Μια νέα έρευνα αποκαλύπτει ότι το 56% των Ευρωπαίων έχει ρίξει μια ματιά στο κινητό του διπλανού -από τραπεζικούς λογαριασμούς μέχρι καυγάδες στο Viber.
Κάποτε, το να κοιτάζεις πάνω από τον ώμο κάποιου στο μετρό σήμαινε ότι προσπαθούσες να διαβάσεις τον τίτλο της εφημερίδας του ή να κλέψεις μια ματιά από το αστυνομικό μυθιστόρημα που τον είχε απορροφήσει. Σήμερα, η εφημερίδα έχει αντικατασταθεί από μια φωτεινή οθόνη 6,8 ιντσών και το «αστυνομικό μυθιστόρημα» είναι συνήθως ένας έντονος καυγάς στο Viber με έναν σύντροφο ή μια αποκαλυπτική ματιά στο υπόλοιπο ενός τραπεζικού λογαριασμού που θα έκανε ακόμα και έναν εφοριακό να κοκκινίσει. Σύμφωνα με μια νέα, εκτενή έρευνα της Samsung Electronics σε 11.000 Ευρωπαίους, οι δημόσιοι χώροι της ηπείρου μας έχουν μετατραπεί σε μια ιδιότυπη αρένα «κοινών οθονών».
Το 56% των συμμετεχόντων παραδέχεται ότι έχει κοιτάξει κατά λάθος την οθόνη ενός αγνώστου, ενώ ένας στους τέσσερις (24%) περνάει το κατώφλι της αθωότητας και ομολογεί ότι το κάνει από καθαρή, ωμή περιέργεια. Φαίνεται πως στην Ευρώπη του 2026, η ιδιωτικότητα είναι σαν το σήμα στο μετρό, δηλαδή υπάρχει θεωρητικά, αλλά χάνεται με την παραμικρή κίνηση.
Μια κωμικοτραγική πραγματικότητα
Η έρευνα διεξήχθη στα τέλη Μαρτίου φέρνει στο φως μια σουρεαλιστική εικόνα. Ενώ το 48% των χρηστών ζει με την ευγενή ψευδαίσθηση ότι οι ψηφιακές τους κινήσεις παραμένουν μυστικές, το 52% των γύρω τους βρίσκει εξαιρετικά εύκολο να παρακολουθήσει το «ριάλιτι» που εκτυλίσσεται στην οθόνη τους. Το μετρό και τα λεωφορεία παραμένουν οι «ναοί» της ψηφιακής κατασκοπείας, με το 57% των ερωτηθέντων να δηλώνει ότι εκεί είναι που το βλέμμα τους «γλιστράει» πιο εύκολα στο κινητό του διπλανού. Και τι βλέπουν; Τα πάντα. Από προσωπικές φωτογραφίες (38%) και βιντεοκλήσεις με συγγενείς που φωνάζουν (33%), μέχρι το ιερό δισκοπότηρο των προσωπικών δεδομένων, δηλαδή το υπόλοιπο του τραπεζικού λογαριασμού (11%) ή τα προφίλ σε εφαρμογές γνωριμιών (12%). Υπάρχει κάτι βαθύτατα ανθρώπινο, αν και ελαφρώς ενοχλητικό, στο να βλέπεις έναν άγνωστο να κάνει αδιάκριτο swipe right στο Tinder ενώ περιμένεις στη στάση σου στο Σύνταγμα.
Αυτή η ακούσια «ροή» ιδιωτικού περιεχομένου έχει δημιουργήσει ένα νέο είδος κοινωνικού άγχους. Το 38% των Ευρωπαίων δηλώνει ότι έχει καθυστερήσει ή αποφύγει να κάνει κάτι στο κινητό του επειδή ένιωσε την ανάσα ενός «ψηφιακού εισβολέα» στο σβέρκο του. Όταν πρόκειται για τραπεζικές συναλλαγές, το ποσοστό εκτοξεύεται στο 62%. Είναι η στιγμή που το δάχτυλο διστάζει πάνω από το “Send Money”, όχι επειδή δεν έχεις τα χρήματα, αλλά επειδή ο κύριος με το μούσι δίπλα σου φαίνεται να ενδιαφέρεται υπερβολικά για το αν θα πληρώσεις το ενοίκιο σου εγκαίρως.
Η αντίδραση των Ευρωπαίων σε αυτή την εισβολή είναι τυπικά… ευρωπαϊκή. Μόλις το 10% θα τολμούσε μια ευθεία αντιπαράθεση. Φανταστείτε τη σκηνή: «Συγγνώμη κύριε, μήπως θα θέλατε να σας στείλω το screenshot της συνομιλίας μου με τον λογιστή μου για να το διαβάσετε με την ησυχία σας;». Οι υπόλοιποι επιλέγουν την παθητική άμυνα. Το 42% σταματά να χρησιμοποιεί το κινητό του εντελώς, κοιτάζοντας το ταβάνι με μια έκφραση υπαρξιακής αναζήτησης, ενώ ένα 7% των «θεατών» παραδέχεται ότι, παρόλο που ξέρει ότι δεν πρέπει, συνεχίζει να κοιτάζει διακριτικά, σαν να πρόκειται για μια απαγορευμένη κινηματογραφική προβολ
Η ψηφιακή αδιακρισία στην Ελλάδα
Πριν το σκρολάρισμα και τα smartphones, ο πρόγονος της “ηλεκτρονικής παρακολούθησης” θα ήταν σκαρφαλωμένος σε ένα περβάζι ή κρυμμένος πίσω από μια μισάνοιχτη γρίλια. Μιλάμε, φυσικά, για την εμβληματική μορφή της «γειτόνισσας με το κέντημα». Σε μια εποχή που δεν υπήρχαν ούτε social media ούτε smartphones, ο μόνος τρόπος να εισβάλει κάποιος στη ζωή σου ήταν η φυσική παρουσία και η αλάνθαστη ακοή. Η σκηνή είναι κλασική ελληνική κωμωδία:
Η γειτόνισσα κάθεται στο μπαλκόνι, δήθεν κεντάει ένα σεμεδάκι ή καθαρίζει φασολάκια, αλλά το κεφάλι της έχει μια μόνιμη κλίση 45 μοιρών προς το διπλανό παράθυρο. Δεν χρειάζεται αλγόριθμο για να μάθει τι συμβαίνει στο σπίτι σου. Της αρκεί ο ήχος από το κλειδί στην πόρτα («Τέτοια ώρα γύρισε ο γιος της κυρα-Λένης;»), η μυρωδιά του φαγητού («Πάλι τηγανητά τρώνε αυτοί;») και φυσικά, το «φιλτράρισμα» των πληροφοριών πάνω από το άπλωμα των ρούχων.
Το «Privacy Display» της εποχής εκείνης ήταν η γρίλια των παραθύρων. Οι παλιοί θα θυμούνται τον χαρακτηριστικό ήχο που έκανε το πλαστικό ή το ξύλο όταν κάποιος το άνοιγε ελάχιστα με τα δύο δάχτυλα, ίσα-ίσα για να δημιουργήσει μια σχισμή παρατήρησης. Ήταν η «κάμερα ασφαλείας» της γειτονιάς, μόνο που αντί για cloud, τα δεδομένα αποθηκεύονταν απευθείας στο επόμενο απογευματινό καφεδάκι με τις υπόλοιπες κυρίες της πολυκατοικίας.
Αν το καλοσκεφτείς, ο κύριος που σήμερα προσπαθεί να δει το υπόλοιπο του τραπεζικού σας λογαριασμού στο μετρό, είναι ο πνευματικός απόγονος εκείνης της θείας που ρωτούσε επίμονα: «Πού πας έτσι ντυμένη, παιδί μου;», ενώ στην πραγματικότητα ήθελε απλώς να μάθει αν βγαίνεις ραντεβού. Τότε η εισβολή γινόταν με την ατάκα «για το καλό σου ρωτάω». Σήμερα γίνεται με μια λοξή ματιά στην οθόνη. Η τεχνολογία αλλάζει, αλλά η ελληνική και ευρωπαϊκή ανάγκη να ξέρουμε αν ο διπλανός μας περνάει χειρότερα ή καλύτερα από εμάς, παραμένει σταθερή αξία!
Eισαγωγική φωτογραφία: Getty Images/Ideal Image
