search icon

Journal

Αστέρια Michelin: Ποιος κερδίζει και ποιος πληρώνει

Ένα αστέρι μπορεί να γεμίσει τα ξενοδοχεία μιας μικρής πόλης και να φέρει δουλειά στους παραγωγούς της. Το ποιος τελικά ωφελείται, όμως, εξαρτάται από όσα συμβαίνουν γύρω από το βραβευμένο εστιατόριο.

Ένα αστέρι μπορεί να γεμίσει τα ξενοδοχεία μιας μικρής πόλης και να φέρει δουλειά στους παραγωγούς της. Το ποιος τελικά ωφελείται, όμως, εξαρτάται από όσα συμβαίνουν γύρω από το βραβευμένο εστιατόριο.

Για τον ξενοδόχο της περιοχής, ένα αστέρι Michelin μπορεί να σημαίνει μια επιπλέον διανυκτέρευση, για τον τυροκόμο και τον παραγωγό αγροτικών προϊόντων μια σταθερή παραγγελία. Ο ιδιοκτήτης του εστιατορίου βλέπει περισσότερες κρατήσεις. Συχνά όμως βλέπει και μεγαλύτερο κόστος, για να ανταποκριθεί στις προσδοκίες των πελατών. Την επομένη κάθε ανακοίνωσης, πάντως, η κουβέντα πηγαίνει στα ονόματα: ποιος πήρε το πρώτο του αστέρι και ποιος έχασε τη διάκρισή του, ποιος πήρε και δεύτερο ή τρίτο. Η νέα ελληνική επιλογή του οδηγού, δίνει αφορμή να ανοίξει και η άλλη συζήτηση. Στο πλαίσιο της συνεργασίας της Michelin με τον ΕΟΤ, η κάλυψη επεκτείνεται για πρώτη φορά από την Αθήνα στη Θεσσαλονίκη και τη Σαντορίνη. Πρόκειται για τρεις προορισμούς με πολύ διαφορετικές ανάγκες.

Η μελέτη «Taste Tourism» του 2024 καταδεικνύει ότι ο γαστρονομικός τουρισμός στην Ιταλία απέφερε 438 εκατ. ευρώ στην τοπική οικονομία, για το 2023, για διαμονή, αγορές και υπηρεσίες, εξαιρουμένου του κόστους εστίασης. Photo: Getty Images/Ideal Image

Ο λογαριασμός πέρα από το γεύμα
Μια εικόνα της οικονομικής δραστηριότητας γύρω από τα αστεράτα εστιατόρια δίνει η Ιταλία. Σύμφωνα με τα στοιχεία η μελέτη Taste Tourism, που παρουσιάστηκε το 2024, εκτίμησε σε 438 εκατ. ευρώ τη δαπάνη των πελατών τους για διαμονή, αγορές και τοπικές υπηρεσίες το 2023, χωρίς να μετρά τον λογαριασμό του εστιατορίου. Από αυτό το ποσό, περίπου 355 εκατ. ευρώ αφορούσαν τη φιλοξενία. Σύμφωνα με την ίδια έρευνα, το 74,6% της ξένης πελατείας και το 39,5% της ιταλικής περνούσε τουλάχιστον μία νύχτα στον προορισμό ή κοντά του. Το ετήσιο όφελος για την περιοχή εκτιμήθηκε σε περίπου 805.000 ευρώ ανά εστιατόριο με ένα αστέρι και σε πάνω από 6,5 εκατ. ευρώ ανά τριάστερο. Τα μεγέθη αυτά αφορούν την ιταλική αγορά και δύσκολα μεταφέρονται αυτούσια αλλού. Ωστόσο, δείχνουν μία τάση.

Υπάρχει επίσης μια ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στη δαπάνη των πελατών ενός βραβευμένου εστιατορίου και στη δαπάνη που προκάλεσε η βράβευσή του. Κάποιοι επισκέπτες είχαν ήδη αποφασίσει το ταξίδι τους, ενώ άλλοι άλλαξαν προορισμό για να βρουν τραπέζι. Για να υπολογιστεί το πρόσθετο όφελος του αστεριού, πρέπει να ξέρουμε πόσοι ήρθαν ειδικά για το εστιατόριο και πόσοι παρέτειναν την παραμονή τους εξαιτίας του. Η διαφορά μετράει όταν τέτοια ποσά χρησιμοποιούνται για να στηρίξουν αποφάσεις τουριστικής πολιτικής. Οι εισπράξεις γύρω από ένα διάσημο εστιατόριο δείχνουν το μέγεθος της δραστηριότητας, χωρίς να λένε πόση από αυτή οφείλεται στο αστέρι.

Tο Hiša Franko με 3 αστέρια Michelin βρίσκεται στην ειδυλλιακή κοιλάδα Soča της Σλοβενίας. Photo: @hisafranko/Instagram
Η κουζίνα του στηρίζεται σε σχέσεις με καλλιεργητές, τυροκόμους, συλλέκτες άγριων φυτών και άλλους προμηθευτές της περιοχής. Photo: @hisafranko/Instagram

Πόσο κοντά φτάνει το χρήμα
Στην κοιλάδα του Σότσα, στη Σλοβενία, το Hiša Franko της διεθνούς φήμης σεφ, Άνα Ρος δείχνει πώς μπορεί ένα εστιατόριο υψηλής κουζίνας να δεθεί με τον τόπο του. Βρίσκεται έξω από το Κόμπαριντ και απέκτησε το τρίτο του αστέρι το 2023. Η κουζίνα του στηρίζεται σε σχέσεις με καλλιεργητές, τυροκόμους, συλλέκτες άγριων φυτών και άλλους προμηθευτές της περιοχής. Η Michelin καταγράφει, μεταξύ άλλων, τη συνεργασία του με καλλιεργητές στα ορεινά χωριά σε ακτίνα 40 χιλιομέτρων Η αξία αυτών των σχέσεων για την τοπική οικονομία κρίνεται από τη διάρκειά τους. Ένας μικρός παραγωγός που ξέρει ότι θα έχει παραγγελίες και εκτός αιχμής μπορεί να προγραμματίσει την παραγωγή του και να κρατήσει δουλειά για περισσότερους μήνες. Για το τοπικό αποτύπωμα ενός εστιατορίου, ο τζίρος λέει λίγα. Πιο χρήσιμο είναι να ξέρουμε πού κατευθύνονται οι προμήθειες και πόσους ανθρώπους απασχολεί, για πόσους μήνες τον χρόνο. Δύο εστιατόρια με παρόμοιες τιμές και πληρότητες μπορεί να έχουν πολύ διαφορετική σχέση με την οικονομία γύρω τους.

Η διάκριση δεν εξασφαλίζει την επιβίωση
Η μεγαλύτερη αναγνωρισιμότητα μπορεί να δυσκολέψει την οικονομική διαχείριση του ίδιου του εστιατορίου. Ο Daniel B. Sands, της Σχολής Διοίκησης του UCL, δημοσίευσε σχετική μελέτη στο Strategic Management Journal. Εξέτασε εστιατόρια που άνοιξαν στη Νέα Υόρκη την περίοδο 2000–2014 και είχαν λάβει θετική αξιολόγηση με αστέρια από τους New York Times κατά τον πρώτο χρόνο λειτουργίας τους, παρακολουθώντας την πορεία τους έως το 2019. Στο συγκεκριμένο δείγμα, η απόκτηση αστεριού Michelin συνδέθηκε με μεγαλύτερη πιθανότητα μεταγενέστερου κλεισίματος. Η έρευνα εντόπισε εντονότερες πιέσεις στις διαπραγματεύσεις με ιδιοκτήτες ακινήτων, προμηθευτές και εργαζομένους, μαζί με υψηλότερες προσδοκίες των πελατών. Τα ευρήματα αφορούν συγκεκριμένη αγορά και περίοδο και δεν σημαίνουν ότι κάθε αστέρι οδηγεί σε κλείσιμο, κάθε άλλο. Δείχνουν όμως ότι η αναγνώριση αλλάζει τις οικονομικές σχέσεις γύρω από μια επιχείρηση. Μπορεί έτσι να δυσκολέψει την ίδια να κρατήσει μέρος της αξίας που δημιουργεί. Αυτό αφορά και τον προορισμό που επενδύει στη γαστρονομία. Αν το εστιατόριο που φέρνει τους ταξιδιώτες κλείσει μετά από λίγα χρόνια, μαζί του χάνεται και μεγάλο μέρος του οφέλους για την περιοχή.

Στο Σαν Σεμπαστιάν λειτουργεί το παγκοσμίου φήμης ίδρυμα γαστρονομίας, Basque Culinary Center που συνδυάζει την ανώτατη εκπαίδευση με την έρευνα, την καινοτομία και την επιχειρηματικότητα στον τομέα του φαγητού. Photo: Getty Images/Ideal Image

Η γνώση που μένει στην πόλη
Το Σαν Σεμπαστιάν έχει ενδιαφέρον και πέρα από την καταμέτρηση των αστεριών του. Από το 2011 λειτουργεί εκεί το Basque Culinary Center, που περιλαμβάνει τη Σχολή Γαστρονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Mondragon και ένα κέντρο έρευνας και καινοτομίας για τα τρόφιμα και τη γαστρονομία. Πίσω από το εγχείρημα βρίσκονται, εκτός από το πανεπιστήμιο, γνωστοί σεφ και επιχειρήσεις του κλάδου. Ένας γαστρονομικός προορισμός μπορεί έτσι να αποκτήσει υποδομή για την εκπαίδευση και την εξέλιξη όσων δουλεύουν στον χώρο. Οι δεξιότητες αυτές μένουν στην πόλη εφόσον υπάρχουν επιχειρήσεις και συνθήκες εργασίας που επιτρέπουν στους ανθρώπους να τις αξιοποιήσουν. Για μια μικρότερη ελληνική πόλη, αυτό θέτει ένα πρακτικό ερώτημα. Μπορεί ένας νέος μάγειρας να εκπαιδευτεί, να εργαστεί και αργότερα να ανοίξει κάτι δικό του εκεί; Η απάντηση εξαρτάται από τη διάρκεια της σεζόν, τις αμοιβές, τη στέγαση και την πελατεία που μπορεί να συντηρήσει τις επιχειρήσεις.

Τρεις διαφορετικές δοκιμασίες
Οι ταξιδιωτικές εισπράξεις στην Ελλάδα έφτασαν το 2025 τα 23,63 δισ. ευρώ, σύμφωνα με τα οριστικά στοιχεία της ΤτΕ. Μέσα σε αυτό το μέγεθος, η γαστρονομική προβολή θα κριθεί από το τι επιστρέφει στην πραγματική οικονομία, και οι τρεις προορισμοί του Οδηγού έχουν πολύ διαφορετικές ανάγκες. Στην Αθήνα, το ζητούμενο είναι αν η γαστρονομία προσθέτει μια διανυκτέρευση στο ταξίδι και φέρνει επισκέπτες με υψηλή δαπάνη σε γειτονιές έξω από το κλασικό τουριστικό τρίγωνο. Η Θεσσαλονίκη θα κριθεί τον χειμώνα. Αν η παρουσία στον Oδηγό, φέρει ταξιδιώτες για city break τον Νοέμβριο ή τον Φεβρουάριο, θα κερδίσει και η υπόλοιπη εστίαση της πόλης. Στη Σαντορίνη, το στοίχημα είναι αν ο Oδηγός μπορεί να συνδεθεί με την αγροτική παραγωγή του νησιού, που πιέζεται χρόνια από την τουριστική ανάπτυξη, και να βοηθήσει να επεκταθεί η σεζόν. Για να συμβεί αυτό χρειάζονται πτήσεις, δρομολόγια πλοίων, ανοιχτά ξενοδοχεία και προσωπικό εκτός αιχμής, πράγματα που ένα αστέρι δεν εξασφαλίζει από μόνο του. Η αποτίμηση της δημόσιας επένδυσης στον Οδηγό θα φανεί στα τιμολόγια των παραγωγών της Σαντορίνης τον χειμώνα και στις πληρότητες των ξενοδοχείων της Θεσσαλονίκης τις καθημερινές.

Το Lycabettus στην Οια εξασφάλισε δύο αστέρια Michelin. Tο στοίχημα είναι αν ο Oδηγός μπορεί να συνδεθεί με την αγροτική παραγωγή του νησιού και να βοηθήσει να επεκταθεί η σεζόν. Photo: @lycabettus_santorini/Instagram

Ο λογαριασμός του ΕΟΤ και τα όρια του χάρτη
Το υπουργείο Τουρισμού και ο ΕΟΤ παρουσίασαν την επέκταση του Οδηγού πέρα από την Αθήνα ως μεγάλη επιτυχία για την ελληνική γαστρονομία, ενώ το κόστος της είναι καταγεγραμμένο στη Διαύγεια. Με απόφαση του γενικού γραμματέα του ΕΟΤ, στις 5 Νοεμβρίου 2025, εγκρίθηκε «πρόγραμμα διαφημιστικής προβολής της Ελλάδας» στην ιστοσελίδα, την εφαρμογή και τα social media του Οδηγού Michelin για το 2026. Το κόστος είναι 390.000 ευρώ και φτάνει τα 483.600 με τον ΦΠΑ. Η πίστωση προέρχεται από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων του Οργανισμού. Η απόφαση υπογράφηκε περίπου έξι εβδομάδες πριν ανακοινωθεί δημόσια η επέκταση σε Θεσσαλονίκη και Σαντορίνη.

Σύμφωνα με την περίληψη του media plan που συνοδεύει την απόφαση, το πακέτο περιλαμβάνει «ετήσια επιλογή και επεξεργασία περιεχομένου στα αγγλικά», σύνδεση με το brand και δικαίωμα χρήσης των λογοτύπων του, δελτία Τύπου, άρθρα στο site, Instagram stories και έντυπους pocket guides. Η Michelin θα πληρωθεί μετά την ολοκλήρωση της καμπάνιας, αφού στείλει στον ΕΟΤ στιγμιότυπα των αναρτήσεων και αναφορά για την απόδοσή τους. Τέτοιες συμφωνίες δεν είναι ελληνική ιδιαιτερότητα. Στις ΗΠΑ, ο οργανισμός τουρισμού της Ατλάντα πλήρωσε περίπου ένα εκατομμύριο δολάρια και της Μινεάπολης δίνει 250.000 δολάρια τον χρόνο. Η Michelin επιμένει ότι οι επιθεωρητές της αποφασίζουν ανεξάρτητα ποιος παίρνει αστέρι και ότι οι φορείς δεν βλέπουν την επιλογή πριν ανακοινωθεί. Η γεωγραφική κάλυψη, όμως, συμφωνείται με όποιον πληρώνει. Στη Μινεάπολη ο Οδηγός εξετάζει μόνο εστιατόρια μέσα στα όρια της πόλης, γιατί εκεί σταματά η αρμοδιότητα του φορέα που χρηματοδοτεί τη συνεργασία.

Για τα δημόσια χρήματα, το ερώτημα είναι πού στρέφεται η προσοχή. Η Θεσσαλονίκη, που ψάχνει επισκέπτες εκτός σεζόν, έχει λόγο να κερδίσει. Για τη Σαντορίνη, που ασφυκτιά κάθε καλοκαίρι, το όφελος είναι πολύ λιγότερο προφανές. Ένα εστιατόριο στα Ζαγοροχώρια, στην ορεινή Αρκαδία, στη Νάξο ή στην Κρήτη μένει εκτός συζήτησης, όσο στενά κι αν δουλεύει με τον αγρότη και τον κτηνοτρόφο της περιοχής του. Δεν αξιολογήθηκε, γιατί βρίσκεται έξω από τα όρια της συμφωνίας. Το υπουργείο και ο ΕΟΤ μιλούν για επέκταση και σε άλλους προορισμούς, με βάση έναν συμφωνημένο οδικό χάρτη. Από το ποιοι θα είναι αυτοί θα φανεί αν ο Οδηγός θα φτάσει και στην περιφέρεια που παράγει τις τοπικές κουζίνες που η χώρα διαφημίζει.

Εισαγωγική φωτογραφία: Getty Images/Ideal Image

Exit mobile version