search icon

Journal

Δεύτερο διαβατήριο: Πόσο κοστίζει να αγοράσεις μια δεύτερη πατρίδα

Το δεύτερο διαβατήριο έγινε για τους εύπορους ένα ακόμη asset. Μια έξοδος κινδύνου με σφραγίδα κράτους.

Το δεύτερο διαβατήριο έγινε για τους εύπορους ένα ακόμη asset. Μια έξοδος κινδύνου με σφραγίδα κράτους.

Ο αθλητισμός έφερε την εξοικείωση. Ήδη από τη δεκαετία του 1980 οι νατουραλιζέ αθλητές που άλλαζαν διαβατήριο και υπηκοότητα χάρη στις επιδόσεις τους έδειξαν τι θα επακολουθούσε. Η ένταξή τους, όχι απλώς σε συλλόγους αλλά ακόμη και σε εθνικές ομάδες χωρών διαφορετικών από εκείνες όπου γεννήθηκαν, δεν μας ξενίζει πλέον. Μπορεί να μη δακρύζουν στη θέα της σημαίας που εκπροσωπούν, το γεγονός δεν αναστέλλει όμως τη συγκίνηση των κατοίκων της νέας τους πατρίδας. Ήταν θέμα χρόνου η ίδια λογική να περάσει από τα γήπεδα στην αγορά. Το επόμενο βήμα ήταν αναπόφευκτο. Αν το χρήμα έμαθε να αλλάζει πατρίδα, θα την άλλαζαν και οι κάτοχοί του.

Περίπου 170.000 ευρώ ανοίγουν τον δρόμο για δεύτερο διαβατήριο στη Ντομίνικα, το μικρό νησιωτικό κράτος της ανατολικής Καραϊβικής, ανάμεσα στη Γουαδελούπη και τη Μαρτινίκα. Photo: Getty Images/Ideal Image

Η βιομηχανία των «χρυσών διαβατηρίων»
Δεν είναι όλα τα διαβατήρια ίσα. Για κάποιους, το διαβατήριο είναι κλειδί. Για άλλους, είναι απροσπέλαστος τοίχος. Ο Henley Passport Index, η διεθνής κατάταξη που μετρά την ισχύ 199 διαβατηρίων με βάση την πρόσβαση που δίνουν σε 227 προορισμούς χωρίς προέγκριση βίζας, δείχνει κάθε χρόνο αυτή την ανισότητα με αριθμούς. Ένας πολίτης με ευρωπαϊκό ή ισχυρό ασιατικό διαβατήριο μπορεί να ταξιδεύει σχεδόν παντού χωρίς μεγάλη γραφειοκρατία. Ένας επιχειρηματίας από μια χώρα με πολιτική αστάθεια, κυρώσεις, αδύναμο νόμισμα ή περιορισμένη διεθνή πρόσβαση πρέπει να αποδείξει ξανά και ξανά ότι έχει λόγο να περάσει τα σύνορα.
Εδώ ακριβώς ξεκινά η βιομηχανία. Δεν πουλά απλώς χαρτιά. Δεν πουλά εθνική ταυτότητα. Πουλά κινητικότητα. Πουλά πρόσβαση. Πουλά την αίσθηση ότι ο κόσμος παραμένει ανοιχτός, ακόμη κι όταν η πατρίδα σου κλείνει. Και αν η ορολογία έχει συμβολική αξία, ας βουτήξουμε στη λεπτομέρεια: Πλέον, όλο και συχνότερα, αντί για «διαβατήριο» χρησιμοποιούμε τον πιο ουδέτερο όρο: «ταξιδιωτικά έγγραφα».

Οι πελάτες των δεύτερων διαβατηρίων δεν είναι μόνο Ρώσοι ολιγάρχες ή επιχειρηματίες από ασταθή καθεστώτα. Ο αριθμός των Αμερικανών εκατομμυριούχων που θέλουν ένα plan B απέναντι στην πολιτική πόλωση, τη φορολογική αβεβαιότητα και το κόστος υγείας αυξάνεται με έντονους ρυθμούς. Σύμφωνα με τη Henley & Partners, εταιρεία που συμβουλεύει εύπορους ιδιώτες και οικογένειες για προγράμματα επενδυτικής μετανάστευσης, υπηκοότητας και διαμονής, το 2024 οι Αμερικανοί αντιστοιχούσαν στο 23% των αιτήσεων που επεξεργάστηκε, σχεδόν όσο οι επόμενες τέσσερις εθνικότητες μαζί: Ινδοί, Τούρκοι, Φιλιππινέζοι και Βρετανοί.

O ιδρυτής του Telegram, Pavel Durov, φέρεται να απέκτησε διαβατήριο του Αγ. Χριστοφόρου και Νέβις λίγο πριν εγκαταλείψει τη Ρωσία, μέσα σε σύγκρουση με τις αρχές για ζητήματα ιδιωτικότητας και ελέγχου δεδομένων. Photo: AFPForum

Ένα δεύτερο διαβατήριο είναι δικαίωμα φυγής
Για τους πολύ πλούσιους, σημαίνει πρόσβαση σε περισσότερες χώρες, τράπεζες, σχολεία, νοσοκομεία και φορολογικά καθεστώτα. Σημαίνει ότι η ζωή μιας οικογένειας δεν εξαρτάται αποκλειστικά από μία κυβέρνηση, μία οικονομία και μία σημαία. Το παράδειγμα του Πάβελ Ντούροφ, του ρωσικής καταγωγής ιδρυτή του Telegram, δείχνει πώς το διαβατήριο μπορεί να γίνει εργαλείο ανεξαρτησίας. Σύμφωνα με δημοσιεύματα του 2014, ο Ντούροφ φέρεται να απέκτησε διαβατήριο του Αγίου Χριστοφόρου και Νέβις, της μικρής νησιωτικής ομοσπονδίας της Καραϊβικής, λίγο πριν εγκαταλείψει τη Ρωσία, μέσα σε σύγκρουση με τις αρχές για ζητήματα ιδιωτικότητας και ελέγχου δεδομένων. Δεν ήταν ο τυπικός μετανάστης. Ήταν ένας δισεκατομμυριούχος της τεχνολογίας που ήθελε ελευθερία κινήσεων, προστασία από πολιτική πίεση και τη δυνατότητα να μη συνδέεται ολόκληρη η ζωή του με ένα μόνο κράτος.

Στην άλλη πλευρά του κόσμου, ο Πίτερ Τιλ, συνιδρυτής της PayPal και από τους πιο γνωστούς επενδυτές της Silicon Valley, έγινε πολίτης της Νέας Ζηλανδίας το 2011, με ειδική υπουργική απόφαση. Η υπόθεση προκάλεσε συζήτηση επειδή η Νέα Ζηλανδία, για ένα κομμάτι της παγκόσμιας τεχνολογικής ελίτ, δεν μοιάζει απλώς με χώρα. Μοιάζει με καταφύγιο, μακριά από πολιτικές εντάσεις, κοινωνικές αναταράξεις και σενάρια κατάρρευσης. Εκεί φαίνεται καθαρά η νέα λογική. Η δεύτερη υπηκοότητα δεν αγοράζει μόνο πρόσβαση. Αγοράζει απόσταση.

Κάθε προνόμιο έχει και την τιμή του
Περίπου 170.000 ευρώ μπορούν να ανοίξουν τον δρόμο για δεύτερο διαβατήριο στη Ντομίνικα, το μικρό νησιωτικό κράτος της ανατολικής Καραϊβικής, ανάμεσα στη Γουαδελούπη και τη Μαρτινίκα. Για τον Άγιο Χριστόφορο και Νέβις, την ίδια μικρή ομοσπονδία δύο νησιών στην Καραϊβική, η ελάχιστη εισφορά ξεκινά από 250.000 δολάρια και το πρόγραμμα επενδυτικής υπηκοότητας λειτουργεί από το 1984, θεωρούμενο το παλαιότερο του είδους στον κόσμο. Το δεύτερο διαβατήριο είναι το νέο plan B της εύπορης κοινότητας του πλανήτη. Δεν το χρειάζονται όλοι άμεσα. Με την ίδια λογική που δεν χρειάζονται κάθε μέρα το ιδιωτικό αεροπλάνο, το καταφύγιο, το trust ή το ακίνητο σε άλλη ήπειρο. Το χρειάζονται επειδή μπορεί κάποτε να το χρειαστούν.

O Peter Thiel, συνιδρυτής της PayPal και από τους πιο γνωστούς επενδυτές της Silicon Valley, έγινε πολίτης της Νέας Ζηλανδίας το 2011, με ειδική υπουργική απόφαση. Photo: Getty Images/Ideal Image

Η αναδυόμενη ανάγκη για δεύτερη υπηκοότητα, για δεύτερο διαβατήριο, έφερε και την έναρξη εργασιών μιας νέας βιομηχανίας. Εταιρείες όπως η Henley & Partners και η Arton Capital έχτισαν μια ολόκληρη αγορά γύρω από την ιδέα της «επενδυτικής μετανάστευσης». Η Henley & Partners λειτουργεί ως διεθνής σύμβουλος για προγράμματα υπηκοότητας και διαμονής μέσω επένδυσης. Η Arton Capital, εταιρεία που ειδικεύεται σε λύσεις δεύτερης κατοικίας και δεύτερης υπηκοότητας για εύπορους επενδυτές, προωθεί την ιδέα του «global citizen», του πολίτη που δεν εξαρτάται από μία μόνο χώρα. Αυτές οι εταιρείες δεν πουλούν απλώς συμβουλές. Πουλούν συγκρίσεις κρατών, πρόσβαση σε δικηγόρους, τράπεζες, φορολογικούς συμβούλους και διαχειριστές περιουσίας. Πουλούν, με άλλα λόγια, τον χάρτη μιας εναλλακτικής ζωής.

Το κόστος του δεύτερου διαβατηρίου
Το κόστος διαφέρει ανάλογα με το τι αγοράζει κανείς. Άλλο η εισφορά σε κρατικό ταμείο. Άλλο η επένδυση σε ακίνητο. Άλλο η υπηκοότητα που έρχεται σχετικά γρήγορα. Άλλο η πιο αργή διαδρομή που περνά πρώτα από άδεια διαμονής, φυσική παρουσία, φορολογικούς κανόνες και χρόνια αναμονής. Το πραγματικό προϊόν, όμως, είναι πάντα το ίδιο: πρόσβαση σε ένα δεύτερο νομικό σύμπαν.
Η Τουρκία είναι από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα. Με αγορά ακινήτου αξίας τουλάχιστον 400.000 δολαρίων, δηλαδή περίπου 345.000 ευρώ, ένας ξένος επενδυτής μπορεί να διεκδικήσει τουρκική υπηκοότητα, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Το ακίνητο δεν μπορεί να μεταπωληθεί για τουλάχιστον τρία χρόνια, η επένδυση πρέπει να εγκριθεί και η υπηκοότητα δεν είναι απλή αγορά σε ταμείο. Για αρκετούς πολίτες της Μέσης Ανατολής, της Ρωσίας ή της Ασίας, η Τουρκία λειτουργεί σαν ενδιάμεση δύναμη: αρκετά κοντά στην Ευρώπη, αρκετά μεγάλη αγορά, αρκετά χρήσιμο διαβατήριο.

Για τον Άγιο Χριστόφορο και Νέβις (St. Kitts and Nevis) στην Καραϊβική, η ελάχιστη εισφορά ξεκινά από 250.000 δολάρια και το πρόγραμμα επενδυτικής υπηκοότητας λειτουργεί από το 1984, θεωρούμενο το παλαιότερο του είδους στον κόσμο. Photo: Getty Images/Ideal Image

Και μετά υπάρχει η Καραϊβική. Άγιος Χριστόφορος και Νέβις, Αντίγκουα και Μπαρμπούντα, Ντομίνικα, Γρενάδα, Αγία Λουκία. Είναι μικρά κράτη που μετέτρεψαν την υπηκοότητα σε εξαγώγιμο προϊόν και σε σημαντική πηγή δημόσιων εσόδων. Σε ορισμένα προγράμματα, οι ελάχιστες εισφορές ή επενδύσεις ξεκινούν περίπου από 170.000 έως 215.000 ευρώ, πριν από επιπλέον έξοδα, ελέγχους και αμοιβές. Για τον πελάτη, το αντάλλαγμα είναι ένα δεύτερο διαβατήριο. Για το κράτος, είναι έσοδα. Για την αγορά, είναι ένα από τα πιο καθαρά παραδείγματα του πώς η κυριαρχία μπορεί να γίνει επιχειρηματικό μοντέλο.

Το ηθικό αγκάθι
Αν η υπηκοότητα είναι δεσμός, μνήμη, γλώσσα, υποχρέωση και συμμετοχή, μπορεί να πωλείται; Αν είναι δικαίωμα που προκύπτει από την κοινότητα, τι σημαίνει όταν αποκτά τιμοκατάλογο; Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη απαντήσει σε αυτές τις ερωτήσεις με αυστηρότητα. Τον Απρίλιο του 2025, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έκρινε ότι το πρόγραμμα της Μάλτας, που χορηγούσε ιθαγένεια έναντι προκαθορισμένων πληρωμών ή επενδύσεων, παραβίαζε το δίκαιο της Ε.Ε. Το μήνυμα ήταν σαφές: η ευρωπαϊκή ιθαγένεια δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται σαν εμπορικό προϊόν. Η απόφαση δεν εξαφάνισε τη ζήτηση. Απλώς τη μετακίνησε. Από την Ευρώπη στην Καραϊβική.

Το παράδοξο είναι ότι οι πλούσιοι αγοράζουν δεύτερες πατρίδες ακριβώς επειδή δεν πιστεύουν πια ότι μία πατρίδα αρκεί. Η εθνικότητα, για τους περισσότερους ανθρώπους, είναι μοίρα. Γεννιέσαι με ένα διαβατήριο και ζεις με τις δυνατότητες ή τους περιορισμούς του. Για τους πολύ πλούσιους, όμως, η εθνικότητα γίνεται επιλογή χαρτοφυλακίου. Ένα ακόμη εργαλείο κίνησης, δραστηριότητας ή ασύλου που μπορεί να διαφοροποιηθεί. Ο δισεκατομμυριούχος δεν ρωτά μόνο πού θα πληρώσει λιγότερους φόρους. Ρωτά ποιο διαβατήριο θα ανοίξει περισσότερες πόρτες όταν το δικό του αρχίσει να τις κλείνει.

Η μετανάστευση ήταν και παραμένει υπόθεση ανάγκης. Οι φτωχοί, οι κυνηγημένοι, οι ηττημένοι της ιστορίας εγκαταλείπουν τις πατρίδες τους αναζητώντας ασφάλεια σε μια νέα. Το μενού διευρύνθηκε. Σήμερα υπάρχει και η μετανάστευση της αφθονίας. Δεν φεύγεις επειδή δεν έχεις τίποτα. Φεύγεις επειδή έχεις πάρα πολλά να προστατεύσεις. Και ίσως αυτό να είναι το πιο καθαρό προνόμιο της εποχής. Όχι το γιοτ, το ιδιωτικό αεροπλάνο ή το σπίτι με θέα στη θάλασσα. Αλλά η δυνατότητα να ανοίγεις ένα συρτάρι και να βρίσκεις μέσα του μια δεύτερη πατρίδα.

Exit mobile version