίπου 2 εκατ. ευρώ. Η ίδια έρευνα αναφέρει πως είχαν εντοπιστεί στα ουγγρικά σύνορα μεταφέροντας 17 εκατ. δολάρια σε μετρητά, γεγονός που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στην Ουκρανία. Ο Χριχόρι Σουρκίς διετέλεσε βουλευτής, στοιχείο που αναδεικνύει τη στενή διασύνδεση πολιτικής και οικονομικής εξουσίας.
Στη λίστα περιλαμβάνονται ακόμη ο επιχειρηματίας και πρώην βουλευτής Βίκτορ Πίντσουκ, ο πρώην βουλευτής Ιγκόρ Κοτβίτσκι, του οποίου η σύζυγος, σύμφωνα με έρευνα της Ukrainska Pravda, φέρεται να μετέφερε εκτός Ουκρανίας περίπου 30 εκατ. δολάρια και 1,3 εκατ. ευρώ σε μετρητά κατά τις πρώτες ημέρες της ρωσικής εισβολής, ισχυρισμό που η ίδια έχει διαψεύσει. Στη λίστα περιλαμβάνεται επίσης ο Βαντίμ Στολάρ, πρώην στέλεχος του φιλορωσικού «Μπλοκ της Αντιπολίτευσης». Η πολυτελής βίλα του τελευταίου στο Saint-Jean-Cap-Ferrat, αξίας περίπου 40 εκατ. ευρώ, έχει προσελκύσει το ενδιαφέρον των γαλλικών αρχών.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η υπόθεση του Σεργκέι Λιοβότσκιν, πρώην επικεφαλής της προεδρικής διοίκησης επί Βίκτορ Γιανουκόβιτς. Μαζί με την αδελφή του απέκτησε μία έπαυλη στη Γαλλική Ριβιέρα και προχώρησε, σύμφωνα με γαλλικά δημοσιεύματα, σε παράνομη επέκταση εσωτερικής πισίνας χρησιμοποιώντας εκρηκτικά. Η υπόθεση προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, χωρίς όμως να οδηγήσει σε ουσιαστικές κυρώσεις. «Κάνουν ό,τι θέλουν, με απόλυτη ατιμωρησία», σχολιάζει πηγή με γνώση του περιβάλλοντος των Ουκρανών επιχειρηματιών στη Γαλλική Ριβιέρα, περιγράφοντας μια κοινότητα δισεκατομμυριούχων που διαθέτει πολλαπλά γιοτ και έχει μεταφέρει ακόμη και το προσωπικό της από την Ουκρανία.
Καθημερινές δαπάνες έως και 300.000 ευρώ
Το μέγεθος του πλούτου αυτής της κοινότητας αποτυπώνεται και στις καθημερινές της συνήθειες. Σύμφωνα με μαρτυρίες που επικαλείται η Le Figaro, ορισμένοι από αυτούς ξοδεύουν έως και 300.000 ευρώ σε μία μόνο ημέρα για αγορές στο Μονακό, διατηρώντας έναν τρόπο ζωής που, όπως υποστηρίζει, ελάχιστα επηρεάστηκε από τον πόλεμο. Ο Sébastien Gobert, ωστόσο, προτείνει μια πιο σύνθετη ανάγνωση του φαινομένου. Όπως επισημαίνει, οι Ουκρανοί ολιγάρχες ακολούθησαν πολύ διαφορετικές διαδρομές μετά τη ρωσική εισβολή: κάποιοι παρέμειναν στη χώρα για να στηρίξουν την οικονομία, άλλοι κατατάχθηκαν στις ένοπλες δυνάμεις ή χρηματοδότησαν την πολεμική προσπάθεια, ενώ υπήρξαν και όσοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με τη δικαιοσύνη ή κατηγορήθηκαν για συνεργασία με τη Ρωσία. Παράλληλα, αρκετοί επέλεξαν να εγκατασταθούν μόνιμα στο εξωτερικό, διακόπτοντας ουσιαστικά τους δεσμούς τους με την Ουκρανία. Κατά τον Gobert, οι διαφορετικές αυτές επιλογές αντανακλούν, σε μικρογραφία, τις διαιρέσεις που προκάλεσε ο πόλεμος σε ολόκληρη την ουκρανική κοινωνία.
Σήμερα, οι Ουκρανοί ολιγάρχες, που διαμένουν μόνιμα στη νότια Γαλλία, εκτιμάται ότι ανέρχονται σε 20 έως 30 άτομα, καθώς αρκετοί έχουν μεταφέρει πλέον τη φορολογική ή επιχειρηματική τους βάση στο Ντουμπάι. Ο πρέσβης της Ουκρανίας στη Γαλλία, Βαντίμ Ομελτσένκο, είχε δηλώσει σε τοπική εφημερίδα της Νίκαιας ότι πρόκειται για μια περιορισμένη ομάδα, διευκρινίζοντας πως, όπου υπάρχουν ανοιχτές ποινικές υποθέσεις, οι ουκρανικές αρχές συνεργάζονται με τις αρχές της Γαλλίας και του Μονακό. Όπως ανέφερε, πρόκειται για «θλιβερές εξαιρέσεις» και όχι για αντιπροσωπευτική εικόνα της ουκρανικής επιχειρηματικής κοινότητας. Η πρόσφατη επίθεση κατά του Βαντίμ Γερμολάεφ υπενθύμισε, πάντως, ότι ακόμη και πίσω από τις αυστηρά φυλασσόμενες επαύλεις της Ριβιέρας η αίσθηση ασφάλειας παραμένει σχετική.
Η έκρηξη στο Μονακό έφερε ξανά στο προσκήνιο ένα φαινόμενο που εξακολουθεί να διχάζει την ουκρανική κοινωνία. Για τους επικριτές τους, το «Τάγμα Μονακό» συμβολίζει μια οικονομική ελίτ που απομακρύνθηκε από τη χώρα την ώρα της μεγαλύτερης δοκιμασίας της. Για τους ίδιους, πρόκειται για επιχειρηματίες που αξιοποίησαν το δικαίωμα να προστατεύσουν τις οικογένειες και τις περιουσίες τους. Τέσσερα χρόνια μετά τη ρωσική εισβολή, η συζήτηση γύρω από τον ρόλο των ολιγαρχών παραμένει ανοιχτή.
Εξωτερική φωτογραφία: Η Mareterra, η νέα παραθαλάσσια συνοικία του Μονακό, όπου ο Ρινάτ Αχμέτοφ φέρεται να απέκτησε διαμέρισμα έναντι 471 εκατ. ευρώ. @ AFP Forum
