Από τα ορυχεία του Μαρόκου και της Κίνας μέχρι τα λιπάσματα, την Ευρώπη και τις καλλιέργειες όλου του πλανήτη.
Οι περισσότερες πρώτες ύλες που χαρακτηρίζονται στρατηγικές συνδέονται με την τεχνολογία, την ηλεκτροκίνηση, τα data centers ή τα όπλα. Γι’ αυτό βρίσκονται καθημερινά στην επικαιρότητα. Ποια δουλειά έχει ο φώσφορος μ’ αυτά; Καμία. Αλλά χωρίς τον φώσφορο η παγκόσμια γεωργία θα αντιμετώπιζε ένα πρόβλημα που δεν λύνεται με τεχνολογικές πατέντες. Τα φωσφορικά πετρώματα είναι η βασική πρώτη ύλη για την παραγωγή φωσφορικών λιπασμάτων, απαραίτητα για σχεδόν όλα τα λαχανικά, φρούτα και σιτηρά που καταλήγουν στο τραπέζι μας.
Απαραίτητος για την ανάπτυξη των φυτών
Σε αντίθεση με το άζωτο, ο φώσφορος δεν μπορεί να παραχθεί βιομηχανικά από την ατμόσφαιρα. Και σε αντίθεση με πολλές άλλες πρώτες ύλες, δεν υπάρχει πραγματικό υποκατάστατο για τη γεωργική του χρήση. Οτιδήποτε βρίσκεται μόνο στη φύση είναι πολύτιμο και αυτομάτως μετατρέπεται σε στρατηγικό αγαθό, παρ’ ότι δεν είναι δυσεύρετο. Το 2024 εξορύχθηκαν παγκοσμίως περίπου 240 εκατ. τόνοι φωσφορικού πετρώματος. Η Κίνα ήταν ο μεγαλύτερος παραγωγός με περίπου 110 εκατ. τόνους και ακολούθησαν το Μαρόκο, οι ΗΠΑ και η Ρωσία. Μόνο η Κίνα αντιστοιχούσε σχεδόν στο 46% της παγκόσμιας εξόρυξης.
Η πραγματική δύναμη, όμως, δεν βρίσκεται μόνο στην ετήσια παραγωγή, αλλά στα αποθέματα. Εδώ η εικόνα αλλάζει εντυπωσιακά υπέρ του Μαρόκου. Στο έδαφος του βορειοαφρικανικού κράτους υπάρχουν, σύμφωνα με την USGS, περίπου 50 δισ. τόνοι αποθεμάτων φωσφορικού πετρώματος, ποσότητα που αντιστοιχεί στο 68% των παγκόσμιων αποθεμάτων που καταγράφονται από την υπηρεσία. Η Κίνα βρίσκεται στα 3,7 δισ. τόνους, η Αλγερία στα 2,2 δισ., η Ρωσία στα 2,4 δισ. και η Αίγυπτος στα 2,8 δισ. τόνους. Η χώρα, δηλαδή, που παράγει σήμερα τα περισσότερα δεν είναι εκείνη που διαθέτει και τα μεγαλύτερα αποθέματα. Και αυτό εξηγεί γιατί το Μαρόκο έχει εξελιχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους παίκτες της παγκόσμιας αγοράς λιπασμάτων.
Η κρατικά ελεγχόμενη OCP είναι ο μοναδικός παραγωγός φωσφορικού πετρώματος, φωσφορικού οξέος και φωσφορικών λιπασμάτων στο Μαρόκο. Το 2024 η χώρα παρήγαγε περίπου 35,3 εκατ. τόνους φωσφορικού πετρώματος, 7,4 εκατ. τόνους φωσφορικού οξέος και 12,3 εκατ. τόνους στερεών φωσφορικών λιπασμάτων. Το οικονομικό αποτύπωμα είναι τεράστιο: το 2024 τα φωσφορικά πετρώματα, το φωσφορικό οξύ και τα φωσφορικά λιπάσματα αντιπροσώπευαν 8,7 δισ. δολάρια, το 94% των μεταλλευτικών εξαγωγών του Μαρόκου.
Η πρώτη ύλη μιας ολόκληρης βιομηχανικής αλυσίδας
Το φωσφορικό πέτρωμα από το ορυχείο περνά στην παραγωγή φωσφορικού οξέος και στη συνέχεια σε προϊόντα όπως το DAP και το MAP, τα οποία καταλήγουν στους αγρότες από τη Βραζιλία και την Ινδία μέχρι την Ευρώπη και την Αφρική. Η ζήτηση, μάλιστα, δεν δείχνει να υποχωρεί. Η κατανάλωση φωσφόρου στα λιπάσματα εκτιμήθηκε σε 47,5 εκατ. τόνους το 2024, από 45,8 εκατ. το 2023, ενώ η USGS προβλέπει ότι θα φτάσει τα 51,8 εκατ. τόνους το 2028. Η μεγαλύτερη αύξηση αναμένεται στην Ασία και τη Νότια Αμερική, ακριβώς στις περιοχές όπου καταγράφεται και αυξημένη γεωργική παραγωγή, αλλά και ανάγκη για υψηλές αποδόσεις
Εδώ ακριβώς αρχίζει η γεωπολιτική διάσταση. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει εντάξει τόσο το φωσφορικό πέτρωμα όσο και τον φωσφόρο στον κατάλογο των κρίσιμων πρώτων υλών. Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει ότι πρόκειται για υλικά με ιδιαίτερη σημασία για την οικονομία και την ασφάλεια εφοδιασμού. Το πρόβλημα είναι ότι η Ευρώπη δεν διαθέτει αντίστοιχη εγχώρια βάση παραγωγής και εξαρτάται από εισαγωγές. Σε παλαιότερη ανάλυση της Κομισιόν, το Μαρόκο αντιστοιχούσε στο 27% της παγκόσμιας παραγωγής φωσφορικού πετρώματος που προμηθεύει την ευρωπαϊκή αγορά ως βασικός εξωτερικός προμηθευτής.
Ο ρόλος “κλειδί” της Δυτικής Σαχάρας
Το πράγμα περιπλέκεται ακόμα περισσότερο λόγω της Δυτικής Σαχάρας. Μιας άνυδρης και οικονομικά υποβαθμισμένης περιοχής στα νότια του Μαρόκου, η οποία αποτελούσε αποικία της Ισπανίας μέχρι το 1975. Τότε αποχώρησαν οι Ισπανοί και η περιοχή καταλήφθηκε από το στρατό του Μαρόκου, χωρίς οι κάτοικοι να αποφασίσουν αν ήθελαν να αποτελούν μέρος της συγκεκριμένης χώρας ή να χαράξουν ανεξάρτητη πορεία. Στη Δυτική Σαχάρα βρίσκεται το ορυχείο Bou Craa, από τα σημαντικότερα παγκοσμίως, το οποίο ελέγχεται από την μαροκινή OCP. Η υπόθεση έχει ιδιαίτερη οικονομική σημασία επειδή οι φυσικοί πόροι της περιοχής αποτελούν μέρος της ευρύτερης συζήτησης για το ποιος έχει δικαίωμα να τους εκμεταλλεύεται και ποιος καρπώνεται την οικονομική τους αξία.
Το Μαρόκο υποστηρίζει ότι η ανάπτυξη των «νότιων επαρχιών» και οι επενδύσεις στην περιοχή ωφελούν τον τοπικό πληθυσμό. Οι αντάρτες του μετώπου Polisario, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι εκπροσωπούν τον ντόπιο πληθυσμό, αμφισβητούν την κυριαρχία του Μαρόκου στη Δυτική Σαχάρα. Η ευρωπαϊκή δικαστική νομολογία έχει καταστήσει το ζήτημα ακόμη πιο σύνθετο για τις εταιρείες που συναλλάσσονται με προϊόντα προερχόμενα από την περιοχή.
Η Κίνα έχει διαφορετικό πλεονέκτημα. Δεν διαθέτει τα αποθέματα του Μαρόκου, αλλά ελέγχει τεράστιο μέρος της παραγωγής. Τα περίπου 110 εκατ. τόνοι φωσφορικού πετρώματος που εξόρυξε το 2024 της δίνουν τεράστια βιομηχανική βάση. Η χώρα έχει εξελιχθεί σε κεντρικό κόμβο της παγκόσμιας αλυσίδας φωσφορικών προϊόντων. Η σημασία της πρώτης ύλης επεκτείνεται πλέον και πέρα από τα λιπάσματα: τα φωσφορικά παράγωγα χρησιμοποιούνται και στην παραγωγή υλικών για μπαταρίες LFP, έναν κλάδο στον οποίο η Κίνα έχει ιδιαίτερα ισχυρή θέση.
Παρά την εικόνα μιας παγκόσμιας αγοράς που εξαρτάται από λίγους παίκτες, δεν υπάρχει άμεσος κίνδυνος να «τελειώσει» το φωσφορικό πέτρωμα. Η USGS εκτιμά τους παγκόσμιους πόρους σε περισσότερους από 300 δισ. τόνους και σημειώνει ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις άμεσης έλλειψης. Το πρόβλημα είναι διαφορετικό: πού βρίσκονται τα κοιτάσματα, πόσο κοστίζει η εξόρυξή τους, ποιος ελέγχει τα ορυχεία, ποιος διαθέτει τις υποδομές επεξεργασίας και, κυρίως, πόσο εύκολα μπορεί ένα γεωπολιτικό γεγονός να ανεβάσει την τιμή. Που σημαίνει ακριβότερα τρόφιμα για όλους.
Εισαγωγική φωτογραφία: 123RF
