Η κατανάλωση οινοπνευματωδών σε κατακόρυφη πτώση, η στροφή στον υγιεινό τρόπο ζωής και το φαινόμενο «sober-curious».
Σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα κινείται πλέον η κατανάλωση αλκοολούχων ποτών, με μόλις το 54% των Αμερικανών να δηλώνει ότι καταναλώνει αλκοόλ. Πρόκειται για το χαμηλότερο ποσοστό που έχει καταγραφεί εδώ και σχεδόν 90 χρόνια, σύμφωνα με πρόσφατη δημοσκόπηση. Τα δεδομένα αποτυπώνουν τη βαθιά αλλαγή που καταγράφεται στις ΗΠΑ, ενώ αντίστοιχη είναι η τάση και διεθνώς, με ολοένα περισσότερους ανθρώπους να επανεξετάζουν τις συνήθειές τους και τον ρόλο του αλκοόλ στη ζωή τους.
Ειδικότερα στις ΗΠΑ, δημοσκόπηση της Gallup αποκαλύπτει ότι για πρώτη φορά η πλειονότητα των Αμερικανών εκτιμά ότι ακόμα και η μέτρια κατανάλωση -έως ένα ποτό για τις γυναίκες και έως δύο για τους άνδρες ημερησίως- είναι επιβλαβής για την υγεία. Η μεταστροφή αυτή επιβεβαιώνει την αυξανόμενη ανησυχία για τις επιπτώσεις του αλκοόλ, αλλά και τη διάδοση νέων τάσεων ευεξίας. Το μοτίβο επαναλαμβάνεται και σε άλλες χώρες, όπως η Μεγάλη Βρετανία όπου σύμφωνα με την Health Survey for England, την ετήσια έρευνα υγείας της χώρας, περίπου 1 στους 4 ενήλικες (24%) δηλώνει ότι δεν έχει καταναλώσει καθόλου αλκοόλ μέσα σε ένα χρόνο -ποσοστό αυξημένο σε σχέση με το 19% μόλις δύο χρόνια νωρίτερα.
Η αύξηση της αποχής καταγράφεται σε όλες τις ηλικιακές ομάδες, με εντονότερες μεταβολές μεταξύ νεότερων και ανδρών. Σε παγκόσμιο επίπεδο, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) αναφέρει ότι η κατά κεφαλήν κατανάλωση αλκοόλ μειώθηκε κατά περίπου 12% μεταξύ 2010 και 2022, ενώ στοιχεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης δείχνουν σαφή υποχώρηση της κατανάλωσης σε σχέση με προηγούμενες δεκαετίες.
Απούλητα αποθέματα και πίεση στον κλάδο
Η αλλαγή αυτή έχει ήδη αρχίσει να αφήνει το αποτύπωμά της στην παγκόσμια αγορά αλκοολούχων ποτών. Σύμφωνα με τους Financial Times, οι μεγαλύτερες εταιρίες παραγωγής αποσταγμάτων βρίσκονται αντιμέτωπες με τεράστιους όγκους απούλητων προϊόντων που παραμένουν στις αποθήκες τους, καθώς η ζήτηση υποχωρεί ταχύτερα από τις αρχικές προβλέψεις. Όπως επισημαίνει το δημοσίευμα, οι πέντε μεγαλύτεροι παραγωγοί -Diageo, Pernod Ricard, Campari, Brown-Forman και Rémy Cointreau- διαθέτουν συνολικά αποθέματα αποσταγμάτων αξίας περίπου 22 δισ. δολαρίων, τα οποία είτε παραμένουν αδιάθετα είτε συνεχίζουν να ωριμάζουν χωρίς να βρίσκουν άμεσα αγοραστές.
Ενδεικτική είναι η περίπτωση της Rémy, όπου τα αποθέματα κονιάκ που ωριμάζουν στις αποθήκες της αποτιμώνται σε περίπου 1,8 δισ. ευρώ, ποσό σχεδόν διπλάσιο από τα ετήσια έσοδά της. Αντίστοιχες πιέσεις καταγράφονται και σε άλλους παραγωγούς ουίσκι, τεκίλας και premium αποσταγμάτων. Σε ορισμένες περιπτώσεις έχει σταματήσει ή περιοριστεί η παραγωγή, καθώς επιχειρείται με αυτόν τον τρόπο η αποσυμφόρηση στις αποθήκες. Η εξέλιξη αυτή εντείνει την αβεβαιότητα για το μέλλον του κλάδου, σε μια περίοδο όπου η αλλαγή στις καταναλωτικές συνήθειες δείχνει να έχει πιο διαρθρωτικό και μακροπρόθεσμο χαρακτήρα.
Ο κίνδυνος ξεκινά από την πρώτη σταγόνα
Ο ΠΟΥ τονίζει ότι καμία ποσότητα αλκοόλ δεν είναι απολύτως ασφαλής για την υγεία, ούτε η ελαφριά ή μέτρια κατανάλωση. Επισημαίνει ότι δεν υπάρχει «ασφαλές επίπεδο» κατανάλωσης αλκοόλ, καθώς ο κίνδυνος για την υγεία ξεκινά από την πρώτη σταγόνα. Όσο περισσότερο πίνει κάποιος, τόσο περισσότερο μπορεί να βλάψει την υγεία του. Η συζήτηση, δε, για τις υποτιθέμενες ευεργετικές ιδιότητες του αλκοόλ παραμένει αμφιλεγόμενη στην επιστημονική κοινότητα εδώ και χρόνια.
Ταυτόχρονα, στοιχεία του ΠΟΥ για την περίοδο 2010-2019 δείχνουν μείωση των προβλημάτων υγείας που συνδέονται με το αλκοόλ: Οι θάνατοι που αποδίδονται στο αλκοόλ μειώθηκαν κατά 20,2% παγκοσμίως, η νοσηρότητα που σχετίζεται με το αλκοόλ μειώθηκε κατά 17,4%, η υπερβολική περιστασιακή κατανάλωση αλκοόλ μειώθηκε κατά 3,4%.
Όσο για την Ελλάδα, σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο, στη χώρα καταγράφεται ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα κατανάλωσης αλκοόλ στην Ευρωπαϊκή Ένωση, περίπου 6,3 λίτρα ανά άτομο, σημαντικά χαμηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο που προσεγγίζει σχεδόν τα 10 λίτρα. Παρά την περιορισμένη κατανάλωση, προβληματισμό προκαλεί ότι η πρώτη επαφή με οινοπνευματώδη ξεκινά σε αρκετές περιπτώσεις στην εφηβική ηλικία. Πολιτικές προώθησης υγιεινού τρόπου ζωής, δημόσιες εκστρατείες και συζητήσεις για τη συσχέτιση αλκοόλ και ασθενειών επηρεάζουν πλέον καθοριστικά τις επιλογές πολλών ανθρώπων. Παρότι η συρρίκνωση δεν είναι όμοια σε όλες τις χώρες και τις κοινωνικές ομάδες, η συνολική εικόνα δείχνει μια σαφή στροφή προς μια καθημερινότητα λιγότερο συνδεδεμένη με τα οινοπνευματώδη.
Το φαινόμενο «sober-curious»
Ολοένα περισσότεροι είναι οι άνθρωποι που επιλέγουν να ζήσουν χωρίς αλκοόλ, χωρίς ωστόσο να θυσιάζουν τη διασκέδαση. Σύμφωνα με το φαινόμενο «sober-curious», αποφασίζουν να επανεξετάσουν τη σχέση τους με τα οινοπνευματώδη, ή να μειώσουν την κατανάλωσή τους επειδή επιθυμούν έναν πιο υγιεινό τρόπο ζωής, με περισσότερη ευεξία. Πλέον, λειτουργούν μπαρ και διοργανώνονται εκδηλώσεις χωρίς αλκοόλ για όσους δεν πίνουν, αλλά θέλουν να συμμετέχουν σε κοινωνικές δραστηριότητες χωρίς να νιώθουν πίεση για την επιλογή τους.
Η κοινότητα των «sober-curious» αναπτύσσεται και στο διαδίκτυο, με εκατομμύρια δημοσιεύσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με hashtags όπως #soberlife και #soberissexy, που δείχνουν τη δημοτικότητα της τάσης σε νεότερες ηλικίες. Παράλληλα, αναπτύσσονται και εφαρμογές για sober dating και εκδηλώσεις. Η τάση δεν αφορά μόνο στη μείωση κατανάλωσης εξαιτίας φόβου εθισμού, αλλά γιατί με αυτόν τον τρόπο επιτυγχάνεται πιο καθαρή σκέψη, καλύτερη ποιότητα ύπνου και καλή διάθεση χωρίς την επίδραση του αλκοόλ.
Φωτογραφίες: 123RF
