Πάνω από 1 εκατομμύριο ευρώ δαπάνησε ο Μπρεντ Άντεργουντ για να αποκτήσει και να διασώσει την ιστορία του Cerro Gordo, ένα ορυχείο που πριν 140 χρόνια έσφυζε από ζωή.
Το πλάνο εστιάζει στο σκληρό βλέμμα των ηρώων. Ο ιδρώτας κυλάει στους κροτάφους. Η ένταση κόβεται με το μαχαίρι. Οι δύο άνδρες είναι έτοιμοι να μονομαχήσουν. Ο πιο γρήγορος κερδίζει. Ο διαπεραστικός ήχος από το πιστόλι σηματοδοτεί το τέλος του ενός και τη συνέχεια του άλλου. Ο νικητής γυρίζει τα σπιρούνια του, διορθώνει το καπέλο του και ανεβαίνει θριαμβευτικά στο άλογό του. Από τη μία τα κλασικά αμερικανικά γουέστερν με την ηθική, τους καλούς και τους κακούς, από την άλλη τα σπαγγέτι γουέστερν με τον κυνισμό και τους αντιήρωες, με τη χαρακτηριστική μουσική και τη σκηνοθεσία. Αμφότερα καθόρισαν μια ολόκληρη γενιά κινηματογραφόφιλων.
Από μια ζωντανή κωμόπολη στη σιωπή
Ένα τοπίο όπως αυτά των ταινιών, με την άνυδρη γη, τα ξύλινα παραπήγματα, τα υπόστεγα και ένα ορυχείο συνάντησε ο επιχειρηματίας Μπρεντ Άντεργουντ, όταν επισκέφθηκε το Cerro Gordo, τον «Χοντρό Λόφο». Στα δυτικά της Κοιλάδας του Θανάτου, στην Καλιφόρνια, η πόλη πριν 140 χρόνια έσφυζε από ζωή. Περίπου 4.000 άνθρωποι καθημερινά εργάζονταν και ζούσαν στην περιοχή που από τη γη της αναδύθηκε η μεγαλύτερη ποσότητα αργύρου, για την εποχή, σε όλη την πολιτεία. Όταν ο Αμερικανός επιχειρηματίας έφτασε εκεί συνάντησε μόνο σιωπή και ερείπια. Και όπως αποδείχθηκε στην πορεία, αυτά ήταν τα στοιχεία που του κέντρισαν το ενδιαφέρον.
Ήθελε να αναστήσει το παλιό ορυχείο και να αναβιώσει την ιστορία αυτής της κωμόπολης που έσβησε στα τέλη της δεκαετίας του 1950. Αγόρασε την περιοχή το 2018, καταθέτοντας όλες τις οικονομίες του και με τη βοήθεια φίλων, συγγενών και ενός δανείου. Περισσότερο από 1 εκατ. ευρώ του κόστισε το Cerro Gordo, αυτή η χρονοκάψουλα του 1800. Τι αγόρασε με αυτό το ποσό; Μια έκταση περίπου 1.500 στρεμμάτων, 22 κτίσματα, εργαλεία και αναμνήσεις παγωμένες σε σκονισμένες φωτογραφίες.
Για ένα αστείο
Πώς, όμως, ξεκίνησε η ιδέα; Ο Άντεργουντ δεν γνώριζε τίποτα για ορυχεία. Και δεν είχε σκοπό να αγοράσει μια ολόκληρη κωμόπολη. Ο ίδιος ολοκληρώνοντας τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, άρχισε να εργάζεται σε μια επενδυτική τράπεζα. Το στείρο περιβάλλον της, όμως, δεν ταίριαζε στο ελεύθερο πνεύμα του. Σύντομα παραιτήθηκε και με ένα σακίδιο στην πλάτη, ταξίδεψε σε κεντρική και νότια Αμερική. Άρχισε να κυνηγά τα ενδιαφέροντά του και μέσα από αυτή την αναζήτηση κατέληξε να διευθύνει έναν ξενώνα στο Μπρούκλιν. Η επαφή με διαφορετικό κόσμο έμοιαζε να τον κερδίζει. Ωστόσο, λίγο αργότερα η ρουτίνα τον κούρασε. Ένας φίλος του, χαριτολογώντας, του μίλησε για μια αγγελία που είχε δει για την πώληση του Cerro Gordo. Του πρότεινε, αστειευόμενος, να το αγοράσει ως το νέο του εγχείρημα. Ο Άντεργουντ χαμογέλασε, όμως, όντας ανήσυχος, ξεκίνησε να ψάχνει την ιστορία της περιοχής. Η περιέργεια πολύ γρήγορα πήρε τη μορφή ενός οργανωμένου σχεδίου. Στόχος ήταν η αγορά του και η μετατροπή του σε ένα τεράστιο μουσείο.
Το μεγαλύτερο ρίσκο του εγχειρήματος ήταν οικονομικής φύσης. Πώς θα μπορούσε να διαθέσει ένα τόσο μεγάλο ποσό για κάτι τόσο αβέβαιο; Πώς θα μπορούσε να αναλάβει ένα τόσο σημαντικό έργο χωρίς καμία εμπειρία στη μεταλλευτική δραστηριότητα ή στις κατασκευές; Εύλογα ερωτήματα που είχαν μόνο μια απάντηση: το όραμα. Ο Άντεργουντ είχε ήδη φανταστεί πώς όλη η περιοχή μπορεί να αναβιώσει μέσα από την ιστορία της που συνδέεται άμεσα με τη μεταλλευτική ανάπτυξη της Καλιφόρνιας τον 19ο αιώνα, προσελκύοντας τουρίστες. Όπως θυμάται σε παλαιότερες δηλώσεις του στο Business Insider, η ιδέα μιας απομακρυσμένης πόλης στη Δύση των ΗΠΑ τον γοήτευε πολύ γιατί του θύμισε τα παλιά γουέστερν που έβλεπε ο παππούς του.
Λόλα, το παλάτι της απόλαυσης και άλλα ευρήματα
Εξαιτίας της πανδημίας και ταυτόχρονα μιας σφοδρής χιονοθύελλας, ο Αμερικανός επιχειρηματίας εγκλωβίστηκε στην περιοχή. Παρέμεινε στη μέση του πουθενά για περίπου έξι εβδομάδες. Χρειάστηκε, όπως λέει, να αναπτύξει πολλές δεξιότητες, πρακτικές και πνευματικές, για να διευκολύνει την καθημερινότητά του. Κι όμως, δεν εγκατέλειψε. Βρήκε την ευκαιρία να ανακαλύψει και να μάθει όσα περισσότερα μπορούσε για την περιοχή που κάτω από την επιφάνεια της γης είναι σκαμμένη για περίπου 48 χλμ. με στοές από όπου εξορύχθηκαν ορυκτά αξίας πάνω από 420 εκατ. ευρώ.
Συνολικά, στην περιοχή έμεινε για έξι χρόνια ως μόνιμος κάτοικος. Στο διάστημα αυτό είχε την ευκαιρία να μελετήσει, να ανακαλύψει και να σχεδιάσει το αύριο του Χοντρού Λόφου. Άρχισε να ανακατασκευάζει τα κτίρια, με ένα εξ αυτών το Αmerican Hotel που δημιουργήθηκε το 1871. Παρότι μια πυρκαγιά ξέσπασε το 2020 διακόπτοντας απότομα τις εργασίες αποκατάστασης, ο επιχειρηματίας συνέχισε το πλάνο και η ανακατασκευή του ξενοδοχείου ολοκληρώθηκε το 2025. Ένα ακόμα κτίσμα μετατράπηκε σε μουσείο με όσα αντικείμενα βρέθηκαν στα σπλάχνα της γης, ενώ διαμόρφωσε έναν χώρο σε βιβλιοθήκη. Από τα αρχικά 400 κτίρια, μόνο 22 σώζονται, μεταξύ των οποίων ένας οίκος ανοχής που λεγόταν «Λόλα, το παλάτι της απόλαυσης», σε στρατηγική θέση δίπλα σε γραφείο εκτίμησης για την καθαρότητα των πολύτιμων μετάλλων που εντόπιζαν οι μεταλλωρύχοι. Ακόμα, ένα κελάρι και ένα παντοπωλείο στέκουν όρθια, παρότι διάτρητα από σφαίρες.
Τα απομεινάρια και το μέλλον
Ανάμεσα στα ευρήματα που έχει παρουσιάσει στο κανάλι του στο YouTube, αλλά και σε TikTok και Instagram, βρίσκονται παλιά έγγραφα, εργαλεία, ρούχα και προσωπικά αντικείμενα των ανθρώπων που έζησαν και εργάστηκαν στην περιοχή και παρέμεναν κρυμμένα για δεκαετίες. Σε ανάρτησή του στο Instagram μιλά για μία συγκεκριμένη ανακάλυψη: ένα χαρτοφύλακα τυλιγμένο σε μια κουβέρτα, ο οποίος περιείχε επιταγές, ερωτικά γράμματα, διακανονισμούς διαζυγίου και αγωγές. Κομμάτι-κομμάτι, ο Άντεργουντ ανασύνθεσε τη ζωή ενός ανθρακωρύχου που είχε έρθει στο Cerro Gordo, με την ελπίδα να χτίσει ένα καλύτερο αύριο. Ο χαρτοφύλακας πλέον αποτελεί μέρος του μουσείου, το οποίο μπορούν να επισκεφθούν δωρεάν οι επισκέπτες. Πολύτιμες, όμως, είναι κι οι επιγραφές που βρέθηκαν στις στοές. Ο ίδιος έχει ξεκινήσει την καταγραφή ονομάτων μεταλλωρύχων που ανιχνεύθηκαν χαραγμένα στους τοίχους, ορισμένα από τα οποία χρονολογούνται ακόμη και από τη δεκαετία του 1880. Στόχος του είναι να εντοπίσει τους απογόνους αυτών των ανθρώπων και να τους δείξει τα ίχνη που άφησαν οι πρόγονοί τους μέσα στα ορυχεία.
Στο μεταξύ κυκλοφόρησε το βιβλίο «Ghost Town Living», την ηχητική εκδοχή του οποίου ηχογράφησε 270 μέτρα κάτω από το έδαφος. Επιπλέον, άρχισε να μετατρέπει σε δαχτυλίδια και αντικείμενα το ασήμι που βρήκε και κατά καιρούς υποδέχεται επισκέπτες που θέλουν να μάθουν από κοντά την ιστορία του τόπου. Ανάμεσα τους κι ο αστέρας του Χόλιγουντ, Τζεφ Γκόλντμπλουμ, που θέλησε να γυρίσει ένα επεισόδιο της εκπομπής του «The World According to Jeff Goldblum» γύρω από την ιστορία του τζιν. Εξάλλου, το θρυλικό ρούχο δημιουργήθηκε από τον Levi Strauss για τους ανθρακωρύχους το 1873, και πολλοί στο Cerro Gordo φορούσαν ακριβώς αυτά τα αυθεντικά μπλουτζίν.
Σήμερα, το Cerro Gordo δεν είναι απλώς ένα απομεινάρι της ιστορίας της Καλιφόρνιας. Με την προσπάθεια του Άντεργουντ θα διατηρηθεί η ταυτότητά του και θα αποτελέσει προορισμό για πολλούς. Όπως εξηγεί σε συνέντευξή του στο People, η εμπειρία αυτή τoν ώθησε να βγει από το λεγόμενο «comfort zone» και να αντιμετωπίσει μια πρόκληση που έμοιαζε μεγαλύτερη από τις δυνατότητές του. Όλο αυτό, θα τον ανάγκαζε να εξελιχθεί ως άνθρωπος. Κάτι που, όπως αναγνωρίζει, συνέβη πραγματικά.
Εξωτερική φωτογραφία: Instagram/ Brentwunderwood
