search icon

Journal

Δωρεάν μίλια, επιταγές και loyalty cards – Η ανταμοιβή που έγινε πληροφορία

Οι κάρτες προνομίων γέννησαν μια νέα αγορά. Ο καλός πελάτης πρέπει να ανταμείβεται.

Οι κάρτες προνομίων γέννησαν μια νέα αγορά. Ο καλός πελάτης πρέπει να ανταμείβεται.

Οι αεροπορικές εταιρείες έκαναν την αρχή. Επιβράβευαν με δωρεάν μίλια τους πιο τακτικούς επιβάτες τους, προσφέροντας ταξίδια με μικρό ή καθόλου κόστος. Ήταν μια πράξη που δημιουργούσε σχέση πίστης ανάμεσα σ’ εκείνες και στους ταξιδιώτες τους. Οι τράπεζες έσπευσαν να μπουν στο ίδιο παιχνίδι. Μάλλον τις αφορούσε περισσότερο.

Σύμφωνα με το Bond Loyalty Report του 2024, ο μέσος καταναλωτής συμμετέχει σε 19 διαφορετικά προγράμματα επιβράβευσης. Photo: AFPForum

Ένας κόσμος προνομίων σε μέγεθος κάρτας
Το 1984 η American Express παρουσίασε την Platinum Card. Επιλεγμένοι πελάτες μπορούσαν να γίνουν κάτοχοί της μόνο κατόπιν πρόσκλησης της ίδιας της εταιρείας. Ένα από τα πρώτα χαρακτηριστικά προνόμιά της ήταν η εξατομικευμένη ταξιδιωτική εξυπηρέτηση: ο κάτοχός της δεν αποκτούσε απλώς ένα μέσο πληρωμής, αλλά πρόσβαση σε ειδική οργάνωση και φροντίδα για τα ταξίδια του. Το πρεστίζ ως διαπιστευτήριο κοσμοπολιτισμού και οικονομικής επάρκειας. Μια premium ιδέα που έγινε pop συνήθεια. Σήμερα οι loyalty cards είναι καθεστώς. Από τα αεροδρόμια και τα φαρμακεία μέχρι τα κρεοπωλεία. Από τους γίγαντες των μεταφορών στους εμπόρους της λιανικής. Και, ενδιαμέσως, σε κάθε τύπου κατάστημα, ηλεκτρονικό ή πραγματικό.

Ανοίγοντας το πορτοφόλι, έχουμε μία ή δύο κάρτες. Ανοίγοντας το κινητό, ακόμη περισσότερες. Σύμφωνα με το Bond Loyalty Report του 2024, ο μέσος καταναλωτής συμμετέχει σε 19 διαφορετικά προγράμματα επιβράβευσης. Η σχέση με benefits ανάμεσα στον έμπορο και στον πελάτη έγινε κανόνας. Η εξατομίκευση, η ανάλυση των καταναλωτικών αναγκών και, επομένως, των αγοραστικών αδυναμιών του πελάτη είναι χρυσός για κάθε αγορά.
Κάποτε ο καταστηματάρχης γνώριζε τον καλό πελάτη με το όνομά του. Θυμόταν τι αγόραζε και πόσο συχνά επέστρεφε. Το μεγάλο λιανεμπόριο κατάργησε αυτή την οικειότητα. Οι αλυσίδες απέκτησαν εκατομμύρια πελάτες, αλλά δεν γνώριζαν σχεδόν κανέναν. Η κάρτα επιβράβευσης επανέφερε τη χαμένη μνήμη. Ήταν έρευνα αγοράς στο πεδίο. Ο πελάτης, για να την αποκτήσει, δίνει όνομα, τηλέφωνο ή email. Η εταιρεία τον προμηθεύει με μια πλαστική κάρτα, μερικούς πόντους και την υπόσχεση ότι η επόμενη αγορά θα είναι φθηνότερη. Η συναλλαγή φαίνεται απλή. Αγοράζεις, συγκεντρώνεις, εξαργυρώνεις. Στο φόντο αυτού του μηχανισμού όμως στηρίζεται μια ολόκληρη βιομηχανία επεξεργασίας γύρω από τις προτιμήσεις των καταναλωτών.

Οι πρώτοι πρόγονοι
Οι κάρτες επιβράβευσης εμφανίστηκαν στα τέλη του 19ου αιώνα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Καταστήματα πρόσφεραν κουπόνια ή εμπορικά γραμματόσημα, τα οποία οι πελάτες συγκέντρωναν και αντάλλασσαν με δώρα. Το 1896 ιδρύθηκε η Sperry & Hutchinson, η εταιρεία των S&H Green Stamps. Τα καταστήματα μοίραζαν πράσινα γραμματόσημα ανάλογα με την αξία των αγορών. Οι πελάτες τα κολλούσαν σε ειδικά βιβλία και, όταν συμπλήρωναν αρκετές σελίδες, τα αντάλλασσαν με ηλεκτρικές συσκευές, έπιπλα και άλλα προϊόντα. Η αφοσίωση αποκτούσε υλική μορφή. Ο βασικός μηχανισμός υπήρχε ήδη: η επανάληψη της κατανάλωσης μετατρεπόταν σε μελλοντική ανταμοιβή. Το κατάστημα αγόραζε την πιθανότητα να επιστρέψεις.
Εκείνο που έλειπε ήταν η πληροφορία. Το γραμματόσημο αποκάλυπτε πόσα είχες ξοδέψει. Δεν αποκάλυπτε ποιος ήσουν, τι ακριβώς αγόρασες, ποια μάρκα προτιμούσες ή αν άλλαξες ξαφνικά συνήθειες. Η πραγματική μεταμόρφωση άρχισε όταν η ανταμοιβή συνδέθηκε με τους υπολογιστές και η ανωνυμία του καταναλωτή καταργήθηκε.

Η American Airlines εγκαινίασε το πρόγραμμα AAdvantage τo 1981, δημιουργώντας το πρώτο ολοκληρωμένο και σύγχρονο πρόγραμμα τακτικών επιβατών. Photo: www.news.aa.com

Την 1η Μαΐου 1981 η American Airlines δημιουργεί το AAdvantage, ένα από τα πρώτα μεγάλα σύγχρονα προγράμματα τακτικών επιβατών. Ο ταξιδιώτης συγκέντρωνε μίλια και μπορούσε να τα ανταλλάξει με εισιτήρια ή αναβάθμιση θέσης. Οι αεροπορικές εταιρείες είχαν το ιδανικό προϊόν για ανταμοιβές: ένα κάθισμα που, αν το αεροπλάνο απογειωνόταν άδειο, έχανε για πάντα την αξία του. Μπορούσαν να το διαθέσουν ως προνόμιο με σχετικά μικρό κόστος και να αγοράσουν τη μελλοντική προτίμηση του επιβάτη. Τα μίλια έδωσαν αριθμητική μορφή στην πίστη. Ο πελάτης δεν έλεγε απλώς ότι προτιμά μια εταιρεία. Αποκτούσε λόγο να μην την εγκαταλείψει. Όσο πλησίαζε στην ανταμοιβή, τόσο δυσκολότερη γινόταν η μετακίνησή του σε ανταγωνιστή.
Σύντομα μπήκαν στο σύστημα και οι τράπεζες. Άρχισαν να αγοράζουν μίλια από τις αεροπορικές εταιρείες και να τα μοιράζουν στους κατόχους καρτών. Ο πελάτης μπορούσε πλέον να κερδίζει ταξίδια αγοράζοντας τρόφιμα, καύσιμα, μίξερ ή έναν καναπέ. Η ανταμοιβή έγινε ιδιωτικό νόμισμα. Η εταιρεία αποφασίζει πώς κερδίζεται, πού εξαργυρώνεται, πότε λήγει και πόση αξία έχει. Ο πελάτης διαθέτει υπόλοιπο, αλλά δεν ελέγχει τη νομισματική πολιτική.

Η επόμενη μεγάλη επανάσταση: τα σούπερ μάρκετ
Το 1995 η αλυσίδα υπεραγορών Tesco παρουσίασε στη Βρετανία την Clubcard, σε συνεργασία με την εταιρεία ανάλυσης δεδομένων dunnhumby. Η υπόσχεση ήταν συνηθισμένη: πόντοι και κουπόνια ανάλογα με τις αγορές. Πίσω από την κάρτα, όμως, λειτουργούσε ένας διαφορετικός μηχανισμός. Μέχρι τότε, μια αλυσίδα γνώριζε πόσες συσκευασίες δημητριακών είχε πουλήσει. Δεν γνώριζε ποιος τις αγόρασε, τι άλλο έβαλε στο καλάθι, πόσο συχνά επέστρεφε ή αν περίμενε κάποια προσφορά. Η Clubcard συνέδεσε την ταμειακή συναλλαγή με συγκεκριμένο πελάτη. Κάθε σάρωση παρήγε ένα μικρό βιογραφικό της κατανάλωσης: ημερομηνία, κατάστημα, προϊόντα, ποσότητες, τιμές, προσφορές, συχνότητα επισκέψεων.

Μία αγορά δεν έλεγε πολλά. Χιλιάδες αγορές επί χρόνια μπορούσαν να περιγράψουν ένα νοικοκυριό με εντυπωσιακή ακρίβεια. Άλλος πελάτης αγόραζε κυρίως επώνυμα προϊόντα. Άλλος άλλαζε μάρκα όταν υπήρχε προσφορά. Άλλος έκανε μία μεγάλη αγορά κάθε Σάββατο. Άλλος περνούσε καθημερινά για λίγα προϊόντα. Η απόδειξη μετατράπηκε σε αγοραστικό και ταξικό αποτύπωμα. Η εταιρεία μπορούσε να υπολογίσει ποιοι πελάτες ήταν πιστοί, ποιοι κερδοφόροι, ποιοι ευαίσθητοι στην τιμή και ποιοι κινδύνευαν να φύγουν. Μπορούσε να στείλει διαφορετικά κουπόνια σε διαφορετικούς ανθρώπους και να μετρήσει αν η προσφορά άλλαξε τη συμπεριφορά τους. Το κουπόνι έπαψε να είναι γενναιοδωρία. Έγινε πείραμα. Αν προσφέρεις έκπτωση και ο πελάτης αγοράσει, έχεις μάθει κάτι. Αν δεν αγοράσει, έχεις μάθει πάλι κάτι. Αν αγοράσει χωρίς έκπτωση, έχεις μάθει το πιο χρήσιμο: ότι ίσως δεν χρειαζόταν να του τη δώσεις.

Η Tesco παρουσίασε το 1995 την Clubcard, την πρώτη μαζική και επιτυχημένη κάρτα ανταμοιβής σούπερ μάρκετ στον κόσμο.

Η ψηφιακή εφαρμογή ολοκλήρωσε τη μετάβαση. Η πλαστική κάρτα γνώριζε τι αγόρασες όταν έφτανες στο ταμείο. Η εφαρμογή μπορεί να γνωρίζει τι κοίταξες πριν αγοράσεις, ποια προσφορά άνοιξες, ποια ειδοποίηση σε έκανε να επιστρέψεις και αν εγκατέλειψες το ηλεκτρονικό καλάθι σου. Δεν βλέπει μόνο την τελική επιλογή. Βλέπει τη διαδρομή προς αυτή. Η πραγματική μονάδα αξίας δεν είναι ο πόντος. Είναι η συνέχεια. Η κάρτα επιβράβευσης ενώνει τη διαφήμιση με το ταμείο. Η γνώση των πελατών έγινε δεύτερη επιχείρηση.

Στα ξενοδοχεία τα προγράμματα επιβράβευσης ωθούν τον ταξιδιώτη να κάνει κράτηση απευθείας στην ξενοδοχειακή αλυσίδα και όχι μέσω πλατφόρμας. Το ξενοδοχείο αποφεύγει την προμήθεια του μεσάζοντα και κρατά το email, το ιστορικό διαμονών και τις προτιμήσεις του πελάτη. Στα φαρμακεία, η πληροφορία γίνεται πιο ευαίσθητη. Οι αγορές προϊόντων υγείας μπορεί να αποκαλύπτουν προσωπικές ανάγκες. Στα πρατήρια αποτυπώνεται η συχνότητα μετακίνησης. Στις τράπεζες η ανταμοιβή συνδέεται με την πληρωμή. Στα e-shops το πρόγραμμα γνωρίζει όχι μόνο τι αγοράστηκε αλλά και τι εξετάστηκε και απορρίφθηκε. Οι πόντοι έχουν και ψυχολογία. Ο καταναλωτής μπορεί να κάνει μια επιπλέον αγορά για να κερδίσει πόντους μικρότερης αξίας από το ποσό που ξόδεψε. Μπορεί να επιλέξει ακριβότερη εταιρεία για να μη χάσει το υπόλοιπό του. Η ανταμοιβή δεν ακολουθεί απλώς τη συμπεριφορά. Τη διαμορφώνει.

Το αίσθημα του status
Τα επίπεδα membership προσθέτουν κοινωνική ιεραρχία. Silver, Gold, Platinum. Ο πελάτης δεν συγκεντρώνει μόνο πόντους. Αποκτά θέση, προτεραιότητα, lounge, αναβάθμιση ή ειδική εξυπηρέτηση. Η κατανάλωση αποκτά βαθμό. Υπάρχει, βέβαια, και πραγματικό όφελος. Οι κάρτες μειώνουν το κόστος αγορών, επιστρέφουν χρήματα, προσφέρουν ταξίδια και επιτρέπουν πιο σχετικές προσφορές. Σύμφωνα με το Bond Loyalty Report του 2024, το 85% των καταναλωτών δηλώνει ότι ένα ισχυρό πρόγραμμα επιβράβευσης αυξάνει την πιθανότητα να συνεχίσει να αγοράζει από την ίδια επιχείρηση. Η σχέση δεν είναι αναγκαστικά απάτη. Είναι ανταλλαγή. Το ερώτημα είναι αν οι δύο πλευρές γνωρίζουν την πραγματική αξία όσων ανταλλάσσουν. Ο πελάτης βλέπει καθαρά τους πόντους του. Δεν βλέπει με την ίδια καθαρότητα το προφίλ που δημιουργήθηκε από τις αγορές του, τα συμπεράσματα που εξήχθησαν ή την αξία που έχει αυτή η γνώση. Η ανταμοιβή είναι ορατή. Η πληροφορία αόρατη.

Το πρόβλημα γίνεται μεγαλύτερο όταν η χαμηλότερη τιμή είναι διαθέσιμη μόνο στα μέλη. Τότε η κάρτα δεν προσφέρει απλώς προνόμιο. Η απουσία της λειτουργεί σαν οικονομική ποινή. Ο πελάτης είναι ελεύθερος να μη δώσει τα στοιχεία του. Πρέπει, όμως, να πληρώσει περισσότερο για να διατηρήσει την ανωνυμία του. Η ιδιωτικότητα αποκτά τιμή στο ράφι. Η τεχνητή νοημοσύνη προχωρά τον μηχανισμό ακόμη περισσότερο. Τα συστήματα μπορούν να προβλέπουν ποιος είναι έτοιμος να αλλάξει μάρκα, ποιος χρειάζεται έκπτωση και ποιος θα αγοράσει ούτως ή άλλως. Δύο άνθρωποι μπορεί να κοιτούν το ίδιο προϊόν αλλά να δέχονται διαφορετική προσφορά, επειδή το σύστημα τους αποδίδει διαφορετική πιθανότητα αγοράς. Η εξατομίκευση μπορεί να σημαίνει εξυπηρέτηση. Μπορεί, όμως, να σημαίνει ότι η εταιρεία γνωρίζει ποιο είναι το μικρότερο κίνητρο που απαιτείται για να σε κάνει να ξοδέψεις. Το όριο ανάμεσα στην ανταμοιβή και στη χειραγώγηση είναι λεπτό.

Οι loyalty cards ξεκίνησαν από μια απλή υπόσχεση: επέστρεψε και θα κερδίσεις κάτι. Σήμερα η υπόσχεση παραμένει. Μόνο που η εταιρεία δεν περιμένει πια απλώς να επιστρέψεις. Γνωρίζει γιατί θα επιστρέψεις. Τι αγόρασες. Τι σταμάτησες να αγοράζεις. Ποια προσφορά άνοιξες. Και, όλο και συχνότερα, τι πιθανόν θα θελήσεις μετά. Ο καταναλωτής συγκεντρώνει πόντους. Η εταιρεία συμπληρώνει το προφίλ του. Οι ρόλοι εμπλουτίζονται. Η εταιρεία παραμένει εταιρεία, μόνο που ο αγοραστής δεν επιλέγει απλώς τα προϊόντα της. Μέσα από τις προσφορές, τις συστάσεις και τις προβλέψεις της, η εταιρεία συνδιαμορφώνει το αγοραστικό του γούστο. Μια αγορά που άρχισε επιβραβεύοντας την πίστη κατέληξε να κατασκευάζει την επιθυμία.

Eισαγωγική φωτογραφία: Getty Images/Ideal Image

Exit mobile version