search icon

Journal

Το τέλος της μισθολογικής σιωπής

Από τις 7 Ιουνίου, μια ευρωπαϊκή οδηγία υποχρεώνει τις επιχειρήσεις να ανοίξουν τα μισθολόγια.

Από τις 7 Ιουνίου, μια ευρωπαϊκή οδηγία υποχρεώνει τις επιχειρήσεις να ανοίξουν τα μισθολόγια.

Υπάρχει μια ερώτηση που εμφανίζεται σχεδόν σε κάθε συνέντευξη για δουλειά -συνήθως ντυμένη σαν αθώα κουβέντα: «Πόσα παίρνεις τώρα;» Ακούγεται χαλαρή αλλά δεν είναι. Η απάντηση καθορίζει ολόκληρη την προσφορά που θα ακολουθήσει, βάζοντας ουσιαστικά τη διαπραγμάτευση εκεί όπου ήσουν μέχρι σήμερα, αντί εκεί όπου θα έπρεπε να φτάσει ο ρόλος. Αυτή ακριβώς τη μηχανική έρχεται να σπάσει η ευρωπαϊκή Οδηγία 2023/970 για τη μισθολογική διαφάνεια.

Από την 7η Ιουνίου 2026 οι εργοδότες υποχρεώνονται να αναφέρουν το μισθολογικό εύρος μιας θέσης στην αγγελία ή πριν από τη συνέντευξη. Photo: Getty Images/Ideal Image

Η οδηγία υιοθετήθηκε τον Μάιο του 2023 και έδωσε στα κράτη-μέλη τρία χρόνια για να την περάσουν στο εθνικό τους δίκαιο. Η προθεσμία ήταν η 7η Ιουνίου 2026, και μόλις πέρασε. Από εκείνη την ημερομηνία, οι εργοδότες υποχρεώνονται να αναφέρουν το μισθολογικό εύρος μιας θέσης στην αγγελία ή πριν από τη συνέντευξη, απαγορεύεται να ρωτούν τον υποψήφιο για τον προηγούμενο μισθό του, και κάθε εργαζόμενος αποκτά το δικαίωμα να ζητήσει εγγράφως στοιχεία για τον δικό του μισθό και για τον μέσο μισθό, ανά φύλο, όσων κάνουν την ίδια εργασία. Ο εργοδότης οφείλει να απαντήσει μέσα σε δύο μήνες. Όπου εντοπίζεται αδικαιολόγητη μισθολογική διαφορά 5% ή μεγαλύτερη μεταξύ ανδρών και γυναικών, ενεργοποιείται υποχρεωτική κοινή αξιολόγηση.

Γιατί ο μισθός έγινε μυστικό
Η μισθολογική σιωπή δεν προέκυψε τυχαία, ούτε από ευγένεια. Εξυπηρετούσε, και όπως πάντα συμβαίνει στον κόσμο της οικονομίας, τον ισχυρό. Αυτόν που έχει όλες τις πληροφορίες δηλαδή. Όσο ο καθένας αγνοεί τι παίρνει ο διπλανός του, η διαπραγμάτευση παραμένει ατομική υπόθεση, και η ασυμμετρία πληροφορίας γέρνει σταθερά προς την πλευρά που έχει τα στοιχεία -του εργοδότη. Η μυστικότητα μετατρέπει ένα δομικό ζήτημα, το πώς κατανέμονται οι αμοιβές, σε σειρά μεμονωμένων προσωπικών συμφωνιών που κανείς δεν μπορεί να συγκρίνει. Η διαφάνεια αντιστρέφει αυτή τη λογική. Δίνει στον εργαζόμενο ένα μέτρο σύγκρισης που μέχρι χθες δεν είχε, και αφαιρεί από τον εργοδότη το πλεονέκτημα τού να γνωρίζει μόνος του ολόκληρη την εικόνα.

Πίσω από τα νομικά υπάρχει μια ψυχολογική παρατήρηση που η αγορά εργασίας προτιμά να μη συζητά. Η αμοιβή δεν είναι μόνο εισόδημα. Είναι και κατάταξη. Το να μάθεις πόσο παίρνει κάποιος που κάνει την ίδια δουλειά με σένα σημαίνει να μάθεις και πού στέκεσαι απέναντί του. Γι’ αυτό η μισθολογική σιωπή ήταν πάντα κι ένας τρόπος να αποφεύγουμε μια δυσάρεστη αλήθεια: ότι η διαφορά στις αμοιβές σπάνια εξηγείται μόνο από την αξία.

Aυτό που μας ενοχλεί στη διαφάνεια είναι ο φόβος να μάθουμε πόσα βγάζει ο διπλανός ή, ίσως, η στιγμή που εκείνος θα μάθει πόσα βγάζουμε εμείς. Photo: 123RF

Η εφαρμογή που δεν ήρθε εγκαίρως
Η θεωρία είναι καθαρή. Η πράξη, πολύ λιγότερο. Παρά τη δεσμευτική προθεσμία, τα περισσότερα κράτη μέλη έφτασαν στις 7 Ιουνίου χωρίς ολοκληρωμένη εθνική νομοθεσία. Η Σλοβακία ήταν από τις ελάχιστες χώρες με πλήρη εφαρμογή, ενώ Γαλλία, Ισπανία, Πορτογαλία, Σουηδία και Ιρλανδία είχαν ήδη δικούς τους κανόνες διαφάνειας. Η Ολλανδία ανακοίνωσε καθυστέρηση που μπορεί να φτάσει ως το 2027. Αυτό δεν σημαίνει ότι η οδηγία μένει στα χαρτιά -ορισμένες διατάξεις της, ιδίως όσες είναι αρκετά σαφείς, μπορούν να εφαρμοστούν απευθείας από τα εθνικά δικαστήρια ακόμα και χωρίς εθνικό νόμο, σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου της ΕΕ.

Το μέγεθος της αλλαγής φαίνεται από πού ξεκινάμε. Στη Γερμανία, μόλις το 15,8% των αγγελιών εργασίας αναφέρει σήμερα μισθό. Η Ελλάδα, ως κράτος μέλος, υπόκειται στις ίδιες υποχρεώσεις -και οι ελληνικές επιχειρήσεις θα κληθούν να κάνουν κάτι ασυνήθιστο για την κουλτούρα τους: να βάλουν τον μισθό στην αγγελία και να μπορούν να τον δικαιολογήσουν με αντικειμενικά κριτήρια.

Συνήθως υποθέτουμε ότι αυτό που μας ενοχλεί στη διαφάνεια είναι ο φόβος να μάθουμε πόσα βγάζει ο διπλανός. Ίσως όμως η αμηχανία να είναι αντίστροφη. Ίσως φοβόμαστε περισσότερο τη στιγμή που εκείνος θα μάθει πόσα βγάζουμε εμείς -και θα αναρωτηθεί, όπως ίσως κι εμείς, αν η διαφορά ανάμεσά μας υπήρξε ποτέ ζήτημα αξίας.

Εισαγωγική φωτογραφία: 123RF

Exit mobile version