search icon

Journal

Εφηβοι εθισμένοι στον τζόγο: Αγόρια 11-17 ετών ξεκινούν από τα loot boxes

Πώς τα βιντεοπαιχνίδια και τα «loot boxes» εισάγουν αγόρια 11–17 ετών στη λογική του τζόγου, συχνά χωρίς να το αντιλαμβάνονται οι γονείς.

Πώς τα βιντεοπαιχνίδια και τα «loot boxes» εισάγουν αγόρια 11–17 ετών στη λογική του τζόγου, συχνά χωρίς να το αντιλαμβάνονται οι γονείς.

Ο έφηβος γιος σας επιστρέφει από το σχολείο. Λέει ένα σκέτο «γεια» και, με το κινητό ανά χείρας, κατευθύνεται στο δωμάτιό του, κλείνοντας την πόρτα. Εκεί θα παραμείνει, μέχρι να ετοιμαστεί το φαγητό. Στο διάστημα που μεσολαβεί δεν έχει ξεκολλήσει το βλέμμα του από το τηλέφωνό του, αφού το παιχνίδι το οποίο παίζει τον καθηλώνει. Ξαφνικά στην οθόνη εμφανίζεται ένα αστραφτερό ψηφιακό σεντούκι θησαυρού, γνωστό ως «loot box». Για να το ανοίξει μπορεί να του κοστίσει μερικά ευρώ. Μοιάζει ακίνδυνο, μήπως όμως δεν είναι; Σύμφωνα με έκθεση της Common Sense Media, στιγμές όπως αυτή μπορεί να αποτελέσουν την αφετηρία για τον εθισμό στον τζόγο.

Tα Loot boxes αποτελούν ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα θέματα στη σύγχρονη βιομηχανία του gaming. Yπολογίζεται πως τα «κουτιά ανταμοιβής» αποφέρουν έσοδα 15 δισ. δολαρίων ετησίως στις εταιρίες τυχερών παιχνιδιών.

Loot boxes και εθισμός
Όπως δείχνει η έρευνα, ένα στα τρία αγόρια ηλικίας 11-17 ετών στις ΗΠΑ έχει παίξει τυχερά παιχνίδια τον τελευταίο χρόνο, συχνά μέσα από βιντεοπαιχνίδια με «loot boxes» ή άλλες ανταμοιβές που βασίζονται στην τύχη και θυμίζουν τζόγο. Αυτά τα συστήματα μπορούν να προκαλέσουν εθισμό και να κανονικοποιήσουν τον τζόγο, ιδίως όταν συνομήλικοι παίζουν ανάλογα παιχνίδια και όταν αυτά προβάλλονται συχνά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Ειδικότερα, στη μελέτη συμμετείχαν περισσότερα από 1.000 αγόρια ηλικίας 11-17 ετών στις ΗΠΑ και διαπιστώθηκε ότι το 36% εξ αυτών έπαιξαν τυχερά παιχνίδια τον τελευταίο χρόνο. Το ποσοστό αυξάνεται ανάλογα με την ηλικία: οι συμμετέχοντες 11 ετών ανέφεραν κατά 32% ότι έπαιξαν τυχερά παιχνίδια, ενώ για εκείνους ηλικίας 16 ετών το ποσοστό άγγιξε το 51%.

Όπως επισήμανε ο ιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος της Common Sense Media, Τζέιμς Π. Στάγερ, «τα αγόρια ασχολούνται με τον τζόγο από πολύ μικρή ηλικία. Μέσα από τα παιχνίδια που παίζουν, τις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης που χρησιμοποιούν καθημερινά και τους φίλους τους, ο τζόγος έχει γίνει γεγονός στην καθημερινή ζωή πολλών αγοριών, και συχνά με τρόπους που οι γονείς μπορεί να μην αναγνωρίζουν». Ο Στάγερ τόνισε ότι αν δεν υπάρχει η κατάλληλη στήριξη, πολλά αγόρια μπορεί να αναπτύξουν επικίνδυνη σχέση με τον τζόγο, δίχως να κατανοούν τις συνέπειες, και κάλεσε γονείς, εκπαιδευτικούς και υπεύθυνους χάραξης πολιτικής να αναλάβουν δράση άμεσα.

Ο επικεφαλής της μελέτης και ακαδημαϊκός, Μάικλ Ροντ, εξήγησε ότι ο τζόγος ενσωματώνεται ολοένα περισσότερο στους ψηφιακούς χώρους, στους οποίους τα αγόρια, ιδίως, ήδη περνούν χρόνο. Όπως είπε, πρόκειται για συγκεκριμένα συστήματα που βασίζονται σε παιχνίδια που μοιάζουν με τζόγο, αλλά μπορεί να μην τα αναγνωρίζει κανείς εύκολα ως τέτοια. «Πιθανότατα φαίνεται ακίνδυνο σε πολλούς γονείς ότι τα παιδιά τους μπορεί να ξοδεύουν χρήματα πού και πού σε “loot boxes” σε ένα διαδικτυακό παιχνίδι», είπε ο ειδικός, «αλλά μπορεί να ξοδεύουν 5 δολάρια προσπαθώντας να αποκτήσουν ένα πραγματικά καλό αντικείμενο σε ένα παιχνίδι, και όταν δεν το αποκτήσουν, τότε προσπαθούν ξανά. Και αυτό δεν διαφέρει πολύ από το να τραβάμε τον μοχλό του κουλοχέρη ξανά και ξανά».

Όσο για τα «παραδοσιακά» τυχερά παιχνίδια, όπως το διαδικτυακό πόκερ, περίπου το 12,5% των αγοριών συμμετέχουν σε αυτά και μπορεί να δαπανούν έως και 54 δολάρια ή και περισσότερα ετησίως. Ο Ροντ τόνισε ότι τα αγόρια εκτίθενται στον τζόγο κυρίως μέσω διαφημίσεων στα κοινωνικά δίκτυα και στα αθλητικά μέσα, αλλά και μέσω φίλων, καθώς η επιρροή της παρέας είναι ο ισχυρότερος παράγοντας που μπορεί να τα οδηγήσει να παίξουν τυχερά παιχνίδια.

Πότε πρέπει να ανησυχήσουν οι γονείς
Τα παιδιά δύσκολα θα μιλήσουν για τον τζόγο. Ενδεχομένως γιατί και τα ίδια μπορεί να μην αντιλαμβάνονται ότι τζογάρουν. Είναι πιθανό να νομίζουν ότι απλώς να παίζουν το αγαπημένο τους βιντεοπαιχνίδι. Επομένως, ο γονιός καλείται να ερμηνεύσει συμπεριφορές ως ένδειξη πιθανού εθισμού. Σύμφωνα με το Αμερικανικό Ινστιτούτο για την ψυχική υγεία παιδιών και εφήβων Child Mind Institute, μερικές από τις ενδείξεις είναι οι παρακάτω: αν το παιδί ελέγχει συχνά στατιστικά στοιχεία για αθλήματα που δεν το ενδιέφεραν ποτέ, αν είναι υπερβολικά αναστατωμένο για έναν τυχαίο αγώνα, αν μεγάλα χρηματικά ποσά λείπουν, αν μένει ξύπνιο τη νύχτα, αν παραλείπει τα γεύματά του, αν δεν φροντίζει την υγιεινή του επειδή είναι απασχολημένο στον υπολογιστή ή στο κινητό, αν η απόδοσή του στο σχολείο έχει πέσει, αν αποσύρεται από τις εξωσχολικές δραστηριότητες, οι γονείς πρέπει να συζητήσουν μαζί του και να αναζητήσουν τα αίτια πίσω από αυτές τις συμπεριφορές.

Ενα στα τρία αγόρια ηλικίας 11-17 ετών στις ΗΠΑ έχει παίξει τυχερά παιχνίδια τον τελευταίο χρόνο, μέσα από βιντεοπαιχνίδια με «loot boxes» ή άλλες ανταμοιβές που βασίζονται στην τύχη και θυμίζουν τζόγο.

Επιπλέον, μπορούν να θέσουν όρια δαπανών, να μην αποθηκεύουν τα στοιχεία της πιστωτικής τους κάρτα στο παιχνίδι, να συζητήσουν για τις αγορές εντός των παιχνιδιών και τους κινδύνους πίσω από αυτές, να μιλήσουν ανοιχτά για το πόσο εθιστικά μπορεί να είναι τέτοια παιχνίδια και αν κριθεί αναγκαίο να ζητήσουν τη γνώμη ειδικού.

Οι «φάλαινες» και τα «σεντούκια»
Σύμφωνα με έρευνα των Πανεπιστημίων Χάρβαρντ και Κολούμπια, τα «loot boxes» αποφέρουν έσοδα 15 δισ. δολαρίων ετησίως στις εταιρίες τυχερών παιχνιδιών, με το 90% αυτών των χρημάτων να προέρχεται από μια μικρή ομάδα καταναλωτών που μετά μανίας παίζουν, γνωστοί ως «whales» («φάλαινες»). Δαπανούν τεράστια ποσά και ανοίγουν «σεντούκια» με τρόπο που παραπέμπει σε τζόγο, προσδοκώντας μεγάλες ανταμοιβές, χωρίς να αξιολογούν πραγματικά εάν τις επιθυμούν ή χρειάζονται. Αυτή η συμπεριφορά έχει κοινά στοιχεία με την επαναλαμβανόμενη, παρορμητική συμπεριφορά των παικτών τυχερών παιχνιδιών, καθώς η πορεία στο βιντεοπαιχνίδι δεν αποτελεί πραγματικό κίνητρο. Αντιθέτως, η πλειονότητα των παικτών, λαμβάνει αποφάσεις για την αγορά των «loot boxes» με στόχο να ευνοηθεί στο παιχνίδι.

Το ρυθμιστικό κενό στην Ελλάδα
Σε χώρες όπως το Βέλγιο και η Ολλανδία έχουν απαγορευθεί τα ψηφιακά σεντούκια, ενώ στη Βραζιλία απαγορεύεται η πώλησή τους σε ανηλίκους κάτω από 18 ετών. Στην Ελλάδα δεν έχει θεσπιστεί νόμος που να απαγορεύει ή να ρυθμίζει τα «loot boxes», παρά τις πιέσεις οργανώσεων καταναλωτών και ΜΚΟ, οι οποίες ζητούν τη διαμόρφωση ενός ρυθμιστικού πλαισίου.

Η ένωση καταναλωτών Ε.Κ.ΠΟΙ.ΖΩ., αναφέρει πως τα ψηφιακά σεντούκια θησαυρού «loot boxes» είναι πακέτα έκπληξης ψηφιακού περιεχομένου στα ηλεκτρονικά παιχνίδια, τα οποία οι καταναλωτές αγοράζουν με πραγματικά χρήματα. Πρόκειται για εικονικές κληρωτίδες δώρων, οι οποίες εμφανίζονται κατά τη διάρκεια του ηλεκτρονικού παιχνιδιού και παρέχουν στους παίκτες προσφορές ή αντικείμενα. Οι καταναλωτές δεν έχουν τρόπο να γνωρίζουν τι περιέχουν μέχρι να πληρώσουν γι’ αυτά. Η Ε.Κ.ΠΟΙ.ΖΩ., σε συνεργασία με άλλες ενώσεις καταναλωτών, ζήτησε από τα αρμόδια υπουργεία και τις δημόσιες Αρχές τη διερεύνηση των προβλημάτων που ανέδειξε μελέτη της Νορβηγικής Οργάνωσης Καταναλωτών (NCC), σύμφωνα με την οποία εταιρίες παιχνιδιών χρησιμοποιούν διάφορες ιδιαίτερα προβληματικές πρακτικές για να αυξήσουν τα δικά τους έσοδα. Ειδικότερα, τα παιχνίδια χειραγωγούν τους καταναλωτές, ώστε να ξοδέψουν μεγάλα χρηματικά ποσά μέσω επιθετικού μάρκετινγκ και εξαναγκαστικού ή παραπλανητικού μέσου εκμετάλλευσης που οδηγεί σε εθιστική συμπεριφορά.

Στόχος είναι η διασφάλιση ενός ασφαλούς περιβάλλοντος για τους παίκτες και τους καταναλωτές συνολικά, μέσω ρυθμιστικών μέτρων όπως η απαγόρευση αθέμιτων πρακτικών, η ενισχυμένη προστασία των ανηλίκων και η διαφάνεια στις συναλλαγές.

Φωτογραφίες: 123RF
Εισαγωγική φωτογραφία: Getty Images / Ideal Image

Exit mobile version